Αριθμός 209/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. συζ. Α. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" νομίμως εκπροσωπούμενη όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" νομίμως εκπροσωπούμενης με έδρα την …, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτρη Καρατζά, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 631/2007 μη οριστική και 3154/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7091/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 13-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας από την οποία προκαλείται βλάβη του σώματος ή της υγείας του παθόντος προσώπου, παρέχεται η δυνατότητα στον τελευταίο να ζητήσει τα νοσήλια ως και την πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού, ακόμα δε και να επιδιώξει την αποκατάσταση μιας τέτοιας μελλοντικής ζημίας του, έστω και αν ακόμα δεν έχει επέλθει η τελευταία και δεν έχει πληρωθεί ο ένας από τους όρους του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αρκεί να έχει τεθεί το θεμέλιο και να μη εξαρτάται παρά μόνο από περιστάσεις που με βεβαιότητα θα προκύψουν στο μέλλον (ΑΠ 625/2010). Ακόμα κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι ή αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό -οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί (ΑΠ 1051/2012, 1958/2009, 1432/2009 και 1174/2009). Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 765/2007, 670/2006). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παράλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή συνοδευόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. Α.Π. 18/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια της περιπτώσεως με το αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι, όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται με σαφήνεια. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοούνται μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά νομικά επιχειρήματα που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 625/2010). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει στο παραδεκτά επισκοπούμενο από το δικαστήριο αυτό (κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) δικόγραφο της από 27-6-2006 ένδικης αγωγής, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα για τη θεμελίωση της αξίωσής της για την επιδίκαση σ' αυτήν του ποσού των 30.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ λόγω του τραυματισμού της στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα "το πάσχον αριστερό σκέλος της παρουσιάζει μειωμένη λειτουργικότητα, το οποίο συνιστά μόνιμη μερική αναπηρία της. Η μόνιμη αυτή αναπηρία της την καθιστά περιορισμένης λειτουργικότητας, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το οικονομικό και κοινωνικό της μέλλον, αφού της δημιουργεί μόνιμα αισθήματα μειονεξίας απέναντι στους άλλους. Εξαιτίας της μόνιμης αναπηρίας της δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της ως οικοκυρά, δηλαδή να εκτελεί τις οικιακές εργασία που εκτελούσε πριν το ατύχημα, αισθάνεται άχρηστη, έχει νεύρα τεντωμένα και ψυχολογικά προβλήματα. Αισθάνεται μειονεκτικά στις κοινωνικές της συναναστροφές και έχει κλεισθεί στον εαυτό της. Δεν μπορεί λόγω της άνω αναπηρίας της όχι μόνο να κάνει τις εργασίες της, αλλά ούτε να κάνει έναν περίπατο και να σταθεί όρθια". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο το σχετικό λόγο της έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει νόμιμο το εν λόγω αίτημα της ενάγουσας και είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμο (για το ποσό των 10.000 ευρώ), έκρινε αυτό (Εφετείο), ότι το αίτημα αυτό της αγωγής είναι απορριπτέο ως αόριστο, αναφέροντας κατά λέξη "υπό τα περιστατικά που προεκτέθηκαν δεν μπορεί να θεμελιώσει απαίτηση για την καταβολή αποζημίωσης δυνάμει της άνω διάταξης (931), διότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν περιστατικά πέραν εκείνων που θεμελιώνουν αξίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 932, 929 ΑΚ. Δεν εκτίθεται πια είναι η επίπτωση στην κοινωνική της ζωή και πως θα επηρεαστεί το οικονομικό της μέλλον από την επικαλούμενη αναπηρία της. Τα εκτιθέμενα δε από αυτήν ως επιπτώσεις και συνέπειες της αναπηρίας της αποτελούν περιστατικά με τα οποία μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση αποζημίωσης κατά τα άρθρα 932 και 929 ΑΚ και όχι εκ του άρθρου 931". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης της ενάγουσας κατ' άρθρο 931 ΑΚ και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς τα λοιπά αιτήματά της (για το ποσό των 59.250 ευρώ). Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το αίτημα αποζημίωσης της ενάγουσας κατ' άρθρο 931 ΑΚ, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη διάταξη του Αστικού Κώδικα, καθόσον για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητας σε αναφορά μόνο με τον παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 931 ΑΚ), αξίωσε κατά τα προαναφερόμενα περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του σχετικού αγωγικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 18/1998). Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, εκτός άλλων, τα ακόλουθα όσον αφορά το αγωγικό αίτημα της επιδίκασης σ' αυτήν (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) "πλασματικής δαπάνης οικιακής βοηθού" για το χρονικό διάστημα από 17-3-2004 και μέχρι την 31-12-2030, με διάκριση αυτής για συνεχόμενα μικρότερα χρονικά διαστήματα: "Η ενάγουσα κατά την διάρκεια παραμονής στο άνω νοσοκομείο, δηλαδή για χρονικό διάστημα 23 ημερών συνολικά, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, συνέπεια του άνω τραυματισμού της και είχε ανάγκη βοηθείας τρίτου προσώπου. Τις υπηρεσίες αυτές τις προσέφεραν εκ περιτροπής η κόρη της Μ. Π. και ο γαμπρός της. Αν τις υπηρεσίες αυτές δεν τις προσέφεραν τα συγγενικά της αυτά πρόσωπα θα είχε αναγκαστεί να προσλάβει τρίτο πρόσωπο, στο οποίο θα κατέβαλε ποσό 50 ευρώ ημερησίως, για να της παράσχουν τις υπηρεσίες που κάλυψε με τα συγγενικά της πρόσωπα, τα οποία σημειώνεται ότι δεν έχουν εξειδικευμένες γνώσεις αποκλειστικής νοσοκόμου, θα κατέβαλε δε η ενάγουσα το συνολικό ποσό των [23X50=] 1.150 ευρώ ποσό το οποίο πρέπει να της επιδικασθεί ως αποζημίωση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και μετά την έξοδο της από τα άνω νοσοκομεία, για το χρονικό διάστημα από 17-8-2004 μέχρι 25-11-2004 και από 2-12-2004 μέχρι 2-1-2005 δεν μπορούσε επίσης να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε την ανάγκη βοηθείας τρίτου για να την περιποιείται και να την φροντίζει. Στη συνέχεια άρχισε μεν να αυτοεξυπηρετείται, αλλά για το χρονικό διάστημα από 2-1-2005 μέχρι 2-6-2005 είχε ανάγκη βοηθείας τρίτου προσώπου για να ασχολείται με τις οικιακές εργασίες της, την περιποίηση του οίκου της την παρασκευή φαγητού, που αδυνατούσε να εκτελεί αυτή. Τις υπηρεσίες αυτές κάλυπτε για το χρονικό αυτό διάστημα η άνω κόρη της και γαμπρός της. Αν τις υπηρεσίες αυτές δεν τις παρείχαν οι ανωτέρω θα είχε αναγκαστεί αυτή να προσλάβει τρίτο πρόσωπο και θα κατέβαλε ποσό 900 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το πρώτο διάστημα ποσό (900X4] μήνες (ως αιτείται) = 3600 ευρώ και για το δεύτερο χρονικό διάστημα διάρκειας ποσό [900X5=] 4500 ευρώ. Συνολικά δε θα είχε καταβάλει αυτή ποσό [3600+ 4500=] 8100. Η ενάγουσα μετά το άνω χρονικό διάστημα είχε την δυνατότητα να αυτοεξυπηρετείται, να καλύπτει τις ατομικές τις ανάγκες και να ασχολείται με τις οικιακές τις εργασίες, έστω και με κάποια δυσκολία... Ενισχυτικό του ότι η ενάγουσα μετά τις 2-6-2005 δεν είχε ανάγκη βοηθείας τρίτου προσώπου, είναι το γεγονός ότι αυτή είχε εγείρει προηγούμενη αγωγή της από το δικόγραφο της οποίας στη συνέχεια παραιτήθηκε, με την οποία ισχυριζόταν ότι από 2-1-2005 άρχισε να αυτοεξυπηρετείται και ότι συνέχισε να είναι ανίκανη μέχρι 2-6-2005, δηλαδή για συνολικά εννέα μήνες, όπως στην αγωγή εκείνη ανέφερε. Αν η ενάγουσα εξακολουθούσε να έχει ανάγκη βοηθείας τρίτου προσώπου δεν δικαιολογείται πως ανέφερε στην αγωγή εκείνη ότι η ανάγκη αυτή έφθανε μέχρι 2-6-2005, αφού η αγωγή συντάχθηκε έξι περίπου μήνες μετά. Επομένως τα κονδύλια της αγωγής που αφορούν καταβολή αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα μετά τις 2-6-2005 και εντεύθεν είτε αφορούν αποζημίωση για μελλοντική δαπάνη είτε αποζημίωση για προηγούμενο της ασκήσεως της αγωγής χρονικό διάστημα είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Το συνολικό, επομένως, ποσό το οποίο πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα ως αποζημίωση της για την άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των [3600+4500=] 8100 ευρώ, το οποίο και πρέπει να της επιδικασθεί ως αποζημίωση". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές και ενόψει του ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της είχε επιδικάσει για την ίδια αιτία το συνολικό ποσό των 907.398,92 (26.750 + 880.648,92) ευρώ, δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση, της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή συμπεριλαμβάνοντας στο επιδικαζόμενο χρηματικό ποσό των 59.250 ευρώ για την ως άνω αιτία μόνο το ποσό των 8.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ' ουσία, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το παραπάνω αγωγικό αίτημα για επιδίκαση ως αποζημίωσης πλασματικής δαπάνης οικιακής βοηθού στην ενάγουσα για το μέχρι τις 31-12-2030 χρονικό διάστημα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και έτσι δεν στέρησε αυτήν (απόφαση) νόμιμης βάσης. Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ που αποδίδεται με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία. Μετά από όλα τα προεκτιθέμενα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που γίνεται δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης (παραδοχή ως νομίμου του αγωγικού αιτήματος αποζημίωσης της ενάγουσας κατ' άρθρο 931 ΑΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Αντίθετα πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά μέρη της ως αβάσιμη. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη κατά ένα μέρος στα μερικά δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 178 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7091/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ