Αριθμός 1528/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηρόδρομων Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημάκη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " …" που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιανο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2006 και 5-2-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3690/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5524/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 4-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5524/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 10-12-2008 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 3690/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Με την τελευταία είχαν απορριφθεί ως, ουσιαστικά αβάσιμες οι από 15-5-2006 και από 5-2-2007 αγωγές της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Οργανισμού για την καταβολή του ^ τιμήματος κατασκευής και πωλήσεως επιβαταμαξών. Διακράτησε δε το Εφετείο την υπόθεση και δέχθηκε τις αγωγές και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει στην αναιρεσίβλητη 1.966.770,28 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της πρώτης αγωγής και 288.873,62 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της δεύτερης αγωγής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Οργανισμός με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεώς του προβάλλει (κατά την εκτίμηση του τμηματικού τους περιεχομένου ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 του ΑΚ). Συγκεκριμένα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει, τι ακριβώς θέλησαν οι συμβαλλόμενοι στις δυο συμβάσεις κατασκευής και προμήθειας επιβαταμαξών με τη χρήση του δείκτη Μ στον μαθηματικό τύπο αναπροσαρμογής του τιμήματος πωλήσεως τούτων, όπου ο δείκτης αυτός αποτύπωνε την τιμή του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων του Ι.Κ.Α. Βιομηχανίας Κατασκευής Μεταφορικών Μέσων κατά τον εκάστοτε χρόνο καταβολής του επιμέρους τιμήματος, και ειδικότερα, αν οι διάδικοι θέλησαν μια "δειγματοληπτική", και συνεπώς μια μη πλήρη αναπροσαρμογή του τιμήματος με βάση ένα δειγματοληπτικό δελτίο του Ι.Κ.Α., ή αν θέλησαν μια πλήρη αναπροσαρμογή με βάση ένα πλήρες στατιστικό δελτίο του Ι.Κ.Α., με αποτέλεσμα να περιλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που είχε ουσιώδη επίδραση στην έρευνα του αιτήματος αμφοτέρων των αγωγών. Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων Οργανισμός επικαλείται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του για πλασματική αναπροσαρμογή των συμβάσεων, που δεν θα στοχεύει στην απόληψη της πραγματικής αυξήσεως των ημερομισθίων, με το αιτιολογικό ότι ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το σαφές περιεχόμενο του άρθρου 7 των συμβάσεων, που περιλαμβάνει τον επίμαχο δείκτη Μ, όπως αυτός εκτέθηκε παραπάνω, χωρίς να εξηγεί στην απόφαση του, ποιο ήταν το σαφές περιεχόμενο του άρθρου 7, ούτε αν αυτό προσδιορίζει συμβατική βούληση αυτών για πλήρη αναπροσαρμογή, συμπέρασμα στο οποίο για να καταλήξει το Εφετείο προχώρησε σε ερμηνεία των συμβάσεων, παραβιάζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ενώ με το δεύτερο σκέλος του επικαλείται ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό για ηθελημένη πλασματική αναπροσαρμογή ως αντίθετο με το άρθρο 7 των συμβάσεων, χωρίς να παραθέσει περιστατικά που να καταδεικνύουν αυτή τη σαφήνεια, αφού μόνη η σαφήνεια του μαθηματικού τύπου δεν αποδίδει και σαφήνεια συμβατικής βουλήσεως. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ζήτημα τούτο, τα ακόλουθα: "Η κοινοπραξία με την επωνυμία... αποτελούμενη από δύο εταιρείες, η πρώτη από τις οποίες η εκκαλούσα ... κατάρτισε με την εφεσίβλητη τις ακόλουθες δύο έγγραφες συμβάσεις. ... Συμφωνήθηκε ρητώς μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η εφεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει ξεχωριστά σε καθένα από τα μέλη της αντισυμβαλλομένης της κοινοπραξίας επιμεριζόμενο τίμημα και ότι το προσωρινό βασικό τίμημα, που αντιστοιχεί στην εκκαλούσα για την εκτέλεση της πρώτης ... των άνω συμβάσεων ανέρχεται σε ...375.238,15 Ευρώ για κάθε επιβατάμαξα, ενώ της δεύτερης... των άνω συμβάσεων ανέρχεται σε ...104.475,42 Ευρώ για κάθε επιβατάμαξα... Εξάλλου, με τις ίδιες ως άνω συμβάσεις, συμφωνήθηκε...ότι τόσο το προσωρινό όσο και το οριστικό βασικό τίμημα, αναπροσαρμόζεται, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 7 αμφοτέρων των συμβάσεων... Σύμφωνα με το άνω άρθρο 7 των συμβάσεων, το προσωρινό, αλλά και το οριστικό τίμημα, που αντιστοιχούσε στην εκκαλούσα, θα αναπροσαρμοζόταν, με βάση τον τύπο: Χ - Χο (0,09 + 0,24Μ /Μ Ο + 0,02Ε/Εο + 0,65Π/Πο), όπου Χ είναι η αναπροσαρμοσμένη τιμή μονάδος του προϊόντος, Χο η συμβατική τιμή με βάση τον Αύγουστο του 1997 για την 41β/22.12.1997 σύμβαση και τον Οκτώβριο του 1997 για την 37β/22.12.1997 σύμβαση, 0,09 το αμετάβλητο μέρος της συμβατικής τιμής, 0,24 ο συντελεστής συμμετοχής των εργατικών, Μ η τιμή του Γενικού Δείκτη Μέσων Ημερομισθίων του ΙΚΑ Βιομηχανίας Κατασκευής Μεταφορικών Μέσων κατά το χρόνο πραγματοποίησης κάθε καταβολής, Μο η ανωτέρω τιμή (του Γενικού Δείκτη Μέσων Ημερομισθίων του ΙΚΑ Βιομηχανίας Κατασκευής Μεταφορικών Μέσων δηλαδή), κατά τον Αύγουστο του 1997 για την 41 β/1997 σύμβαση και, κατά τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, για την 37β/1997 σύμβαση... Από το άνω σαφές κατηγορηματικό και πλήρες (και συνεπώς ανεπίδεκτο ερμηνείας με εφαρμογή των άρθρων 173, 200 ΑΚ - ΑΠ 128/2009, 215/2009, 222/2009, 477/2007: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών: ΝΟΜΟΣ) περιεχόμενο του άρθρου 7 των πιο πάνω συμβάσεων, αποδεικνύεται, πέρα πάσης αμφιβολίας, ότι οι συμβαλλόμενες συμφώνησαν η αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου στην εκκαλούσα τιμήματος να γίνεται με εφαρμογή του ανωτέρω απολύτως συγκεκριμένου μαθηματικού τύπου, ότι στον εν λόγω τύπο, μεταξύ άλλων, πολλαπλασιάζεται ο αριθμός 0,24 με το κλάσμα Μ/Μο και ότι το Μ (ο αριθμητής δηλαδή του κλάσματος), αντιστοιχεί στην τιμή του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων του ΙΚΑ, στον τομέα βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων, κατά τους χρόνους παράδοσης των επιβαταμαξών και καταβολής του τιμήματος, ενώ το Μο (ο παρονομαστής του ίδιου κλάσματος δηλαδή) είναι σταθερός, αφού αντιστοιχεί στη τιμή του ίδιου δείκτη, του Αυγούστου του 1997 (για την 41 β/1997 σύμβαση) και του Οκτωβρίου του 1997 για την 37β/1997 σύμβαση, όπως οι πιο πάνω τιμές καθορίζονται από το ΙΚΑ. Μέχρι την 1.1.2002, η άνω τιμή του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων του ΙΚΑ του τομέα βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων προέκυπτε από ένα εκδιδόμενο ανά δίμηνο, από τη Διεύθυνση Αναλογιστικών Μελετών και Στατιστικής του ΙΚΑ, δελτίο, με τίτλο "Δελτίο Δεικτών Ημερομισθίων". Ο τρόπος υπολογισμού του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων, που βασιζόταν στο άνω δελτίο, ήταν εντελώς δειγματοληπτικός και βασιζόταν σε στοιχεία που υπέβαλε μικρός αριθμός επιχειρήσεων της Αττικής και Θεσσαλονίκης μόνο, τα οποία αφορούσαν πλήρη και μερική απασχόληση. Από 1.1.2002, όμως, όταν πλέον ολοκληρώθηκε η μηχανοργάνωση της άνω Διεύθυνσης του ΙΚΑ, αυτή έπαψε να εκδίδει το άνω διμηνιαίο δελτίο, το οποίο αντικατέστησε με το μηνιαίο υπό τον τίτλο "Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Απασχόλησης". Τα στοιχεία, που περιλαμβάνονται στο εν λόγω νέο δελτίο αποτυπώνουν με ακρίβεια το μέσο ημερομίσθιο των εργαζομένων κάθε οικονομικού κλάδου, όπως δεν αμφισβητεί και η εκκαλούσα, πέραν του ότι αποδείχθηκαν και από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου, αποδεικτικών στοιχείων. Από τα ίδια, εξάλλου, στοιχεία, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα παρέδωσε στην εφεσίβλητη τις 79 επιβατάμαξες, που περιλαμβάνονται στη σύμβαση 41β/22.12.1997, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι τον Απρίλιο του 2005, και τις 42 επιβατάμαξες, που περιλαμβάνονται στη σύμβαση 37β/22.12.1997, κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2002 μέχρι τον Νοέμβριο του 2004. Η εκκαλούσα, κατά τα συμφωνηθέντα με την εφεσίβλητη, για κάθε επιβατάμαξα, που της παρέδιδε, εξέδιδε και το σχετικό τιμολόγιο, στο οποίο ανέγραφε και το τίμημα αυτής, αναπροσαρμοσμένο βεβαίως, με βάση τον προαναφερόμενο μαθηματικό τύπο. Μεταξύ άλλων δε, ως αριθμητή του κλάσματος Μ/Μο, που πολλαπλασίαζε με τον συντελεστή 0,24 της συμμετοχής των εργατικών, δηλαδή στην αναπροσαρμογή έθετε τη τιμή του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων του ΙΚΑ, του τομέα βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων, όπως αυτός διαμορφωνόταν, κάθε φορά, κατά το χρόνο της παράδοσης κάθε επιβατάμαξας και, συνεπώς, πληρωμής, και ως παρονομαστή, την τιμή του ιδίου γενικού δείκτη, η οποία ήταν σταθερή, αφού κατά τα συμβατικώς προβλεπόμενα, για μεν την 41 β/1997 σύμβαση, αντιστοιχούσε στα ημερομίσθια του Αυγούστου του 1997, για δε την 37β/1997 σύμβαση, αντιστοιχούσε στα ημερομίσθια του Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Ως πηγή εύρεσης των άνω τιμών, η εκκαλούσα χρησιμοποιούσε τα σχετικά δελτία του ΙΚΑ, όπως ρητώς και ευθέως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Έτσι, ως αριθμητή έθετε την τιμή, που αναφερόταν στο "Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Απασχόλησης" , που η άνω αρμοδία Υπηρεσία του ΙΚΑ εξέδιδε από 1.1.2002, κατά τον αντίστοιχο χρόνο παράδοσης κάθε επιβατάμαξας, ενώ ως παρονομαστή της γνωστή άλλωστε στους διαδίκους, κατά τη σύναψη των συμβάσεων (τον Δεκέμβριο του 1997), τιμή του μέσου ημερομισθίου του ΙΚΑ του Αυγούστου του 1997 για την πρώτη σύμβαση και του Οκτωβρίου του 1997 για την δεύτερη και η οποία, σύμφωνα με το τότε εκδιδόμενο διμηνιαίο "Λελτίο Λεικτών Ημερομισθίων", ανερχόταν στα ποσά των 10.082,79 δραχμών και ήδη 29,59 Ευρώ και 10.167,98 δραχμών και ήδη 29,84 Ευρώ, αντίστοιχα. Η εφεσίβλητη όμως, τον Ιούνιο του 2004 επέστρεψε στην εκκαλούσα όλα τα τιμολόγια, που η τελευταία είχε εκδώσει μέχρι τότε και των δύο συμβάσεων, και αρνήθηκε να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτά ποσά, όπως ηρνείτο και στη συνέχεια να το πράξει, σε όλη τη διάρκεια της παράδοσης των επιβαταμαξών, την οποία η εκκαλούσα πραγματοποίησε προσηκόντως και εμπροθέσμως και η οποία ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2005 για την πρώτη και τον Νοέμβριο του 2004 για τη δεύτερη των άνω συμβάσεων, όπως και η ίδια (εφεσίβλητη) δεν αρνείται. Το υποστηριζόμενο από την τελευταία, το οποίο αποτελεί και την ένδικη διαφορά τους, είναι, ότι, αφού άλλαξε από 1.1.2002, ο τρόπος υπολογισμού από το ΙΚΑ του μέσου ημερομισθίου αυτού, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατόν ο παρονομαστής Μο του άνω κλάσματος, με τον οποίο συμμετέχουν τα εργατικά στην αναπροσαρμογή του συμβατικώς καθορισθέντος τιμήματος, να ανέλθει στα άνω ποσά, επειδή αυτά είχαν υπολογισθεί με το παλαιό, ισχύοντα μέχρι 31.12.2001, τρόπο. Πρέπει, επομένως, πάντα κατά τα υποστηριζόμενα από την εφεσίβλητη, να γίνει αναγωγή ("αντιστοίχιση" κατά τη φρασεολογία αυτής) των πιο πάνω ποσών στα νέα δεδομένα, ήτοι στα ποσά που αναφέρονται στο νέο εκδιδόμενο "Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Απασχόλησης" του ΙΚΑ. Έτσι, στηριζόμενη, η εφεσίβλητη στο ότι η αρμόδια υπηρεσία αυτού, προκειμένου να "διευκολύνει τους αποδέκτες του παλαιού δείκτη ημερομισθίων για μετάβαση από τα παλαιά μεγέθη στα νέα", εξέδωσε για τον μήνα Ιανουάριο του 2002 μόνο ένα δελτίο, στο οποίο υπολόγιζε τα μέσα ημερομίσθια και με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (βλ. αυτό όπως και το με αρ. πρωτ. Γ7172/8.4.2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Αναλογιστικών Μελετών και Στατιστικής του ΙΚΑ), προέβη στον ακόλουθο υπολογισμό του παρονομαστή Μο: Συγκεκριμένα, εφαρμόζοντας απλή μέθοδο των τριών και με δεδομένο (προερχόμενο από το άνω δελτίο του ΙΚΑ) ότι ο δείκτης του Ιανουαρίου του 2002, που με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού είναι 36,18 Ευρώ και με το νέο αντιστοιχεί σε 45,16 Ευρώ, υπολογίζει ότι ο παρονομαστής του ενδιαφέροντος εν προκειμένου κλάσματος (Μο), που απεικονίζει τον δείκτη μέσων ημερομισθίων των μηνών Αυγούστου και Οκτωβρίου του 1997, υπολογιζόμενος με την τότε ισχύουσα παλαιά μέθοδο, πρέπει να ανέλθει σε διαφορετικά από τα προαναφερόμενα ποσά, ήτοι σ' αυτά των 36,93 και 37,25 Ευρώ, αντίστοιχα. Δηλαδή, αφού ο παλαιός δείκτης του Ιανουαρίου 2002, που είναι 36,18, αντιστοιχεί στο νέο σε 45,16 Ευρώ, ο παλαιός δείκτης του Αυγούστου του 1997, που είναι 29,59 Ευρώ, αντιστοιχεί σε Χ νέο ποσό όπου Χ = 45,16 Χ 29,59/ 36,18 = 36,93 και με όμοιο υπολογισμό για τον Οκτώβριο του 1997, Χ = 45,16 Χ 39,04/36,18 = 37,25 (αφού ο παλαιός δείκτης του Οκτωβρίου του 1997 είναι 29,84 Ευρώ). Κατ' αυτό τον τρόπο η εφεσίβλητη αντικατέστησε τα ποσά του παρονομαστή Μο του άνω κλάσματος από 29,59 στην 41β/1997 σύμβαση, σε 36,93 Ευρώ και από 29,84 στην 37β/1997 σύμβαση σε 37,25 Ευρώ. Έτσι, αφού έθεσε μεγαλύτερο παρονομαστή στο κλάσμα Μ/Μο, με το οποίο συμμετείχε, κατά 24%, το κόστος των εργατικών στην αναπροσαρμογή του οφειλομένου απ' αυτή στην εκκαλούσα τιμήματος, μειώθηκε το με βάση τον άνω υπολογισμό εξαγόμενο ποσό. Η χρήση και εφαρμογή του άνω τροποποιημένου κλάσματος όμως από την εφεσίβλητη είναι παντελώς αυθαίρετη και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το σαφές περιεχόμενο του άρθρου 7 των άνω συμβάσεων και ειδικότερα, με τον απολύτως συγκεκριμένο και λεπτομερώς αναλυόμενο μαθηματικό τύπο, βάσει του οποίου οι διάδικοι συμφώνησαν να προβαίνουν στην αναπροσαρμογή της συμβατικής τιμής κάθε επιβατάμαξας, του Αυγούστου του 1997, για την πρώτη σύμβαση και του Οκτωβρίου του 1997 για την δεύτερη. Το ότι πράγματι άλλαξε από 1.1.2002 ο τρόπος υπολογισμού των ημερομισθίων από την αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ, με την έννοια πως χρησιμοποιήθηκε όχι "διαφορετικό" δείγμα επιχειρήσεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εφεσίβλητη, αλλά το ίδιο δείγμα από όλες πλέον τις επιχειρήσεις, με συνέπεια την αποτύπωση του πραγματικού (σε σύγκριση με του παλαιού στατιστικού) μέσου ημερομισθίου του συγκεκριμένου τομέα (όπως δεν αμφισβητεί και η τελευταία), δεν καθιστά αυτονόητα επιβεβλημένη την αυθαίρετη τροποποίηση του άνω μαθηματικού τύπου, διότι άλλως "είναι σαν να συγκρίνουμε μήλα με πορτοκάλια'', όπως και με νομικά αδόκιμο τρόπο η ίδια ισχυρίζεται. Κι αυτό γιατί, δεν υφίσταται ζήτημα σύγκρισης ή αντιστοίχισης, αλλά συμφωνίας των διαδίκων για συγκεκριμένο περιεχόμενο των συντελεστών του συμβατικού προβλεπόμενου κλάσματος (Μ/Μο ), οι οποίοι απεικονίζουν παραγωγικά - οικονομικά μεγέθη. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από: 1) το με αρ. πρωτ. Γ99158/20.10.2003 έγγραφο της προαναφερόμενης Υπηρεσίας του ΙΚΑ. Με το εν λόγω έγγραφο η Υπηρεσία αυτή του ΙΚΑ, απαντώντας στα με αρ. πρωτ. 2600236/15.9.2003 και 2600492/8.10.2003 έγγραφα τις εφεσίβλητης, με τα οποία η τελευταία της ζητούσε πληροφορίες μεταξύ άλλων, και για τον τρόπο μετάβασης από τον παλαιό τρόπο υπολογισμού των ημερομισθίων στον νέο, αφού εκθέτει ότι το δελτίο με στοιχεία απασχόλησης με την ονομασία "Δείκτες Ημερομισθίων", που εξέδιδε μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2001, προερχόταν από 100 επιχειρήσεις της περιοχής Αττικής και 24 επιχειρήσεις της περιοχής Θεσσαλονίκης και αφορούσαν σε πλήρη και μερική απασχόληση, ενώ στο δημοσιευόμενο από τον Ιανουάριο του 2002 "Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Απασχόλησης", τα στοιχεία προέρχονται από όλες τις επιχειρήσεις της χώρας και αφορούν τους εργαζόμενους με πλήρη απασχόληση, καταλήγει με την επισήμανση ότι δεν μπορούν να θεωρήσουν ότι υπάρχει αντιστοιχία και κατά συνέπεια, συνέχεια των τιμών των μεγεθών για τα έτη 2001 και 2002 και ότι ο υπολογισμός της εφεσίβλητης με την ήδη προαναφερόμενη μέθοδο των τριών (για την αντιστοίχιση του μέσου ημερομισθίου του Αυγούστου και Οκτωβρίου του 1997 στο νέο τρόπο υπολογισμού), είναι ' 'μαθηματικώς'' σωστός...Όλα τα ανωτέρω, δεν αλλάζουν ότι οι συμβαλλόμενες των επιδίκων συμβάσεων, είχαν συμφωνήσει, όπως αδιάστικτα συνάγεται από το σαφές περιεχόμενο του άρθρου 7 αυτών, ο συντελεστής Μο στον μαθηματικό τύπο 0,24 Χ Μ/Μο , να είναι το γνωστό σ' αυτές, κατά τη σύναψη των συμβάσεων, σταθερό και συγκεκριμένο μέγεθος του γενικού δείκτη των μέσων ημερομισθίων του ΙΚΑ στον προαναφερόμενο τομέα του Αυγούστου και Οκτωβρίου του 1997, όπως είχε εξαχθεί από το σχετικό δελτίο του ΙΚΑ, το οποίο τότε κυκλοφορούσε (ήτοι 29,59 και 29,84 Ευρώ αντίστοιχα), ενώ ο συντελεστής Μ να είναι κυμαινόμενο μέγεθος, που θα υποδεικνύει τον ίδιο δείκτη, κατά το χρόνο παράδοσης κάθε επιβατάμαξας, όπως αυτό θα εξάγεται από τα στοιχεία του ΙΚΑ του ίδιου χρονικού σημείου. Αν οι συμβαλλόμενες ήθελαν οιαδήποτε αναγωγή μεταξύ των άνω μεγεθών ή αντιστοίχιση αυτών ή εξάρτηση τους από τα προβλεπόμενα με τις Γενικές Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ημερομίσθια, θα το ανέφεραν στον έγγραφο συμβατικώς προβλεπόμενο τύπο αναπροσαρμογής του τιμήματος, πολύ περισσότερο δε θα το διετύπωναν στο Παράρτημα Ι των συμβάσεων, που υπέγραψαν στις 5.9.2003, όταν δηλαδή είχε ήδη προ πολλού επέλθει η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού του ημερομισθίου του ΙΚΑ, κάτι που δεν έπραξαν. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η εφεσίβλητη, καίτοι και η ίδια αποδέχεται πως οι συμβάσεις είναι σαφείς και δεν επιδέχονται ερμηνείας με εφαρμογή των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εντελώς αβάσιμα υποστηρίζει, ότι αυτό, που συμφώνησαν οι συμβαλλόμενες, ήταν να είναι πλασματική η αναπροσαρμογή των συμβάσεων και να μη στοχεύει στην απόληψη της πραγματικής αύξησης των ημερομισθίων. Το ανωτέρω είναι εντελώς αβάσιμο και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το σαφές περιεχόμενο του άρθρου 7 των συμβάσεων, το οποίο η εφεσίβλητη αποδίδει παραποιημένο ..." Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι με τις συμβάσεις αυτές συμφωνήθηκε η αναπροσαρμογή του τιμήματος των επιβαταμαξών με βάση τον παρατιθέμενο στην απόφαση μαθηματικό τύπο, συνιστώσα του οποίου μεταξύ των άλλων είναι και το κλάσμα Μ/Μο, όπου ο αριθμητής Μ είναι η τιμή του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων του Ι.Κ.Α. Βιομηχανίας Κατασκευής Μεταφορικών Μέσων κατά το χρόνο καταβολής του τιμήματος και ο παρονομαστής Μο είναι η τιμή του ίδιου δείκτη κατά μήνα Αύγουστο 1997 για την πρώτη σύμβαση και κατά μήνα Οκτώβριο 1997 για τη δεύτερη σύμβαση, ενώ περαιτέρω δέχθηκε ότι οι τιμές του εν λόγω δείκτη καθορίζονταν από το Ι.Κ.Α., το οποίο μέχρι μεν τον Ιανουάριο 2002 καθόριζε τις τιμές του δείκτη αυτού με ένα διμηνιαίο δελτίο, στο οποίο ο τρόπος υπολογισμού ήταν δειγματοληπτικός με βάση στοιχεία που υπέβαλε μικρός αριθμός επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με μερική και πλήρη απασχόληση, ενώ από 1-1-2002 και εφεξής στο δελτίο αυτό ο τρόπος υπολογισμού βασιζόταν στα στοιχεία των επιχειρήσεων όλης της χώρας του τομέα αυτού και αφορούσαν εργαζομένους με πλήρη απασχόληση. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε στη συνέχεια ότι οι συμβαλλόμενοι στις δύο αυτές συμβάσεις συμφώνησαν ο παρονομαστής Μο να είναι το γνωστό σ' αυτούς κατά τη σύναψη των συμβάσεων σταθερό και συγκεκριμένο μέγεθος του γενικού δείκτη στον προαναφερόμενο τομέα κατά τα δίμηνα Αυγούστου και Οκτωβρίου 1997, ενώ ο συντελεστής Μ να είναι κυμαινόμενο μέγεθος, που θα υποδεικνύει τον ίδιο δείκτη κατά το χρόνο παραδόσεως κάθε επιβατάμαξας, όπως αυτό θα εξάγεται από τα στοιχεία του Ι.Κ.Α. κατά το ίδιο χρονικό σημείο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ανάγκης ερμηνείας των δύο συμβάσεων, και συνακόλουθα της εφαρμογής ή μη των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, Ειδικότερα δεν προσδιόρισε το Εφετείο, αν τα μέρη με τον δείκτη αυτό απέβλεψαν σε δειγματοληπτική και μη πλήρη αναπροσαρμογή ή σε πλήρη αναπροσαρμογή του τιμήματος, εξαιτίας του γεγονότος ότι αρχικά το δελτίο του Ι.Κ.Α. ήταν δειγματοληπτικό και στη συνέχεια απολύτως ακριβές. Και ναι μεν στην απόφαση γίνεται δεκτό ότι κατά τη συμφωνία τους ο επίμαχος δείκτης θα καθοριζόταν κάθε φορά από το σχετικό δελτίο του Ι.Κ.Α., πλην όμως για να θεωρηθεί δεδομένο το νόημα αυτό, θα έπρεπε εκ παραλλήλου να είχε γίνει δεκτό ότι οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν κατά τη σύναψη των συμβάσεων ότι το Ι.Κ.Α. θα άλλαζε κάποια στιγμή τη βάση δεδομένων, επί των οποίων θα υπολόγιζε το γενικό δείκτη μέσων ημερομισθίων Βιομηχανίας Κατασκευής Μεταφορικών Μέσων, και συγκεκριμένα θα έπαυε πλέον να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία μικρού αριθμού επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με μερική και πλήρη απασχόληση και έκτοτε θα βασιζόταν στα στοιχεία των επιχειρήσεων όλης της χώρας του τομέα αυτού που θα αφορούσαν εργαζομένους με πλήρη απασχόληση, παραδοχή που δεν περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα η σχετική συμφωνία των διαδίκων να χρήζει ερμηνείας, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Συγκεκριμένα, τα ερμηνευτικά ζητήματα αναφέρονται, είτε στο ποιος θα ήταν ο συντελεστής Μο κατά το χρόνο συνάψεως των συμβάσεων, αν είχε ως βάση υπολογισμού το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας στον τομέα αυτό και όχι δείγμα από μικρό αριθμό επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, είτε στο αν τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν για την αναπροσαρμογή του τιμήματος κατασκευής των επιβαταμαξών ως προς τη μεταβολή των ημερομισθίων του δείγματος των εταιρειών που περιλαμβάνονταν στο στατιστικό δελτίο του Ι.Κ.Α. και όχι στο απρόβλεπτο δείγμα του συνόλου των επιχειρήσεων της χώρας. Το Εφετείο ωστόσο απέκλεισε την ερμηνεία του άρθρου 7 των συμβάσεων αυτών, κρίνοντας ότι το περιεχόμενο του είναι σαφές, κατηγορηματικό και πλήρες, μη επιδεχόμενο ερμηνείας, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού, αν και διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παρέλειψε να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, υποπίπτοντας έτσι και στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, τυγχάνουν βάσιμοι. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5524/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ