Αριθμός 842/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Καρούζου και Στυλιανής Μαχαίρα, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Μυλωνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν η 9/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 25/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Mε την από 20.2.2020 και αριθ. εκθ. κατάθ. 15/28.2.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 25/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι έγκυρη η καταγγελία αν δεν καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση στον απολυόμενο μισθωτό. Εξάλλου κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ` αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (AΠ 1340/2018, 930/2017, 444/2016, 991/2015) δηλαδή η αξιόποινη πράξη πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με τη σχέση εργασίας και να έχει δυσμενή επίδραση επί της ομαλής και αδιατάρακτης λειτουργίας της, δεν είναι δε αναγκαίο να προσβάλλει έννομα αγαθά (προσωπικά ή περιουσιακά) του εργοδότη, αλλά μπορεί να στρέφεται και εναντίον τρίτων, αρκεί να επηρεάζει δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης. Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ` αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής αποφάσεως, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης. Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο(ΑΠ 1230/2018, 930/2017, 444/2016, 991/2015, 2234/2013, 965/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ. α` του ν. 2112/ 1920, συνάγεται ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι` αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί, όμως, άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, είναι απαγορευμένη, όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις, οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Σε μία τέτοια περίπτωση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 315/2014). Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης. Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 725/2020, 258/2019, 1672/2018, 1584/2018, 729/2018, 166/2018, 244/2017, 769/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 7/2006, 4/2005). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ` επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το παραδεκτό του οποίου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται οι πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 2/2013, 20/2005). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 258/2019, 681/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θράκης και κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων, κρίση του, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: " O ενάγων προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (εφεξής ....) την 19.7…., που δραστηριοποιούνταν στο χώρο της παραγωγής και εμπορίας λιπασμάτων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της με την ειδικότητα του ειδικευμένου- εργάτη- δειγματολήπτη, προκειμένου να απασχοληθεί από την εργοδότριά του εταιρεία στο εργοστάσιο που αυτή διατηρεί στη … για σαράντα ώρες εβδομαδιαίως και συγκεκριμένα....Την 17.3…. η αρχική εργοδότρια .... συγχωνεύτηκε με την εταιρεία "..." με σύσταση νέας εταιρείας, κατ' άρθρο 68 παρ. 3 και 80 κ.ν. 2190/1920. Ειδικότερα, με τη με αριθμό … απόφαση της Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωτέρω εταιρειών με τη σύσταση νέας εταιρείας, της νυν εναγόμενης, η δε εγκριτική υπουργική απόφαση καταχωρίσθηκε στο Μ.Α.Ε. την 17.3…. (βλ....). Από την πρόσληψή του ο ενάγων απασχολήθηκε συνεχώς αρχικά στην πρώτη εργοδότρια εταιρεία .... και στη συνέχεια στην εναγόμενη, η οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ...., λόγω της ως άνω συγχώνευσης. Οι μισθολογικές παροχές των εργαζομένων στην αρχική εργοδότρια (....) ρυθμίζονταν με βάση τον Οργανισμό Κατάστασης Προσωπικού της ...., που τέθηκε σε ισχύ από 1.1…., υπέχοντας θέση επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εργαζομένων στην ως άνω Α.Ε., ενώ στη συνέχεια, από 27.12…. τέθηκε σε ισχύ ο νέος Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού- Κανονισμός Εργασίας, ο οποίος καταρτίστηκε με την από 27.12… επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης- εργοδότριας και του Σωματείου εργαζομένων της, κατατέθηκε στο ΣΕΠΕ Καβάλας την 15.1… (και έλαβε αριθμό πράξης ..), παρακάμπτοντας (η εναγόμενη) κατά τη σύναψη της ως άνω ΕΣΣΕ την εφαρμογή της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 6/28.2.2012 (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012) για τη "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 ν. 4046/2012", με την οποία ΠΥΣ : α) προβλέφθηκε η μείωση των κατώτατων ορίων μισθών και ημερομισθίων της από 15.7.2010 ΕΣΣΕ κατά 22% και για τους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών κατά 32%, β) ρυθμίστηκε η διάρκεια ισχύος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που δεν μπορούσε πλέον να υπερβαίνει τα τρία έτη, γ) προβλέφθηκε ότι οι ισχύουσες κατά την δημοσίευση της άνω ΠΥΣ σ.σ.ε. λήγουν μετά την συμπλήρωση τριών ετών από την έναρξη της ισχύος τους, δ) μειώθηκε το τρίμηνο (από εξάμηνο) ο χρόνος ισχύος κανονιστικών όρων σ.σ.ε. μετά την λήξη ή την καταγγελία τους και προβλέφθηκε ότι μετά την πάροδο του χρόνου αυτού- και εφόσον δεν συναφθεί νέα σ.σ.ε.- από τους όρους αυτούς της σ.σ.ε., της οποίας έληξε η ισχύς, εξακολουθούν να ισχύουν μόνον εκείνοι που αφορούν τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και τα μνημονευόμενα στο εν λόγω άρθρο τέσσερα επιδόματα, ε) καταργήθηκε η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στην διαιτησία σε περίπτωση αποτυχίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων και το αντικείμενο της διαιτησίας περιορίσθηκε στον καθορισμό βασικού μισθού και βασικού ημερομισθίου, στ) ανεστάλη "μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%" η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, σ.σ.ε. ή διαιτητικών αποφάσεων, που προβλέπουν μισθολογικές αυξήσεις με βάση τον χρόνο εργασίας, ζ) καταργήθηκαν οι "ρήτρες μονιμότητας", δηλαδή οι διατάξεις νόμων, κανονιστικών πράξεων, σ.σ.ε. ή διαιτητικών αποφάσεων που παρέχουν σε μισθωτούς με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου εγγυήσεις έναντι των απολύσεων αυξημένες έναντι των προβλεπόμενων στην κοινή εργατική νομοθεσία. Η εναγόμενη, επικαλούμενη τη συσσώρευση υπέρογκων χρεών έναντι του Δημοσίου, των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και κοινής ωφέλειας, που ανέλαβε από την ...., την κοστοβόρα παραγωγική διαδικασία και το δυσβάστακτο εργασιακό κόστος, ως η ίδια συνομολογεί στις προτάσεις της, παρουσίασε ζημιογόνες χρήσεις (ενδεικτικά και σύμφωνα με τον ισολογισμό της 31.12.2014 ζημιογόνο χρήση κατά το 2014), και για το λόγο αυτό την 27.8…. προέβη στην εκμίσθωση της μονάδας αμμωνίας, οξέων και νιτρικών λιπασμάτων του εργοστασίου της (στη ...) προς την εταιρεία "...", η οποία συστήθηκε την 20.12…. με την επωνυμία "..." (βλ...) και στη συνέχεια, την 9.12…, μετονομάστηκε σε "...", ειδικότερα, τμήμα αγρού επιφανείας 1.151.641,17 τ.μ. μετά των επ' αυτού κτισμάτων, για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, ήτοι από 1.9…. έως 31.8…., έναντι ετησίου μισθώματος, ύψους 510.000 ευρών, πλέον Φ.Π.Α. 23%, ποσού 117.300 ευρώ. Κατόπιν αυτού, χορηγήθηκε την 18.9…. στη μισθώτρια εταιρεία από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας του τμήματος του εργοστασίου, λόγω αλλαγής φορέα (βλ....). Έτερο τμήμα των βιομηχανικών της εγκαταστάσεων, επιφανείας 1.228.759,09 τ.μ., στο οποίο στεγάζονται οι μονάδες παραγωγής και εμπορίας φωσφορικού οξέως και σύνθετων λιπασμάτων, η εναγόμενη εκμίσθωσε δυνάμει του από 11.12.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." για χρονικό διάστημα επίσης είκοσι ετών (από 11.12…. έως 10.12….), έναντι μηνιαίου μισθώματος, ύψους 50.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., χορηγήθηκε δε σχετικά στη μισθώτρια εταιρεία την 24.12…. από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας του εν λόγω τμήματος του εργοστασίου, λόγω αλλαγής φορέως (βλ.....). Η προαναφερόμενη μισθώτρια εταιρεία συστάθηκε σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο με έδρα τη … και εγγράφηκε στα Μητρώα Εφόρου Εταιρειών … την 4.2…., ενώ την 2.12…., κατόπιν έγκρισης της εγκατάστασης υποκαταστήματός της στην Ελλάδα, καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. (βλ....). ....θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αμφότερες οι εν λόγω μισθώτριες εταιρείες έχουν την ίδια καταστατική έδρα, ήτοι στο ... και επί της οδού ... αρ. …, αλλά και την ίδια έδρα με την εναγόμενη έως την 25.9…., οπότε και έγινε μεταφορά της καταστατικής έδρας (βλ.....), επιπλέον στη στελέχωση των διευθυντικών θέσεων των ως άνω εταιρειών (της εκμισθώτριας- εναγόμενης και των μισθωτριών εταιρειών ... και ..." συμμετείχαν συγγενικά φυσικά πρόσωπα, ήτοι ο Δ. Μ. ως Γενικός Διευθυντής στην εναγόμενη (βλ.....), ο Ν.. Μ.. του Κ. ως νόμιμος εκπρόσωπος στην ... και ο Κ. Μ. του Δ. ως νόμιμος εκπρόσωπος στην ... (βλ....), αλλά και οι ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν είτε με την εταιρεία με την επωνυμία "..." (ως εν προκειμένω) είτε με την εταιρεία με την επωνυμία "...", τις οποίες καλούνταν να υπογράψουν οι εργαζόμενοί της ταυτόχρονα με την ένταξή τους στο ανωτέρω "πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου" της ιδίας, είχαν όμοιο περιεχόμενο με το προσαγόμενο μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα με ημερομηνία 18.4…. πρότυπο ατομικής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν μπορεί να ήταν συμπτωματικά, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον οι ανωτέρω εταιρείες συνυπήρξαν στο εργοστάσιο της ...ς, ύστερα από κοινή απόφασή τους, για την εξυπηρέτηση των σκοπών της εναγόμενης να διαφυλάξει την περιουσία της και να περισώσει το εργοστάσιό της. Ακόμη, παρά τις έντονες επιφυλάξεις των εργαζομένων, η εναγόμενη αρχικά προέβη σε εξάμηνο δανεισμό των υπηρεσιών των εργαζομένων της προς τις άνω μισθώτριες εταιρείες, με στόχο (ως η ίδια διατείνετο και διεμήνυσε στους εργαζομένους της), τη μείωση του εργατικού κόστους, η επιλογή της λύσης αυτής ήταν, κατά τους ισχυρισμούς της, στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης, μάλιστα πρότεινε στο σύνολο του προσωπικού της να συνάψει ολιγόμηνες συμβάσεις δανεισμού υπηρεσιών με τις δύο ως άνω μισθώτριες εταιρείες. Στα πλαίσια αυτά, την 21.12…. υπεγράφη ανάμεσα στην εναγόμενη, την εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον ενάγοντα η από 21.12…. τριμερής σύμβαση δανεισμού υπηρεσιών διάρκειας 6 μηνών. Με τον με αριθμό 6 όρο της σύμβασης ορίστηκε ότι η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με την εναγόμενη διατηρείται ενεργή και ότι μετά τη λήξη της σύμβασης δανεισμού ο ενάγων δικαιούται να επανέλθει σε αυτήν (εναγόμενη) με επάνοδο του διευθυντικού της δικαιώματος και την ένταξή του στους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας στις εγκαταστάσεις της, που ίσχυαν μέχρι την έναρξη του δανεισμού και ότι εάν η δανειζόμενη μη διάδικος (μισθώτρια) εταιρεία διακόψει, για οποιονδήποτε λόγο, πριν από την πάροδο της συμφωνημένης διάρκειας της σχέσης δανεισμού την δραστηριότητά της, η σύμβαση δανεισμού θα λύεται αυτόματα και ο ενάγων θα συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του προς την εναγόμενη. Επιπρόσθετα, με τον όρο 4 της τριμερούς αυτής σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλόμενων ότι από την ένταξη του ενάγοντος στην παραγωγική διαδικασία της δανειζόμενης εταιρείας και καθ' όλη τη διάρκεια που θα ισχύει ο δανεισμός, για τις πάσης φύσεως αποδοχές και αποζημιώσεις του εργαζόμενου από την παροχή των υπηρεσιών του ευθύνεται παράλληλα με την αρχική εργοδότρια εταιρεία (εναγόμενη) και η έμμεση εργοδότρια, ενώ με τον όρο 5 της σύμβασης καθορίστηκε ότι, το ωράριο παροχής θα παραμείνει σταθερό ημερήσιο από Δευτέρα έως Παρασκευή. Τον Μάρτιο του έτους … και ενόψει της λήξης της μετενέργειας της προηγούμενης από 27.12…. Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε. η εναγόμενη, επικαλούμενη τον εξορθολογισμό του μισθολογικού κόστους του προσωπικού της προς το σκοπό διατήρησης της ανταγωνιστικότητάς της και της εμπορικής και οικονομικής της επιβίωσης, προέβη σε μείωση των μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων της, εφαρμόζοντας το άρθρο 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/2012 (βλ....). Αντιστοίχως, μειώθηκαν και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, από το ποσό των 2.294,67 ευρώ, που λάμβανε το μήνα Μάρτιο … στο ποσό των 1.500 ευρώ που λάμβανε από μήνα Απρίλιο και εφεξής (βλ.....). Η ανωτέρω μειωτική αναπροσαρμογή των αποδοχών των εργαζομένων συντελέστηκε σε χρόνο κατά τον οποίο επιχειρούνταν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην εναγόμενη και το Σωματείο των εργαζομένων (βλ...) και στην οποία αντιτάχθηκε σαφώς τόσο το Σωματείο, όσο και οι εργαζόμενοι. Ειδικότερα, ο ενάγων από κοινού με άλλους 290 συναδέλφους του, απέστειλαν την από 11.4.2016 εξώδικη διαμαρτυρία τους προς την εναγόμενη, που κοινοποιήθηκε σε αυτήν την 15.4.2016 (βλ...), με την οποίαν εξέφραζαν τη διαμαρτυρία τους για τη μείωση των αποδοχών τους, χαρακτηρίζοντας αυτήν παράνομη και αντισυμβατική, αλλά και για την θεώρηση από την πλευρά της εναγόμενης του επιδόματος χρονικής ωρίμανσης και των λοιπών επιδομάτων και παροχών που προβλέπονταν στην από 27.12.2010 ΕΣΣΕ ως "οικειοθελών παροχών" ελευθέρως ανακλητών, ενώ περαιτέρω δήλωναν ότι οποιαδήποτε άλλη μείωση ή κατάργηση μισθολογικών παροχών από την εναγόμενη θα θεωρηθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία δεν αποδέχονται, επιφυλασσόμενοι παράλληλα παντός νομίμου δικαιώματός τους. Ακολούθως, η εναγόμενη, ενώ δεν απάντησε στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία των εργαζομένων, με την από 14.4….. ανακοίνωσή της, εξήγγειλε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, διάρκειας έως την 22.4….., το οποίο απηύθυνε στο σύνολο του προσωπικού, και στον ίδιο τον ενάγοντα (βλ...), σύμφωνα με το οποίο όσοι εργαζόμενοι δήλωναν οικειοθελή συμμετοχή σ' αυτό θα λάμβαναν αθροιστικά πλήρη αποζημίωση καταγγελίας της σύμβασής τους αορίστου χρόνου με βάση την προϋπηρεσία τους, σύμφωνα με τις (μειωμένες) αποδοχές Απριλίου …, και επιπλέον το ποσό των 1.000 ευρώ, ενώ κάθε εργαζόμενος που θα συμμετείχε δήλωνε ταυτόχρονα ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα όλους τους όρους και τις προϋποθέσεις του προγράμματος. Ειδικότερα, για τον ενάγοντα, του προσέφερε για την περίπτωση αυτή ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 30.750 ευρώ. Το πρόγραμμα αυτό εθελούσιας εξόδου παρατάθηκε αρχικά έως την 26.4….., στη συνέχεια έως την 12.5….. και εν τέλει έως την 29.6….. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η πρωτοβουλία για το ως άνω πρόγραμμα ανήκε στο σωματείο των εργαζομένων, προσκομίζει δε προς επίρρωση των ισχυρισμών αυτών την από 17.4….. επιστολή του, ωστόσο, είναι προφανές από το περιεχόμενό της ότι στις προτάσεις του Σωματείου διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της κοινοποιηθείσας από την ίδια προηγηθείσας ανακοίνωσης. Στη σχετική αίτηση του ανωτέρω Σωματείου προς τον Ο.Μ.Ε.Δ., αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα : "....". Άλλωστε, η εναγόμενη με το από 14.4…. έγγραφό της, απευθύνθηκε στο Υπουργείο Εργασίας θέτοντας το ερώτημα εάν η διαδικασία που επρόκειτο να τηρηθεί ήταν σύμφωνη με την κείμενη νομοθεσία και εάν ενέπιπτε στις διατάξεις περί ομαδικών απολύσεων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κάθε εργαζόμενος που επιθυμούσε να ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου από την εταιρεία υπέγραφε μία δήλωση με την οποία παρείχε τη συναίνεσή του, προκειμένου η εναγόμενη να καταγγείλει τη σύμβασή του, παραιτούμενος παράλληλα από κάθε δικαίωμά του να προσβάλει τους όρους του εν λόγω προγράμματος ενώπιον δικαστηρίων για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία (βλ....). Ταυτόχρονα με την υπογραφή της δήλωσης συμμετοχής στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, η εναγόμενη πρότεινε στους αποχωρήσαντες εργαζομένους της να υπογράψουν με την παραπάνω αναφερόμενη εταιρεία "...." ή με την κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία "..." νέες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Σημειωτέον ότι η ως άνω κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία "..." συστάθηκε την 6.10…., σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο στην Κύπρο και πήρε άδεια εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα την 6.11…. (βλ.....), ενώ η έδρα της βρίσκεται επί της οδού … στην …., όπου δηλαδή προγενέστερα είχε την έδρα της η ως άνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (βλ....). Οι εν λόγω συμβάσεις, τις οποίες καλούνταν να υπογράψουν οι εργαζόμενοί της ταυτόχρονα με την ένταξή τους στο ανωτέρω "πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου" της εναγόμενης, είχαν όμοιο περιεχόμενο με το από 18.4.2016 πρότυπο ατομικής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, πέραν δε του αντικειμενικού γεγονότος της περιορισμένης χρονικής τους διάρκειας, προέβλεπαν ταυτόχρονα δυσμενείς όρους εργασίας για τους μισθωτούς, ενδεικτικά, τη δυνατότητα της εργοδότριας να απασχολήσει τον εργαζόμενο σε παρεμφερή ή διαφορετική εργασία δίχως τούτο να συνιστά μεταβολή των όρων της σύμβασης (όρος 1 β), τη δυνατότητα μετάθεσης ή μετακίνησης μονομερώς από την εναγόμενη, πρόσκαιρα ή μόνιμα χωρίς αυτό να θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και χωρίς οποιαδήποτε επιπρόσθετη οικονομική υποχρέωση της εταιρείας (όρος 4 β), τον καθορισμό των αποδοχών του μισθωτού στο συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ μικτά, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων ή προσαυξήσεων (όρος 3 α και β), καθώς και την ανυπαρξία δικαιώματος αύξησης των συμβατικών αποδοχών, έστω και αν κάλυπταν νέα αντικείμενα ή νέες συνθήκες της προσωπικής, οικογενειακής ή επαγγελματικής κατάστασης του μισθωτού, εφόσον ισούνταν προς το συνολικό ποσό των εκάστοτε πάσης φύσης ανώτερων νομίμων αποδοχών (όρος 3 ζ), τη συμφωνία για παρέκταση αρμοδιότητας, καθόσον οριζόταν για κάθε διαφορά ως αρμόδια τα Δικαστήρια της Αθήνας (όρος 13 β). Ενόψει, των ανωτέρω εξελίξεων, ήτοι τη μη επίτευξη συμφωνίας των διαβουλεύσεων για την υπογραφή νέας ενδοεπιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, τη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων και την εξαγγελία του ανωτέρω προγράμματος εθελούσιας εξόδου με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που προεκτέθηκαν, το Σωματείο Υπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Βιομηχανίας Λιπασμάτων ...ς … κατέθεσε στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.) την από 22.4…. αίτηση για παροχή υπηρεσιών μεσολάβησης. Ειδικότερα, στη σχετική αίτηση του ανωτέρω Σωματείου προς τον Ο.ΜΕ.Δ. αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η εργοδοτική πλευρά έχει αρνηθεί να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση με το Σωματείο, ότι δεν τηρεί την υποχρέωσή της για πλήρη και ακριβή πληροφόρηση, ότι ήδη έχει μειώσει έως και 50% τις αμοιβές του προσωπικού της και ότι έχει ανακοινώσει πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου για όλους τους εργαζόμενους με όρους που εύλογα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για συγκεκαλυμμένες ομαδικές απολύσεις, καθώς ζητά από τους εργαζόμενους να υπογράψουν ατομικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κλπ. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με την έκδοση της με αριθμό πρωτ. Μ-Δ : … Έκθεση του Μεσολαβητή Γ. Β., με την οποίαν επιβεβαιώνεται η απροθυμία της εναγόμενης να συμπράξει στη σύναψη νέας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης. Συγκεκριμένα, στην ως άνω Έκθεση επί λέξει αναφέρεται ".......διαπίστωσα εν τέλει άρνηση ουσιαστικής μεσολάβησης εκ μέρους της ..., αν και δήλωσε ότι συμμετέχει καλοπίστως στη διαδικασία....". Επιπλέον, η ουσιαστική ανυπαρξία της παραγωγικής δραστηριότητας της εναγόμενης καταδείκνυε ότι δεν υπήρχε επιχειρηματικό πλάνο για την επαναπασχόληση του τακτικού προσωπικού της και δη του αριθμού των 180 εργαζομένων, που δεν είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα της εθελούσιας στις εγκαταστάσεις στη ΒΙΠΕ …. Τα ως άνω είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κλίματος ανασφάλειας μεταξύ των εργαζομένων, οι οποίοι ανησυχούσαν για το μέλλον των θέσεων εργασίας τους, ενόψει και της στάσης της εναγόμενης, η οποία, με την από 31.5…. ανακοίνωση- ενημέρωσή της, ισχυριζόταν ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω κυρίως της νομοθετικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης και την επιβολή φόρου που αφορούσε τη δραστηριότητά της, ότι αδυνατούσε να απασχολήσει το προσωπικό της μετά τη λήξη των συμβάσεων δανεισμού και ότι είχε διακοπεί η λειτουργία των περισσότερων μονάδων παραγωγής, γνωστοποιώντας ότι θα χορηγούσε τα υπόλοιπα των αδειών αναψυχής. Χαρακτηριστικά μάλιστα, αναγραφόταν στην ανωτέρω ανακοίνωση ότι : "η παραγωγικής διαδικασίας της εταιρείας είναι νεκρή....σταμάτησε η λειτουργία των περισσότερων μονάδων παραγωγής του εργοστασίου, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν. Απόλυτο αδιέξοδο. Ζητάμε να δείξετε ψυχραιμία και υπομονή....". Η ανασφάλεια των εργαζομένων ενισχύθηκε και από την εμφάνιση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στους χώρους εργασίας προσωπικού ιδιωτικής εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας (χώρους εργασίας προσωπικού ιδιωτικής εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας (security), με το αίσθημα της αυστηρής τους επιτήρησης. Στο πλαίσιο του ανωτέρω κλίματος εντάχθηκαν στο ως άνω πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου 143 εργαζόμενοι, ως και η ίδια η εναγόμενη συνομολογεί, ενώ στο τακτικό προσωπικό της απέμειναν άλλοι 183 εργαζόμενοι, οι οποίοι αρνήθηκαν την πρόταση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους και πρόσληψής τους από τις άλλες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στο εργοστάσιο, μεταξύ των τελευταίων αυτών και ο ενάγων. Η εναγόμενη εταιρεία, μετά τη λήξη των συμβάσεων δανεισμού, χορήγησε προς το σύνολο του εναπομείναντος τακτικού προσωπικού της τα υπόλοιπα των αδειών αναψυχής, ενώ την 3.6…. προσκάλεσε το Σωματείο των εργαζομένων σε διαβούλευση σχετικά με την πρόθεσή της να θέσει το προσωπικό σε διαθεσιμότητα 3 μηνών. Στην ως άνω ανακοίνωσή της (η εναγόμενη) αναφέρει ότι το υψηλό κόστος παραγωγής και μισθοδοσίας πλήρους απασχόλησης του προσωπικού της σε συνδυασμό με την εν γένει κακή οικονομική συγκυρία έχουν συντελέσει στην σημαντική ζημία της εταιρείας, η οποία ωθείται να θέσει τους εργαζομένους της σε διαθεσιμότητα αντί απολύσεων. Η διαβούλευση αυτή διήρκεσε τρεις ημέρες (από 8 έως και 10 Ιουνίου), κατά δε την πρώτη ημέρα των διαβουλεύσεων για τη θέση του προσωπικού σε διαθεσιμότητα η εναγόμενη, αν και ισχυρίστηκε ότι το μέτρο αυτό θα είχε τη νόμιμη τρίμηνη διάρκεια εντός του έτους και ότι ουδέποτε δήλωσε ότι θα εφαρμόσει το καθεστώς για διαρκές (συνεχές) τρίμηνο, εντούτοις, στη συνεδρίαση της 10.6…., γνωστοποίησε την πρόθεσή της να εφαρμόσει καθεστώς διαθεσιμότητας από'1.7…. και για τρεις μήνες για το σύνολο του προσωπικού της …, με το επιχείρημα ότι το σωματείο των εργαζομένων αρνήθηκε να υποβάλει προτάσεις στο πλαίσιο της διαβούλευσης. Επιπρόσθετα, ήδη από την 8.6…., ενώ οι εργαζόμενοι της ζήτησαν να δοθούν στοιχεία επί των οποίων εδράζεται η επιλογή επιβολής διαθεσιμότητας, η εναγόμενη δεν χορήγησε τέτοια στοιχεία (υποτεθείσθω ότι υπήρχαν), επικαλέστηκε δε απλώς οικονομική αδυναμία. Παράλληλα, ενώ οι εργαζόμενοι αιτήθηκαν τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη ημέρα των διαβουλεύσεων συγκεκριμένο σχέδιο διαθεσιμότητας και επιχειρηματικό πλάνο, από τα οποία θα προέκυπτε ο σχεδιασμός για τον τρόπο λειτουργίας του εργοστασίου, διαπιστώθηκε από αυτούς την τρίτη ημέρα (10.6….) ότι κανένα επιχειρηματικό πλάνο δεν προσκομίστηκε, σχετικά με τις προθέσεις της και τον τρόπο που θα αντιμετωπίσει το προσωπικό μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας. Εξάλλου, στο από 10.6…. πρακτικό το σωματείο εργαζομένων δήλωσε ότι : ".....". Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω διαβουλεύσεων η εναγόμενη είχε δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν έχει οποιαδήποτε βιομηχανική ή παραγωγική δραστηριότητα στην … (βλ...). Ήδη κατά την πρώτη ημέρα των διαβουλεύσεων, η εταιρεία με την επωνυμία "..." κατήγγειλε πρόωρα την από 21.12…. τριμερή σύμβαση δανεισμού υπηρεσιών που είχε συναφθεί ανάμεσα σ' αυτήν, την εναγόμενη και τον ενάγοντα επικαλούμενη την παροδική έλλειψη παραγγελιών για παραγωγή λιπασμάτων. Την ίδια ημέρα η εναγόμενη, με εξώδικη δήλωσή της προς τον ενάγοντα, που κοινοποιήθηκε σε αυτόν αυθημερόν, του δήλωσε ότι από την 9.6…. θα λάβει την κανονική του άδεια μέχρι 30.6….. Ακολούθως, ο ενάγων την 10.6…., μαζί με άλλους 4 συναδέλφους του, των οποίων επίσης καταγγέλθηκε από την ανωτέρω εταιρεία "..." η τριμερής σύμβαση δανεισμού και στους οποίους επίσης κοινοποιήθηκε η με όμοιο περιεχόμενο εξώδικη δήλωση της εναγόμενης, κοινοποίησαν στην εναγόμενη την από 9.6…. εξώδικη δήλωση- πρόσκληση, με την οποίαν την ενημέρωναν ότι συνεχίζουν να θέτουν τις υπηρεσίες τους στη διάθεσή της και ζητούσαν πληρέστερη ενημέρωση για όλα όσα διαδραματίζονται τη δεδομένη χρονική στιγμή (βλ....). Στη συνέχεια, ενώ είχαν λήξει οι διαβουλεύσεις, απέστειλε στον ενάγοντα, την 23.6…., τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή της, με την οποίαν του δήλωνε ότι για λειτουργικούς λόγους παρατείνεται η άδεια αναψυχής του μέχρι εξαντλήσεως του υπολοίπου της, ήτοι μέχρι την 11.7,…, επιπλέον δε ότι από 12.7…. έως 11.10…. τίθεται σε καθεστώς διαθεσιμότητας. Ο ενάγων, μαζί με άλλους έξι (6) συναδέλφους του, που τέθηκαν και αυτοί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, κοινοποίησαν αυθημερόν στην εναγόμενη την από 1.7…. εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση και δήλωση με επιφύλαξη δικαιωμάτων (βλ...), με την οποία εξέφραζαν τη διαμαρτυρία τους για την επιβολή σε αυτούς του μέτρου της διαθεσιμότητας, το οποίο θεωρούσαν παράνομο, καταχρηστικό και ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των εργασιακών τους συμβάσεων, ζητούσαν την ανάκλησή του και την εξακολούθηση της παροχής των υπηρεσιών τους, δήλωναν δε ότι θα υποβληθούν αναγκαστικά στο νέο καθεστώς, ώστε να μη διακυβεύσουν τις θέσεις εργασίας τους και την καταβολή του μισθού τους, επιφυλασσόμενοι, ωστόσο, ρητά για τη μη αποδοχή του και για τη διεκδίκηση κάθε νομίμου δικαιώματός τους, αφενός για την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθεσιμότητάς τους, αφετέρου για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν. Αναφορικά με τις συγκεκριμένες επιχειρηματικές επιλογές της εναγόμενης, η τελευταία ισχυρίζεται ότι υπήρχε πράγματι σχέδιο αναδιοργάνωσης της εταιρείας, η οποία, μετά την εκμίσθωση των παραγωγικών της τμημάτων, διατηρούσε την εμπορική της δραστηριότητα και για το σκοπό αυτό εκμίσθωσε ένα βιομηχανικό χώρο, συνολικής έκτασης 1.278 τ.μ., στη ΒΙ.ΠΕ. ….. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός, δεδομένου ότι από το προσκομιζόμενο από 1.7…. ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης χώρου αποδεικνύεται ότι η μίσθωση αυτή καταρτίστηκε για χρονικό διάστημα ενός μόλις έτους, έναντι μηνιαίου μισθώματος 520 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α.), γεγονός το οποίο δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές, αφού δεν αποτελεί συνήθη πρακτική να καταρτίζονται συμβάσεις εμπορικής μίσθωσης (ιδιαίτερα αυτής της τάξεως) για τόσο βραχύ χρονικό διάστημα, ενώ έρχεται σε προφανή αντίθεση με τα όσα η εναγόμενη υποστήριζε, ιδιαίτερα με τα όσα διατείνετο σχετικά με το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, ώστε δεν δύναται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεμελιώσει αξιόλογη επιχειρηματική επένδυση αυτής. Μάλιστα, παρόλο που η εναγόμενη κατά το στάδιο των διαβουλεύσεων κλήθηκε επανειλημμένα να καταθέσει επιχειρηματικό πλάνο και να τεκμηριώσει ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο θα απασχολήσει το προσωπικό της μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας, αυτή δεν ανέφερε το μισθωτήριο, αλλά ούτε και την πρόθεσή της να μισθώσει κάποιο βιομηχανικό χώρο, αντίθετα επαναλάμβανε διαρκώς ότι δεν ασκεί οποιαδήποτε βιομηχανική και παραγωγική δραστηριότητα, καθιστώντας τουλάχιστον σαφή την επιδίωξή της να μειώσει το μισθολογικό κόστος της επιχείρησης. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Νομού …. προκήρυξε 48η Γενική Απεργία Αλληλεγγύης στον Νομό …., ήτοι από Δευτέρα 27.6…. και ώρα 06.00' π.μ. έως και την Τετάρτη 29.6…. και ώρα 06.00' π.μ., με σκοπό την συμπαράσταση όλων των εργαζομένων του Νομού … προς το προσωπικό της εναγόμενης, ακολούθως, το Σωματείο Υπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Βιομηχανίας Λιπασμάτων ...ς …, με τη με αριθμό 249/24.6….. ανακοίνωσή του, κάλεσε όλα τα μέλη του να συμμετάσχουν στην παραπάνω σαρανταοκτάωρη (48ωρη) απεργία. Στη συνέχεια η Ομοσπονδία Εργατοϋπαλλήλων Χημικής Βιομηχανίας Ελλάδος (Ο.Ε.Χ.Β.Ε.) με το από 27.6…. Δελτίο Τύπου που εξέδωσε, προκήρυξε σαρανταοκτάωρη (48ωρη) απεργία στον κλάδο των Λιπασμάτων από την Τετάρτη 29.6…. και ώρα 06.00'π.μ. έως και την Παρασκευή 1.7…. και ώρα 06.00' π.μ. Σε όλες τις παραπάνω ανακοινώσεις (του Σωματείου εργαζομένων της εναγόμενης, της Ομοσπονδίας εργατοϋπαλλήλων χημικής βιομηχανίας Ελλάδος) γινόταν λόγος για εκβιαστική προσπάθεια της εναγόμενης να συναινέσει το σύνολο του προσωπικού της στην απόλυσή του μέσω του προγράμματος εθελούσιας εξόδου και για παράνομη καταχρηστική μεθόδευση από την εργοδότρια προς εκμηδένιση των εργασιακών δικαιωμάτων του εργατικού δυναμικού. Από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και μνημονεύεται στην παρούσα προέκυψε ότι, την πρώτη ημέρα της απεργίας είχαν συγκεντρωθεί από τις πρωινές ώρες στο χώρο του εργοστασίου μετέχοντες στην απεργία εργαζόμενοι της εναγόμενης, καθώς και συνταξιούχοι αυτής, εργαζόμενοι πετρελαϊκής εταιρείας, μέλη του Εργατικού Κέντρου … και συνδικαλιστικά στελέχη άλλων σωματείων εργαζομένων, ενώ υπήρχε και παρουσία αστυνομικής δύναμης, τόπος δε συγκέντρωσης των απεργών οριζόταν η κεντρική πύλη του εργοστασίου στην .... Κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων επικρατούσε ένταση, οι απεργοί αποδοκίμαζαν τους εργαζομένους που απασχολούνταν στις μισθώτριες εταιρείες και την εργολάβο εταιρεία ... και είχαν αποδεχθεί την προτεινόμενη από την εναγόμενη συμβατική λύση των συμβάσεων εργασίας τους, ενώ οι μισθώτριες εταιρείες αναγκάζονταν να μεταφέρουν τους εργαζόμενους ακόμη και δια θαλάσσης. Την 27.6…. και περί ώρα 9:30 π.μ. από την πλευρά του πλήθους που ήταν συγκεντρωμένο στη δυτική πύλη του εργοστασίου, εκτοξεύτηκε φωτοβολίδα, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε πυρκαγιά σε παρακείμενη της βιομηχανικής εγκατάστασης δασική έκταση. Για το εν λόγω περιστατικό, η εναγόμενη κατέθεσε την από 30.6…. μήνυση σε βάρος 53 εργαζομένων της (βλ....) και την από 28.7…. συμπληρωματική μήνυση σε βάρος 38 ακόμη εργαζομένων της, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ενάγων. Ειδικότερα, αναφέρεται στην ανωτέρω συμπληρωματική μήνυση ότι, προέκυψε από μαρτυρίες αλλά και έρευνα από πλευράς της εναγόμενης, ότι οι μηνυόμενοι είχαν αυτουργική και συμμετοχική δράση για την τέλεση του αδικήματος του εμπρησμού, και δη με την ως άνω από 30.6…. κύρια "μήνυση- έγκληση", η εναγόμενη εκθέτει : "Την 27.6…. και περί ώρα 09 και μισή περίπου από ότι πληροφορηθήκαμε, βρίσκονταν οι κατωτέρω αναφερόμενοι εργαζόμενοι, τελούντες υπό το καθεστώς αδείας και μετέχοντες "απεργίας", η οποία για τους λόγους που αναφέρονται στο από 24.6….. έγγραφό μας προς τη συνδικαλιστική οργάνωση "Σωματείο Υπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Βιομ. Λιπασμάτων ...ς ….", το Εργατικό Κέντρο Νομού … και με κοινοποίηση στο Υπουργείο Εργασίας και το ΣΕΠΕ Διεύθυνση Κοινωνικής Επιθεώρησης- Τμήμα …., ήταν παράνομη και καταχρηστική, προεχόντως όμως ήταν αδιανόητη, αφού θεμελιωνόταν σε ανύπαρκτες προϋποθέσεις, ενόψει του γεγονότος ότι κατά το χρόνο επανένταξής τους στο εργατικό δυναμικό της επιχείρησής μας, μετά τη λήξη νόμιμου δανεισμού επανήλθαν αυτοδικαίως και ευρίσκοντο υπό το διευθυντικό μας δικαίωμα και την διαχείρισή τους, ήτοι σε χρόνο και στάδιο που η εταιρεία μας είχε διακόψει την παραγωγή και συγχρόνως δεν διέθετε χώρο υποδοχής, είχε συμβατικά και νόμιμα χορηγήσει την ετήσια άδεια αναψυχής σε τρόπο ώστε μετά τη λήξη της αδείας και της στη συνέχεια θέσεως των εργαζομένων υπό καθεστώς τριμήνου διαθεσιμότητας, να υποδεχθεί το εργατικό της δυναμικό σε νέους χώρους και αντίστοιχη νέα παραγωγική δραστηριότητα με διεύρυνση των καταστατικών της σκοπών. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία δεν δικαιολογείτο ούτε κατά νόμο, ούτε τοις πράγμασι, η ομαδοποίησή τους και παρουσία τους προ των πυλών των μισθωμένων εγκαταστάσεών μας, προπηλακίζοντας, απειλώντας και απαγορεύοντας την είσοδο των νομίμως εργαζομένων που ανήκουν στις άνω εταιρείες "..." και "...", στερώντας το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμά τους για παροχή της εργασίας τους. Συγκεκριμένα στη δυτική πύλη του εργοστασίου, δηλαδή σε αυτήν που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο του λιμανιού μέλη του σωματείου των ... και συγκεκριμένα τα εξής μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (και μαζί με αυτούς και οι αναφερόμενοι στον επισυναπτόμενο, στο τέλος της παρούσας πίνακα) :............ παρακινούσαν συγκεντρωμένο πλήθος άνω των εξήντα (60) ατόμων (στον πίνακα που επισυνάπτεται αναφέρονται όσοι αναγνωρίστηκαν από μάρτυρες που θα καταθέσουν στα πλαίσια της παρούσας μηνύσεως) να φωνάζουν υβριστικά συνθήματα, να ανάψουν καπνογόνα και γενικά να μην επιτρέψουν σε κανένα να περάσει στο εργοστάσιο για να εργαστεί. Πράγματι λοιπόν το συγκεντρωμένο πλήθος και συγκεκριμένα οι κάτωθι (τους οποίους και μπόρεσαν οι μάρτυρες που θα καταθέσουν να αναγνωρίσουν) :......., μαζί με όσους αναφέρονται στην συνημμένη κατάσταση, άναψαν καπνογόνα και φωτοβολίδες, φωνάζοντας υβριστικά συνθήματα. Εν συνεχεία, οι ανωτέρω ήδη αναφερόμενοι :......τους παρακίνησαν να πετάξουν τις φωτοβολίδες και τα καπνογόνα στην παρακείμενη δασική έκταση. Πράγματι, κάποιοι από τους αναφερόμενους...... και από τους υπόλοιπους της συνημμένης λίστας, οι οποίοι βρίσκονταν στο χώρο, πέταξαν φωτοβολίδες και καπνογόνα στην συγκεκριμένη δασική έκταση και μετά από λίγο άρπαξε φωτιά. Επιπρόσθετα, πέραν της ως άνω παράνομης πράξεώς τους, κατά την ως άνω ημεροχρονολογία και πέραν της κατατρομοκράτησης των άνω εργαζομένων, δημιούργησαν ένταση όπου απείλησαν με συνθήματα "θα σας κάψουμε" κλπ, στη συνέχεια άρχισαν να ρίχνουν φωτοβολίδες, καπνογόνα κλπ προς την δασική έκταση, με αποτέλεσμα να προκληθεί η εν τη παρούσα μήνυση πυρκαγιά στην εκεί ευρισκόμενη δασική έκταση, με άμεσο κίνδυνο επέκτασης της πυρκαγιάς στα οχήματα των εργαζομένων που ήταν σταθμευμένα κοντά και τα μισθωμένα εργοστάσια, αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, που έχουν αναφλέξιμες ύλες και κυρίως έκθεσης σε κίνδυνο ζωής των εργαζομένων που είχαν διαφύγει της προσοχής των εμπρηστών. Αν η πυροσβεστική υπηρεσία δεν επενέβαινε θα μπορούσε, με βεβαιότητα, να προκύψει άμεσος κίνδυνος και για τη ζωή του πλήθους των εργαζομένων και για φθορές στο χώρο του εργοστασίου και για φθορές παρακείμενων κατοικιών. Η επέκταση της φωτιάς περιορίστηκε από την Πυροσβεστική από ξηράς και αέρος με οχήματα και αεροπλάνα και με βοήθεια των εργαζομένων στην παραγωγή και έτσι με δυσκολία επετεύχθη η κατάσβεση... Επειδή και με δεδομένο ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 264 του Π.Κ. "......". Εν προκειμένω και με ορθή υπαγωγή των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών που τελούν σε αρμονία με τα στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση μας- και όσων θα προκύψουν προανακριτικά και ανακριτικά- οι μηνυόμενοι- εγκαλούμενοι, ομαδοποιημένοι και υπό συνθήκες συνδρομής ιδιότητας αυτουργού, είτε συνεργού, είτε ηθικού αυτουργού, προκάλεσαν εν γνώσει και εκ προθέσεως κοινό κίνδυνο, σε πρόσωπα, σε ξένα πράγματα (μας), με τη γνώση και τη θέληση ότι οι πράξεις και παραλείψεις τους μπορούσαν να προκαλέσουν, αποδεχόμενοι κοινό κίνδυνο σε ευρύτερο κύκλο αγαθών και προσώπων. Επιθυμώ την ποινική δίωξη........"..... Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, το σύνολο των μηνυομένων ήταν εργαζόμενοι της εναγόμενης, οι οποίοι απεργούσαν και τελούσαν σε άδεια αναψυχής, η οποία χορηγήθηκε μονομερώς από την εναγόμενη και είχαν υπαχθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, όπως διαλαμβάνει στις σχετικές μηνύσεις. Με βάση την ανωτέρω συμπληρωματική μήνυση η εναγόμενη κατήγγειλε την 1.8…. την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, επικαλούμενη ότι εναντίον αυτού είχε υποβληθεί μήνυση και είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πλημμέλημα, με την επισημείωση ότι, η εν λόγω καταγγελία δεν εξειδίκευε την αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε η μήνυση, χωρίς βέβαια το γεγονός αυτό από μόνο του να επιδρά στο κύρος της. Ο ενάγων μετά την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας (βλ.....), ζήτησε πληροφορίες για τη μήνυση που υποβλήθηκε σε βάρος του, δεν του δόθηκαν απαντήσεις από την εναγόμενη, με την αιτιολογία ότι δεν υποχρεούται σε εξειδίκευση της αξιόποινης πράξης, ακολούθως (ο ενάγων) αιτήθηκε πληροφορίες στα πλαίσια της καλής πίστης, όμως η εναγόμενη ενέμεινε στη θέση της, ισχυριζόμενη ότι "θα ενημερωθεί στο πλαίσιο της νόμιμης διαδικασίας". Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που έλαβαν χώρα από τον χρόνο λήξης της ισχύος της ενδοεπιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης του έτους …, το παρόν Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος δεν έγινε για την επικαλούμενη από την εναγόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του εν λόγω εργαζόμενου, αλλά κατ' επίφαση μόνο για τον λόγο αυτό, ενώ στην πραγματικότητα αυτή έλαβε χώρα στα πλαίσια της επιδίωξης της εργοδότριας εναγόμενης να μειώσει το "δυσβάσταχτο εργασιακό κόστος, μοναδικό στη χώρα μας, που της επιβλήθηκε κατά την ίδρυσή της το …", αφού "κατέβαλε παροχές προς τους εργαζόμενους υψηλότερες κατά 150- 200% έναντι των παροχών που καταβάλλονται στους εργαζόμενους του ιδίου κλάδου", ως και η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της, με σκοπό να υλοποιήσει την απόφασή της να απομακρύνει από την επιχείρηση το προσωπικό που συνδεόταν μαζί της με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τους περιορισμούς του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι την 26.12.2015 έληγε η ισχύς της από 27.12.2012 Ενδοεπιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, δια της εξαγγελίας τον μήνα Απρίλιο του έτους … προγράμματος εθελούσιας εξόδου, με διαρκείς παρατάσεις, ώστε να ενταχθούν σε αυτό κατά το δυνατόν περισσότεροι εργαζόμενοι, τους οποίους επιθυμούσε να επαναπασχολήσει με συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας και σαφώς δυσμενέστερους για τους ίδιους όρους εργασίας. Μάλιστα, η θέση του ενάγοντος και άλλων συναδέλφων του σε διαθεσιμότητα χρησιμοποιήθηκε ως μέσο πίεσης σε βάρος τόσο των ίδιων, όσο και των λοιπών εργαζομένων, προκειμένου στη συνέχεια να δεχθούν να υπογράψουν νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου με άλλη εταιρεία, συγκεκριμένα με μία από τις προαναφερόμενες μισθώτριες, υπό διάφορο, σαφώς δυσμενές γι' αυτούς καθεστώς. .......Ο ενάγων όρθωσε το ανάστημά του και αντιτάχθηκε στην πίεση που δεχόταν από την εναγόμενη επιχείρηση, αρνούμενος να ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης, καθώς και με την κοινοποίηση στην εναγόμενη των ανωτέρω εξώδικων δηλώσεών του, παράλληλα με την ενεργή συμμετοχή του στις απεργιακές κινητοποιήσεις, με αποτέλεσμα αρχικά την καταμήνυσή του από την εργοδότρια και εν τέλει την απόλυσή του, μαζί με άλλους συναδέλφους του που ακολούθησαν την ίδια πρακτική και δεν επέλεξαν να συμβιβαστούν με τις επιλογές της, προς το συμφέρον της τελευταίας. Μετά ταύτα, γεγονός αποτελεί ότι, η επιλογή της υποβολής μήνυσης από την εναγόμενη έγινε προσχηματικά, προκειμένου η απόλυσή του να γίνει αζημίως, με τη μη καταβολή αποζημίωσης, αφού αυτή σκόπευε να απαλλαγεί από τους εργαζομένους της (μεταξύ δε αυτών και τον ενάγοντα), οι οποίοι δεν συμφωνούσαν με το πλάνο της να ενταχθούν στο πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης, εξοικονομώντας της με τον τρόπο αυτό σημαντικά κονδύλια, καταστρατηγώντας ωστόσο, τις διατάξεις του Ν. 1387/1983. Δηλαδή, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε για άλλους λόγους, άσχετους από την φερόμενη αξιόποινη πράξη τους εργαζόμενου, ήτοι εξαιτίας της άρνησής του να συναινέσει στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εναγόμενη, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, και υπογράφοντας στη συνέχεια δυσμενή σε σχέση με το υφιστάμενο εργασιακό καθεστώς σύμβαση ορισμένου χρόνου. Χαρακτηριστικό δε του προσχηματικού χαρακτήρα της μήνυσης αυτής αποτελεί το γεγονός ότι, καταμηνύθηκαν αποκλειστικά και μόνον εργαζόμενοι στην επιχείρηση, παρόλο που, ως και η ίδια συνομολογεί, στον ίδιο χώρο υπήρχαν και πολλά άλλα άτομα, ακόμη και συνταξιούχοι- πρώην εργαζόμενοι αυτής, των οποίων τα στοιχεία ασφαλώς και ήταν σε θέση να δώσει στις αρχές. Περαιτέρω, κατά την απρόθεσμη και χωρίς καταβολή αποζημίωσης καταγγελίας της ένδικης εργασιακής σύμβασης δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη του άρθρου 5 Ν. 2112/1920, ήτοι η υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, που τελέστηκε κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του εργαζόμενου, αφού ο ενάγων κατά το χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε την πράξη του εμπρησμού, ήτοι την 27.6.2016, τελούσε σε άδεια αναψυχής. Ούτε κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, την 1.8…. είχε απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία, με την άσκηση δηλαδή ποινικής δίωξης εναντίον του, με ένα από τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 43 ΚΠΔ τρόπους, αφού η σχηματισθείσα δικογραφία, την 1.3…. βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (βλ.....). Συνεπώς, ο ενάγων φέρεται να έχει διαπράξει την ειδικότερα στη μήνυση αναφερόμενη αξιόποινη πράξη όχι κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, καθόσον τελούσε σε αναγκαστική άδεια αναψυχής, αλλά εκτός του χώρου του εργοστασίου και ως συμμέτοχος της απεργίας που είχε εξαγγείλει το Εργατικό Κέντρο … και η καταγγελθείσα πράξη της πυρκαγιάς δεν εκδηλώθηκε ακριβώς στο εργοστάσιο, αλλά σε παρακείμενη αυτού δασική έκταση, οπότε δεν αρκούσε, για την ως άνω (αζημίως γενόμενη) απόλυσή του η εν λόγω μήνυση, αλλά απαιτούνταν άσκηση ποινικής δίωξης κατ' αυτού για αδίκημα τουλάχιστον σε βαθμό πλημμελήματος, γεγονός το οποίο δεν συντρέχει εν προκειμένω (αφού και τέτοια δίωξη δεν είχε ασκηθεί κατά την απόλυσή του). Επομένως, αν μη τι άλλο, αναληθώς αναφερόταν στο έντυπο της καταγγελίας ότι είχε προηγηθεί η σε βάρος του άσκηση ποινικής δίωξης. Περαιτέρω στην ως άνω (από 28.7….) μήνυση ουδόλως εξειδικεύεται σε ποιες ακριβώς πράξεις προέβη ο ενάγων, αλλά ούτε και οι λοιποί 37 μηνυόμενοι, καθώς γίνεται αόριστη αναφορά αυτών σε "αυτουργική και συμμετοχική δράση" όλων, αλλά ούτε και εισφέρει η εναγόμενη οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο προς τεκμηρίωση των επικαλούμενων στην μήνυσή της μαρτυριών. Αντιθέτως, αποδεικνύεται και από τις μαρτυρίες προσώπων, εχόντων ιδία αντίληψη των γεγονότων ότι, ο ενάγων δεν είχε οιαδήποτε συμμετοχή στην τέλεση της άδικης πράξης του εμπρησμού, αφού δεν βρισκόταν καν στον τόπο όπου φέρεται να τελέστηκε το ως άνω αδίκημα και δη στη δυτική πύλη του εργοστασίου, όπου εκδηλώθηκε η φωτιά, αλλά στην βορειοανατολική πύλη, η οποία επέχει 2- 3 χλμ από την αντίστοιχη δυτική. Ειδικότερα το συγκεκριμένο εργοστάσιο έχει δύο πύλες εισόδου, τη δυτική, κείμενη δίπλα στο εργοστάσιο (στην είσοδο από το λιμάνι) και τη βορειοανατολική, η οποία απέχει από την πρώτη 2 με 3 χιλιόμετρα περίπου από τη δυτική (βλ....). Κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, επικρατούσε ένταση, οι απεργοί αποδοκίμαζαν έντονα τους εργαζόμενους που απασχολούνταν στις μισθώτριες εταιρείες και την εργολάβο εταιρεία "...", ενώ απέτρεπαν την είσοδο εργαζομένων της πρωϊνής βάρδιας, οι οποίοι με εντολή της αστυνομίας παρέμειναν σε απόσταση περίπου 600- 700 μέτρων από τη δυτική πύλη του εργοστασίου. Περί ώρα 09.30, από την πλευρά του πλήθους που ήταν συγκεντρωμένο στη δυτική πύλη του εργοστασίου, εκτοξεύτηκε φωτοβολίδα, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε πυρκαγιά σε παρακείμενη της βιομηχανικής εγκατάστασης δασική έκταση. Ωστόσο, ο ενάγων την ώρα εκείνη δεν βρισκόταν στη δυτική πύλη, όπου φέρονται, κατά τη μήνυση, μερικοί απεργοί να βρίζουν τους προσερχόμενους προς εργασία και να παρακινούν άλλους απεργούς να ρίξουν φωτοβολίδες και καπνογόνα προς το παρακείμενο του εργοστασίου δάσος, αλλά όταν έλαβαν χώρα τα άνω επεισόδια και εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, ήταν στη βορειοαανατολική πύλη, σε απόσταση δηλαδή 2- 3 χιλιομέτρων, και δεν είχε καμία σχέση με τα όσα διαδραματίστηκαν στην ανατολική πύλη, συγκεκριμένα κάτω από τη γέφυρα της λεγόμενης … (βλ....). Επισημαίνεται, τέλος ότι, ήδη με το υπ' αριθ. 60/2018 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας, το οποίο προσκομίζει το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εκκαλών, καθόσον εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, ο ενάγων και άλλοι εργαζόμενοι που είχαν καταμηνυθεί για την επίδικη φωτιά σε δασική έκταση, έχουν απαλλαγεί πλήρως των σχετικών κατηγοριών, αφού το αρμόδιο Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον τους. Συνοψίζοντας, και θεωρώντας τα γεγονότα με τη χρονική τους σειρά, η ενάγουσα υπέβαλε την αρχική (από 30.6….) μήνυσή της σε βάρος πενήντα τριών (53) εργαζομένων της ζητώντας την ποινική δίωξή τους, λόγω τέλεσης εκ μέρους τους των αδικημάτων των άρθρων 264 και 265 ΠΚ, ισχυριζόμενη αορίστως ότι "κάποιοι" εκ των μηνυομένων πέταξαν φωτοβολίδες και καπνογόνα στην αναφερόμενη στην άνω μήνυση δασική έκταση, με αποτέλεσμα αυτή να πιάσει φωτιά (βλ. στη 2η σελ. της επίμαχης μηνύσεως : "... κάποιοι.... Από τους υπόλοιπους της συνημμένης λίστας, οι οποίοι βρίσκονταν στον χώρο πέταξαν φωτοβολίδες και καπνογόνα στη συγκεκριμένη δασική έκταση και μετά από λίγο άρπαξε φωτιά."). Επανέρχεται στη συνέχεια, την 28.7…., υποβάλλοντας συμπληρωματική μήνυσή της σε βάρος του ενάγοντος καθώς και άλλων τριάντα επτά (37) συναδέλφων του, με την οποίαν ζήτησε και τη δική τους ποινική δίωξη, διατεινόμενη ότι προέκυψε από μαρτυρίες και έρευνα της ιδίας "....αυτουργική και συμμετοχική δράση για την τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος, εκτός των αναφερόμενων στην από 30.6….. υποβληθείσα μήνυση προσώπων..." και των τριάντα οκτώ (38) συμπληρωματικά μηνυομένων- εργαζομένων της. Στην ουσία παραδέχεται ότι, υπέβαλε τη σχετική μήνυσή της, ενόσω δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο δράστης των καταμηνυόμενων αξιόποινων πράξεων, ενώ, εάν ήταν πράγματι καλόπιστη θα είχε υποβάλει μήνυση κατά παντός υπευθύνου, ώστε, εάν ενεργούσε καλή τη πίστει, θα ανέμενε την απόδοση κατηγοριών σε βάρος συγκεκριμένων προσώπων και δεν θα απέλυε (και δη χωρίς την καταβολή αποζημίωσης) έναν τόσο μεγάλο αριθμό εργαζομένων που απασχολούνταν στην επιχείρησή της με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αντίθετα, επέλεξε να προβεί στην καταμήνυση επιλεκτικά αποκλειστικά και μόνον εργαζομένων της, παρόλο που, ως αποδείχθηκε κατά τα ήδη αναφερόμενα, στη δυτική πύλη του πιο πάνω εργοστασίου δεν παρίσταντο μόνον εργαζόμενοι, αλλά και συνταξιούχοι - πρώην εργαζόμενοι της αντίδικης, απλοί πολίτες, εργαζόμενοι της ..., κλπ. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν αναγνώριζε άλλα άτομα μέσα στο πλήθος του κόσμου, καταρρίπτεται ευχερώς αφού, ως προαναφέρθηκε, τουλάχιστον οι συνταξιούχοι- πρώην εργαζόμενοι της αντίδικης, οι οποίοι αποδεδειγμένα παρίσταντο στη δυτική πύλη του πιο πάνω εργοστασίου κατά τον κρίσιμο χρόνο, της ήταν γνωστοί, πλην όμως δεν τους καταμήνυσε και αυτούς, επειδή ακριβώς την ενδιέφεραν μόνον πρόσωπα που τότε συνδέονταν μαζί της με ενεργή σχέση εργασίας. Πέραν δε τούτων, η δασική έκταση στην οποία εκδηλώθηκε η επίδικη φωτιά απέχει από την ιδιοκτησία της εναγόμενης, κατασβέστηκε άμεσα, ώστε δεν έπληξε την περιουσία της εναγόμενης (ούτε και απείλησε), αφού, ως αποδείχθηκε, δεν ενεργοποιήθηκαν το σύστημα πυροπροστασίας και οι σειρήνες συναγερμού πυρασφάλειας του πιο πάνω εργοστασίου. Επομένως, η υποβολή των μηνύσεων σε βάρος εργαζομένων δεν εξυπηρετούσε κανένα καλώς εννοούμενο συμφέρον της εργοδότριας εταιρείας- εκκαλούσας, αντίθετα ήταν προσχηματική και χρησίμευσε για την υλοποίηση της προαποφασισθείσας από την ίδια (ήδη από τον Απρίλιο του έτους …) απόλυσης του ενάγοντος ταυτόχρονα με άλλους πενήντα επτά (57) συναδέλφους του, τους οποίους απέλυσε με την επίκληση "προηγηθείσας υποβολής μηνύσεως και ασκήσεως ποινικής διώξεως για πλημμέλημα", όμως χωρίς τους περιορισμούς του Ν. 1387/1983, όπως ισχύουν, και για την εκ μέρους της αποφυγή χορήγησης της νόμιμης αποζημίωσης. Σημειωτέον δε του του ότι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι, ο ενάγων είχε δημιουργήσει προβλήματα στον εργασιακό του χώρο, ούτε ότι, καθ' όλη την προϋπηρεσία του στην εναγόμενη υπέπεσε σε οποιοδήποτε παράπτωμα, εξαιτίας του οποίου να εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας και να δημιουργήθηκε μεταξύ των μερών κλίμα οξύτητας, που να είχε ως αποτέλεσμα τη μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής του σχέσης. Ώστε, ο πραγματικός λόγος, για τον οποίον η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, ήταν λόγω εκδίκησης, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε επανειλημμένα, παρά τις πιέσεις που δέχθηκε, να ενταχθεί στο πιο πάνω "πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου", που είχε προκηρύξει και συστηματικά παρέτεινε την ισχύ του η εναγόμενη και συνακόλουθα απέρριψε την παράλληλη πρόταση της εναγόμενης για σύναψη νέας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (διαρκείας έως 14 μήνες), με δυσμενέστερους εργασιακούς όρους, επέδειξε σθένος και επιμονή, αιτούμενος την εξακολούθηση της εργασίας του, σύμφωνα με τους εργασιακούς όρους που προβλέπονταν από τη σύμβαση, δεν κάμφθηκε από το προπεριγραφόμενο κλίμα ανασφάλειας, και πιέσεων που καλλιεργούσε η εναγόμενη στο προσωπικό της (και στον ενάγοντα) αναφορικά με το εργασιακό μέλλον του, μέσω της επιβληθείσας, ως άνω, μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων της (και του ενάγοντος), της εγκατάστασης στο χώρο του εργοστασίου ανδρών security, οι οποίοι παρακολουθούσαν στενά τους μισθωτούς της (και τον ενάγοντα), εκφοβίζοντάς τους με την παρουσία τους (βλ...), περί της επιβολής αναγκαστικών αδειών αναψυχής στο σύνολο των εργαζομένων της και της θέσης στη συνέχεια, της συντριπτικής πλειοψηφίας των μισθωτών της σε διαθεσιμότητα, με σκοπό να εξωθήσει τους εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα να συναινέσουν ανεπιφύλακτα στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, προκειμένου να υλοποιήσει τα σχέδιά της για ομαδικές απολύσεις κατά παράκαμψη των περιορισμών που τίθενται από το Ν. 1387/1983, για τον έλεγχο των ομαδικών απολύσεων. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, κρίνεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, εκ μέρους της εναγόμενης υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τίθενται από το άρθρο 281 ΑΚ, αφού ξεπερνά προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, και συνεπώς είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρο 180 ΑΚ), δηλαδή είναι άκυρη και συνεπώς, έκτοτε, από την επομένη της κοινοποίησης της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, η εναγόμενη περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, εξαιτίας της άρνησής της να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος...". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 9/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποίαν είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή, που αφορούσε την ακυρότητα της από 1.8.2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ως καταχρηστικής. Με την εν λόγω κρίση του το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εσφαλμένα ερμήνευσε αυτές και υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς, ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, οφειλομένης στην εν γνώσει της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας υποβολής σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου προσχηματικής μηνύσεως για την αποφυγή καταβολής στον τελευταίο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, λόγω της άρνησής του να συναινέσει στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και υπογράφοντας στη συνέχεια δυσμενή σε σχέση με το υφιστάμενο εργασιακό καθεστώς σύμβαση ορισμένου χρόνου και της εξ αιτίας της καταχρηστικότητας αυτής οφειλής μισθών υπερημερίας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα : Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) ενώ δέχεται ότι η μήνυση της εναγόμενης κατά του ενάγοντος για διάπραξη κατά τις απεργιακές κινητοποιήσεις της 27ης Ιουλίου του έτους 2016 των εργαζομένων σ' αυτή των αξιοποίνων πράξεων του εμπρησμού δασικής έκτασης και της ρήψης φωτοβολίδων και καπνογόνων ήταν προσχηματική και ότι έγινε εν γνώσει της αθωότητας του ενάγοντος για την αποφυγή καταβολής σ' αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, εξ αιτίας νόμιμης και μη αρεστής στην εργοδότριά του συμπεριφοράς του, κατά τα προεκτεθέντα, και δεν οφείλεται στη διάπραξη από αυτόν ποινικών αδικημάτων, δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η μήνυση της εναγόμενης ήταν προσχηματική, υποβληθείσα εν γνώσει του αβασίμου για την αποφυγή καταβολής στον ενάγοντα της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του και ειδικότερα αν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγόμενης είχαν εδραία πεποίθηση περί του βασίμου των καταγγελλομένων ή αμφέβαλλαν σχετικώς ή εγνώριζαν το αβάσιμο της υποβληθείσας μηνύσεως. Δεν είναι δε αρκετή η παραδοχή ότι με το αριθ. 60/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του ενάγοντος για τις πράξεις του εμπρησμού δασικής έκτασης κατά συναυτουργία και χρήσης φωτοβολίδων και συσκευής εκτόξευσης φωτοβολίδων κατά συναυτουργία. Και τούτο διότι η εν λόγω παραδοχή αναφέρεται μόνο στο αποτέλεσμα της σε βάρος του ενάγοντος μήνυσης της εναγόμενης και όχι στο αν ήταν προσχηματική η σε βάρος του υποβολή της μηνύσεως από την τελευταία. Η απλή συμπερασματική παραδοχή της υποβολής της μήνυσης προσχηματικά εξ αιτίας της μη παραπομπής του ενάγοντος στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων με το προαναφερόμενο βούλευμα δεν αρκεί προκειμένου να κριθεί αν η εναγόμενη γνώριζε ή μη την αναλήθεια των καταγγελλομένων με την μήνυσή της, καθότι δεν θεμελιώνεται αυτή (αναλήθεια) σε πραγματικά περιστατικά, καθόσον μάλιστα, κατά τις παραδοχές της, προκύπτει ότι την 27.6…., πρώτη ημέρα των απεργιακών κινητοποιήσεων, συγκεντρώθηκαν από τις πρωινές ώρες στο χώρο του εργοστασίου της εναγόμενης, εκτός των άλλων, εργαζόμενοί της, ότι δημιουργήθηκε ένταση και ότι οι απεργοί αποδοκίμαζαν τους εργαζόμενους της εναγόμενης, καθώς και αυτούς που απασχολούνταν στις μισθώτριες των εγκαταστάσεών της εταιρείες, οι οποίες αναγκάζονταν να τους μεταφέρουν στους χώρους εργασίας τους ακόμη και δια θαλάσσης, ότι εκτοξεύθηκε φωτοβολίδα εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε πυρκαγιά σε παρακείμενη της βιομηχανικής εγκατάστασης δασική έκταση, δηλαδή ότι δεν επρόκειτο απλώς για άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της απεργίας εκ μέρους των εργαζομένων, αλλά διαδραματίζονταν από τους απεργούς παράνομες και αξιόποινες συμπεριφορές με βίαια μέσα, τα οποία έθεταν σε κίνδυνο πρόσωπα και εγκαταστάσεις της εναγόμενης και τρίτων, χωρίς να αιτιολογείται γιατί τα περιστατικά αυτά δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν την υποβολή της μήνυσης και των απολύσεων που ακολούθησαν κατά των συμμετεχόντων στις παράνομες και επικίνδυνες ως άνω αξιόποινες πράξεις, 2) ενώ δέχεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, εκ μέρους της εναγόμενης, έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και δεν οφείλεται στη διάπραξη από αυτόν ποινικού αδικήματος : α) δεν διευκρινίζεται εάν πράγματι υπήρχε συσσώρευση υπέρογκων χρεών, κοστοβόρα παραγωγική διαδικασία, δυσβάστακτο οικονομικό κόστος και ζημιογόνες χρήσεις στους ισολογισμούς της εναγόμενης, αν τα ληφθέντα μέτρα και δη της μείωσης των αποδοχών κατ' εφαρμογή της ΠΥΣ 6/2012, της ίδρυσης και λειτουργίας των ανωνύμων εταιρειών "...", "..." και "..." και εν συνεχεία μίσθωσης σ' αυτές βιομηχανικών τμημάτων της, δανεισμού της εργασίας των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, προγράμματος εθελουσίας εξόδου και της σύναψης νέων συμβάσεων εργασίας με τις εταιρείες "...." και "...", της θέσης του προσωπικού σε διαθεσιμότητα και χορήγησης των αδειών αναψυχής ήταν νόμιμα, αποτελούσαν δικαιολογημένες, αναγκαίες ή μη επιλογές της εναγόμενες, απέβλεπαν ή μη στην αντιμετώπιση των ως άνω προβλημάτων της και την βελτίωση της οικονομικής της καταστάσεως και β) δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά εξηγούντα ικανοποιητικώς την παραδοχή ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε συνεπεία της άρνησης του ενάγοντος να αποδεχθεί τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου. Περαιτέρω δεν διευκρινίζεται : α) για ποιο λόγο δημιουργείτο ανησυχία και ανασφάλεια στους εργαζόμενους από τα ως άνω μέτρα, εφόσον κριθεί ότι αυτά ήταν νόμιμα, αναγκαία κλπ και αποσκοπούσαν στη διάσωση της εναγόμενης και κατά συνέπεια και των θέσεων εργασίας των εργαζομένων της, καθώς και από την πρόσληψη εταιρείας security, εφόσον δεν εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει εκφοβισμός ή παρενόχληση από την εν λόγω εταιρεία των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στον ενάγοντα. Σύμφωνα δε με όσα γίνονται δεκτά από την προσβαλλόμενη και αφορούν την τέλεση βίαιων και επικίνδυνων επεισοδίων σε πρόσωπα και εγκαταστάσεις της εναγόμενης, δικαιολογείται η παρουσία security για την ασφάλεια των εργαζομένων της και των εργαζομένων των μισθωτριών εταιρειών της, καθώς και εγκαταστάσεών τους, οι οποίες σε κάθε περίπτωση, λόγω της παραγωγικής δραστηριότητάς τους (χημική βιομηχανία), που βασίζεται σε πρώτες ύλες (αμμωνία, οξέα κλπ) και παραγώμενα προϊόντα (νιτρικά λιπάσματα) λίαν επικίνδυνα, απαιτείται συνεχής φύλαξη για την αποφυγή ατυχημάτων και β) για ποιο λόγο ο ενάγων στις 27.6…. βρισκόταν στην γέφυρα κάτω από την ..., αν από το σημείο αυτό η προσέγγιση προς τις εισόδους των εγκαταστάσεων της εναγόμενης είναι προσιτή και εύκολη και ειδικότερα αν η ως άνω γέφυρα αποτελεί σημείο προσέγγισης προς την κεντρική είσοδο του εργοστασίου και ποια η συμμετοχή του γενικότερα στα διαδραματισθέντα επεισόδια κατά την διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων σε όλους τους χώρους πέριξ των εγκαταστάσεων της εναγόμενης. Εξάλλου, δεν εξηγείται με σαφήνεια γιατί οι αποδιδόμενες στον ενάγοντα με την μήνυση αξιόποινες πράξεις δεν έχουν σχέση με την εργασία του, αν και φέρονται ότι τελέστηκαν κατά τη συμμετοχή του στις απεργιακές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες, που έγιναν πέριξ των εγκαταστάσεων της εναγόμενης εργοδότριάς του για εργασιακά θέματα, τα οποία τον αφορούσαν προσωπικά, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι έλαβαν χώρα κατά το χρόνο, που βρισκόταν σε άδεια αναψυχής, κατά την οποίαν η σύμβαση εργασίας τελεί σε αναστολή. Γι` αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί, δεκτού καθισταμένου των δεύτερου έως και δέκατου λόγων της αίτησης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, παρεκλούσης μετά ταύτα της έρευνας του πρώτου λόγου της αίτησης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια των λοιπών, που κρίθηκαν βάσιμοι, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 25/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ