Αριθμός 1080/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. Κ. χας Κ. Κ., κατοίκου ..., 2. Δ. Κ. συζ. Σ. Β., κατοίκου ..., 3. Κ. Κ. του Π., χας Χ. Μ., κατοίκου ... και 4. Β. Κ. του Π. ήδη συζ. Π. Α., κατοίκου ..., τις οποίες δήλωσε ότι εκπροσωπεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους ο Αλέξανδρος Στρίμπερης. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Έλλη Φιλιπποπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 2006 αγωγή των αναιρεσειουσών και την από 29 Οκτωβρίου 2007 ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5178/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1121/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26 Μαρτίου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 16 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος του, καθώς και ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της ιδίας αίτησης, διαφορετικά, αν ο πρώτος λόγος γίνει δεκτός κατά τα ως άνω μέρη του, να γίνει τότε δεκτός και κατά το πρώτο μέρος του και να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 1121/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2&4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1 εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρ. 96§1 και 3, 97§1, 104, 122§1 και 123 ΚΠολΔ, όπως το άρθρ. 96 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7§2 του ν. 3994/2011, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, που υπέγραψε για λογαριασμό του επισπεύδοντος διαδίκου την κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για τη διενέργεια της επίδοσής της στον αντίδικο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από το διάδικο που εκπροσωπεί είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, καταχωριζόμενη στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, που εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, καθιστά άκυρες τις παραπάνω πράξεις, με περαιτέρω συνέπεια να μην μπορεί να δικασθεί ερήμην ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου έγιναν, αν αυτός είναι τελικά απών στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν προκύπτει η από μέρους άλλου διαδίκου έγκυρη κλήτευσή του να παραστεί κατ' αυτή, η οποία και κηρύσσεται έτσι απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους. Δικονομικά απών είναι και ο διάδικος, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως στο δικαστήριο ή εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, στερούμενο όμως της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού κατά τη διάταξη του άρθρ. 94§1 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της αριθ. 1121/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 20.2.2012, κατά την οποία οι αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Αλέξανδρο Στριμπέρη, που επέσπευσε για λογαριασμό τους τη συζήτησή της (βλ. την υπ' αριθ. 306/12.7.2011 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κορίνθου ..., από την οποία προκύπτει ότι με παραγγελία του δικηγόρου αυτού επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση να παραστεί στη συζήτησή της). Κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 4.2.2013, κατά την οποία, όπως και πάλι προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από τον αυτό δικηγόρο, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2013 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κάβουρα-Καϊάφα. Όμως με το πληρεξούσιο αυτό μόνον η πρώτη και η τρίτη των αναιρεσειουσών όρισαν πληρεξούσιό τους το δικηγόρο Αλέξανδρο Στριμπέρη, ο οποίος συνεπώς δεν νομιμοποιείται ως πληρεξούσιος της δεύτερης και της τέταρτης των αναιρεσειουσών. Έτσι οι αναιρεσείουσες αυτές θεωρούνται δικονομικά απούσες τόσο κατά την αρχική όσο και κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του Δικαστηρίου δεν ισχύει ως κλήτευσή τους, αφού ούτε οι ίδιες επέσπευσαν έγκυρα τη συζήτησή της κατά την αρχική δικάσιμο ούτε ως προς αυτές επισπεύσθηκε έγκυρα η συζήτησή της από μέρους των λοιπών διαδίκων. Συνακόλουθα πρέπει, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26.3.2011 αίτησης των Μ. Κ.-Κ., Δ. Κ.-Β., Κ. Κ.-Μ. και Β. Κ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1121/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ