Αριθμός 202/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Σφήκα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4001/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 417/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε Εισαγγελική Αρχή ή Κι στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρ. 465, 473 και 474 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρ. 255 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα αδυνατεί ο δικαιούμενος να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει στην περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανωτέρας βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο (ΟλΑΠ 15/1987, ΑΠ 544/2009, ΑΠ 1510/2008). Όμως, στην έννοια της ανωτέρας βίας δεν περιλαμβάνεται η από αμέλεια ή από άγνοια των σχετικών δικονομικών διατάξεων μη άσκηση του ένδικου μέσου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 4001/2012 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό 891 από 25-01-2011, έφεση της εκκαλούσας-κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 19445 από 15-02-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Από την αντίστοιχη, σχετική, κατά τα άνω εκτεθέντα, έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, αναφέρει στην έφεσή της, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτή έχει γνωστή διαμονή, χωρίς όμως να αναφέρει παντελώς, τον τόπο της ¨γνωστής¨ διαμονής της. Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτήν της άνω εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτήν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει επίσης στην άνω έφεσή της, αν τη φερόμενη από αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία της, την οποία δεν αναφέρει είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενη απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας της ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά λέξη τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικ. με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως του. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, το χρόνο της άσκησης της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερα προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν με την έφεση προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερη βία, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία ασκήσεώς της (άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει υποχρεωτικά να υποβάλλονται με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης υποχρεωτικά πρέπει να προβάλλεται με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ω αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας δικαιολογούντα το εκπρόθεσμο της άσκησης της εφέσεώς του. Αν με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως ακόμη και σε άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στη περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενοι στη διάταξη του άρθρου 156 παρ 1. εδ. α του ΚΠΔ προσώπων, προς τον Δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο Δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ. Τόπος δε της κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που έχει τυχόν ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί σ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται αυτός που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση (βλ. ΑΠ 513/2011 δημ/ση ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με όσα ισχυρίσθηκε ο συνήγορος της εκκαλούσας - κατηγορουμένης, προκύπτουν τα εξής: Με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 19445/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 25 παρ. 1 στοιχ. γ' του ν. 1882/1990 σε συνδ. με άρθρο 34 παρ. 1γ' του ν. 3220/2004). Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 18-5-2008 ως αγνώστου διαμονής (βλ. το από 18-5-2008 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα του Α.Τ. Εξαρχείων, ...) και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 25-1-2011 (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 891/25-1-2011 έκθεση έφεσης), δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρο 473 παρ. 1 εδ β' του ΚΠΔ. Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης ισχυρίζεται στη σχετική έκθεση επί λέξει ότι "... ουδέποτε έλαβα γνώση της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά και των κλήσεων για το Δικαστήριο και ενημερώθηκα από το Α.Τ. Εξαρχείων προ τριών ημερών είμαι δε γνωστής διαμονής", ήτοι προβάλλει, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη με την έφεσή της ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής. Ωστόσο, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι νομίμως επιδόθηκε στην εκκαλούσα - κατηγορουμένη η εκκαλούμενη απόφαση ως αγνώστου διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση από το διενεργήσαν την επίδοση αστυνομικό όργανο των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1α του ΚΠΔ στην επί της οδού ... αριθ. 10 τελευταία γνωστή διαμονή αυτής (κατηγορούμενης) στην Εισαγγελική Αρχή, η οποία προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα αναγραφόταν στη αίτηση ποινικής δίωξης - μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, εν όψει του ότι η ίδια δεν είχε απολογηθεί κατά την προανάκριση. Σημειώνεται ότι η επικαλούμενη από την κατηγορουμένη διεύθυνση επί της οδού ... στην Αθήνα, δεν ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο επίδοσης (18-5-2008) γνωστή στην Εισαγγελική αρχή που την παρήγγειλε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, πρέπει δε να καταδικαστεί η κατηγορουμένη στα έξοδα της δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεσή της ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά, ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής της μίσθιας κατοικίας, στην οδό ..., αρ. 10 στην Αθήνα που διατηρούσε γραφείο η εταιρία και αναφέρεται στην παραδεκτώς αναγνωρισθείσα αίτηση ποινικής διώξεως του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΓΕ Αθηνών, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (αρ. πρωτ. 2662/10-1-2005) ενώ δεν έχει εμφανιστεί κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, ώστε η κατηγορούμενη να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ την κατοικία της. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι η κατηγορούμενη αναζητήθηκε στο κατάστημα της εταιρίας αντί της κατοικίας της και ως μη ανευρεθείσα, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου Αθηνών, χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτή και στην κατοικία της, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι η αναζητούμενη στην κατοικία της κατηγορούμενη, στη τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής εγκαταστάσεώς της δε βρέθηκε εκεί αυτή ή κάποιο από τα αναφερόμενα στη παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία της και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας της και επομένως η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει και αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Μαρτίου 2012 (υπ' αριθμ. 31/12 ενώπιον του γραμματέα του Πλημ/κείου Αθηνών) αίτηση της Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 4001/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ