Αριθμός 545/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Χ. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ναθαναηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 284/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 16-11-2020 (με αριθ. κατάθ. 5/16-11-2020) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 207/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 284/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σερρών, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει εν προκειμένω (ως εκ του χρόνου υποβολής- καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως, στις 17-6-2015), πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 υποπαρ. Α 4 άρθρ. 2 παρ. 5 αυτού, από τη δημοσίευσή του, στις 14-8-2015) "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποιήσεως κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 71/2020). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1035/2021, ΑΠ 311/2021, ΑΠ 844/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 656/2021). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 656/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 933/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 656/2021). Εξ άλλου, με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 3 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, ορίζεται ότι "Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.....". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εισοδήματα του οφειλέτη, που πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση, είναι τα εισοδήματα, τόσο του ιδίου, όσον και της συζύγου του, κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως (ΑΠ 1687/2022, ΑΠ 977/2022, (ΑΠ 1206/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-11-2020)], η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, ΑΠ1388/2021, Α.Π. 889/2021). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 101/2022, Α.Π. 88/2022, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 1266/2020). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1313/2022, Α.Π. 168/202, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 878/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 207/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για τη διερεύνηση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη, 46 ετών, είναι άγαμη και εργάζεται ως ακτινολόγος -ραδιολόγος στο Κέντρο Υγείας Στρυμονικού Σερρών με μηνιαίο μισθό 1.149,76 ευρώ. Περαιτέρω, η αιτούσα το έτος 2009 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση εγκεφάλου -εμβολισμό σε αιμορραγικό ανεύρυσμα με τοποθέτηση ενδοαγγειακού στεντ, ενώ το καλοκαίρι του έτους 2017 διαπιστώθηκε ότι θα πρέπει να γίνει δεύτερος εμβολισμός στην αρτηρία που είχε αιμορραγήσει λόγω υποτροπής και να τοποθετηθεί νέο στεντ, οπότε υποβλήθηκε εκ νέου σε εμβολισμό, ο οποίος ήταν επιτυχής, ωστόσο ο ιατρός της συνέστησε να προβαίνει σε ετήσια διαγνωστική εξέταση - ψηφιακή αγγειογραφία, για την οποία απαιτείται το ποσό των 1.200,00 ευρώ. Τα δε ετήσια εισοδήματα της αιτούσας ανήλθαν κατά το έτος 2016 στο ποσό των 15.209,28 ευρώ, ήτοι 1.267,44 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2015 στο ποσό των 15.165,51 ευρώ, ήτοι 1.263,79 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2014 στο ποσό των 15.197,17 ευρώ, ήτοι 1.266.43 ευρώ μηνιαίως, το 2013 στο ποσό των 14.900,49 ευρώ, ήτοι 1.241,70 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2012 στο ποσό των 15.110,70 ευρώ, ήτοι 1.259,22 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2011 στο ποσό των 15.812,53 ευρώ, ήτοι 1.317,71 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2010 στο ποσό των 16.966,26 ευρώ, ήτοι 1.413,85 ευρώ μηναίως, το έτος 2009 στο ποσό των 18.614.76 ευρώ, ήτο, 1.551,23 ευρώ μηνιαίως και το έτος 2008 στο ποσό των 16.496,83 ευρώ, ήτοι 1.374,73 ευρώ μηνιαίως. Οι οικογενειακές δαπάνες της αιτούσας ανέρχονται, ενόψει και των αυξημένων προβλημάτων υγείας της, σ' αυτές που απαιτούνται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, ήτοι στο ποσό των 950,00 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, η αιτούσα είχε αναλάβει [...] το παρακάτω χρέος, καθότι ο καθ' ου-πιστωτής δεν προβάλει ισχυρισμό ότι η ανάληψη αυτού έγινε εντός του τελευταίου έτους, το οποίο είναι εξοπλισμένο με εμπράγματη ασφάλεια: Από το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ": Με την με αριθμό λογαριασμού 11/20513 σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους μέχρι τις 07-12-2017, το ποσό των 82.348,95 ευρώ. Η παραπάνω απαίτηση είναι ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 94.000,00 ευρώ, εγγεγραμμένη την 20.02.2009 σε ακίνητο ιδιοκτησίας της αιτούσας, ήτοι στην πλήρη κυριότητα κατά 100% από ένα συγκρότημα πολυόροφων πολυκατοικιών που βρίσκονται στις …, στη διασταύρωση των οδών ... και υπό διάνοιξη ανώνυμης δημοτικής οδού και είναι κτισμένες σε ένα οικόπεδο συνολικού εμβαδού 2.137,16 τ.μ., κτηματικής περιοχής του ομώνυμου δήμου, περιφέρειας Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Σερρών, μέσα στο ... Οικοδομικό Πολύγωνο της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Σερρών, στο με το χαρακτηριστικό στοιχείο Β.Δ.3 διαμέρισμα κατοικίας του 1ου ορόφου πάνω από το ισόγειο της υπό στοιχεία Β.Κ. οικοδομής, το οποίο έχει καθαρό εμβαδό 63,21 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου της πολυκατοικίας πενήντα ένα χιλιοστά και πενήντα εκατοστά του χιλιοστού (51,50/1000) εξ αδιαιρέτου, αποτελείται από ένα δωμάτιο, σαλόνι, κουζίνα, λουτροκαμπινέ, ημιυπαίθριους χώρους τις βεράντες, με αριθμό ΚΑΕΚ ... Ήτοι η αιτούσα οφείλει συνολικά το ποσό των 82.348,95 ευρώ. Περαιτέρω έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει το χρέος της προς τον πιο πάνω πιστωτή της. Εξαιτίας της σημαντικής μείωσης του μηνιαίου μισθού της, κατόπιν περικοπών λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, η αιτούσα αντιμετώπιζε δυσχέρειες στην κάλυψη των βασικών βιοτικών της αναγκών και την ταυτόχρονη αποπληρωμή της ανωτέρω οφειλής της, καθώς τα μηνιαία εισοδήματά της περιορίστηκαν σημαντικά. Μέχρι και την έκδοση της από 24-09-2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Σερρών, δυνάμει της οποίας η αιτούσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ' ου το ποσό των 245,00 ευρώ μηνιαίως, η ανωτέρω οφειλή της αιτούσας εξυπηρετούνταν κανονικά και δεν ήταν ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, διότι η μηνιαία δόση ύψους 541,84 ευρώ παρακρατούνταν απευθείας από τον μηνιαίο μισθό της. [...]. Τόσο κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης όσο και σήμερα τα εναπομείναντα εισοδήματα της αιτούσας μετά την εν λόγω παρακράτηση ανέρχονται στο ποσό των 610,00 ευρώ περίπου, αφαιρούμενης της μηνιαίας δόσης που καλείται να καταβάλει για την κανονική εξυπηρέτηση της οφειλής της, και δεν επαρκούν για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, οι οποίες, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, ανέρχονται στο ποσό των 950,00 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η αιτούσα βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμών. Η δε αδυναμία της αυτή είναι γενική και μόνιμη, καθώς δεν αναμένεται βελτίωση των εισοδημάτων της κατά τα επόμενα έτη, και δεν οφείλεται σε δόλο. [...]. Συγκεκριμένα, το δάνειο της αιτούσας ελήφθη το έτος 2009, η δε δόση που κατέβαλλε στον πιστωτή της για το δάνειο ανέρχονταν στο ποσό των 541,84 ευρώ, ενώ τα εισοδήματα της ιδίας κατά τον χρόνο λήψης του δανείου ανέρχονταν στο ποσό των 1.551,23 ευρώ μηνιαίως, ήτοι επαρκούσαν για την πληρωμή της δόσης και την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, και κατά συνέπεια μπορούσε να ανταποκρίνεται στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Η αδυναμία πληρωμής επήλθε μετά την λήψη του δανείου και οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων της λόγω της οικονομικής ύφεσης, με την παράλληλη αύξηση του κόστους διαβίωσης...". Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, εκθέτοντας στο αιτιολογικό όλα τα αναγκαία για την εφαρμογή της περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε ότι η αιτούσα περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των δεκτών γενομένων. Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, τα εισοδήματα της αιτούσας κατά το χρόνο συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, δεν ήταν δε αναγκαία η αναφορά των εισοδημάτων παρελθόντων ετών, αφού αυτά, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αιτήσεως για τη ρύθμιση χρεών (άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 3 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού και, συνεπώς, αφού τα περιστατικά αυτά δεν ήταν αναγκαία κατά το νόμο για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), η οποία και εφαρμόστηκε, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση, οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν εκτίθενται τα εισοδήματα της αιτούσας κατά το χρόνο συνομολόγησης του δανείου και κατά το χρόνο συζήτησης της αιτήσεως και β) δεν εκτίθεται η εξέλιξη των εισοδημάτων της από τη συνομολόγηση του δανείου μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού τα περιστατικά αυτά αναφέρονται στην απόφαση [βλ. 6ο φύλλο, εμπρόσθια και οπίσθια όψη, όπου αναφέρεται ότι το εισόδημα της ενάγουσας, κατά το χρόνο λήψης του δανείου, το έτος 2009, ανερχόταν στο ποσό των 1.551,23 ευρώ, ενώ κατά το χρόνο συζήτησης της αιτήσεως σε 1.151,84 (541,84 ευρώ το ποσό που παρεκρατείτο από το αναιρεσείον + 610 ευρώ το ποσό που της απέμενε μετά την παρακράτηση), καθώς και 5ο φύλλο, όπου αναφέρεται η εξέλιξη των εισοδημάτων της από τη συνομολόγηση του δανείου (2009) μέχρι και τη συζήτηση της αιτήσεως]. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση α) με ανεπαρκείς αιτιολογίες καθορίζονται οι βιοτικές ανάγκες της αναιρεσίβλητης στο ποσό των 950 ευρώ, χωρίς αναφορά στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές καθορίζονται από την ΕΛΣΤΑΤ και β) δεν εξειδικεύονται τα στοιχεία, με βάση τα οποία αναβιβάζονται αυτές στο ποσό των 950 ευρώ μηνιαίως, λόγω προβλημάτων υγείας της αιτούσας, αφού δεν αναφέρονται γνωματεύσεις, ιατρικά πιστοποιητικά και αποδείξεις νοσηλείας, από τα οποία προκύπτει το πρόβλημα της υγείας αυτής, καθώς και η μελλοντική του εξέλιξη. Η υπό στοιχείο α' ως άνω αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι η παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 8 του ν. 3869/2010), προβλέπει μεν ότι "ο καθορισμός του ποσού των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα κάλυψης ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία...", πλην όμως, σύμφωνα με το άρθρο 2 υποπαρ. Α 4 άρθρ. 2 παρ. 5 αυτού, αυτή καταλαμβάνει τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, στις 14-8-2015) και, συνακόλουθα, δεν καταλαμβάνει την υπό κρίση περίπτωση, αφού η ένδικη αίτηση κατατέθηκε την 17-6-2015. Πέραν τούτου, και υπό την ισχύ του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, ο προσδιορισμός των ευλόγων δαπανών διαβίωσης από το ΚΣΔΙΧ ή την ΕΛΣΤΑΤ, στον οποίο παραπέμπει η διάταξη, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, αλλά αποτελεί απλή εκτίμηση και λαμβάνεται υπόψη, συνεκτιμώμενος με τις λοιπές αποδείξεις. Το δικαστήριο, δηλαδή, λαμβάνει μεν υπόψη του, ως κατευθυντήρια γραμμή, τον πίνακα εύλογων δαπανών της ΕΛΣΤΑΤ, δεν δεσμεύεται όμως να περιλάβει και άλλες δαπάνες που θα κρίνει, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αναγκαίες, με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες διαβίωσης και τις ιδιαίτερες ανάγκες του οφειλέτη, όπως λ.χ. τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και τις αυξημένες δαπάνες που απαιτούνται για την αντιμετώπισή τους. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται πλήρως το πρόβλημα υγείας της ενάγουσας και οι αναγκαίες ετήσιες δαπάνες της για την παρακολούθηση της εξέλιξής του, εξ αιτίας του οποίου οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης καθορίστηκαν στο ως άνω ποσό των 950 ευρώ μηνιαίως, χωρίς να απαιτείται η αναφορά των ιατρικών εγγράφων από τα οποία προκύπτουν τα παραπάνω, αφού, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει πριν την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 παρ. 18 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 ν. 4336/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατά τα προαναφερθέντα, "ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να εξαιρεθεί, κατά πρόταση του οφειλέτη, η κύρια κατοικία του από την εκποίηση, πρέπει η κατοικία αυτή να έχει ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά και, συγκεκριμένα, θα πρέπει η αντικειμενική αξία της να μην υπερβαίνει το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας που προβλέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν, προσαυξημένο κατά 50%. Με βάση αυτά, ο οφειλέτης θα καταβάλλει σε δόσεις συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται, κατά το δίκαιο που ισχύει στην ερευνώμενη περίπτωση, μέχρι και το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, σε σχέση με τη συνδρομή των προϋποθέσεων εξαίρεσης από την εκποίηση του ακινήτου της αιτούσας, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία αυτής, πραγματικά περιστατικά: "...Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% από ένα συγκρότημα πολυόροφων πολυκατοικιών που βρίσκονται στις …στη διασταύρωση των οδών ... και υπό διάνοιξη ανώνυμη δημοτική οδό και είναι κτισμένες σε ένα οικόπεδο συνολικού εμβαδού 2.137,16 τ.μ., κτηματικής περιοχής του ομώνυμου δήμου, περιφέρειας Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Σερρών, μέσα στο ...° Οικοδομικό Πολύγωνο της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Σερρών, στο με το χαρακτηριστικό στοιχείο Β.Δ.3 διαμέρισμα κατοικίας του 1ου ορόφου πάνω από το ισόγειο της υπό στοιχεία Β.Κ. οικοδομής, το οποίο έχει καθαρό εμβαδό 63,21 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου της πολυκατοικίας πενήντα ένα χιλιοστά και πενήντα εκατοστά του χιλιοστού (51,50/1000) εξ αδιαιρέτου, αποτελείται από ένα δωμάτιο, σαλόνι, κουζίνα, λουτροκαμπινέ, ημιυπαίθριους χώρους τις βεράντες, με αριθμό ΚΑΕΚ ... η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 32.396,56 ευρώ και το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και η αξία του δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού προσαυξημένο κατά ποσοστό 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Επομένως συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης της εκποίησης αυτού του ακινήτου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9 του προκείμενου νόμου, υπό τον όρο όμως καταβολής στον πιστωτή της ποσοστού του 80% της αντικειμενικής αξίας αυτού, ήτοι του ποσού των 25.917,25 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου της αιτούσας, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της, ανέρχεται στο ποσό των 32.396,56 ευρώ, η αξία δε αυτή δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού, προσαυξημένο κατά ποσοστό 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Έτσι που έκρινε το ως άνω δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το Ν. 4336/2015, διέλαβε δε στην απόφασή του συνοπτικές, πλην όμως επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτής. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται η αναφορά των εγγράφων (εκκαθαριστικών ΕΝΦΙΑ, φύλλου υπολογισμού αντικειμενικής αξίας από συμβολαιογράφο, ή, εν ελλείψει αυτών, συγκριτικών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη), από τα οποία να προκύπτει η αντικειμενική αξία του ακινήτου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποια γεγονότα μεσολάβησαν, ώστε να δικαιολογείται η απόκλιση, μεταξύ του ποσού των 94.000 ευρώ, για το οποίο, κατά το χρόνο της δανειοδότησης της αιτούσας, ενεγράφη υποθήκη στο ακίνητό της, και του ποσού των 32.396,56 ευρώ, στο οποίο καθορίστηκε η αντικειμενική του αξία, απαραδέκτως προτείνεται, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά επιχείρημα του αναιρεσείοντος περί του ότι η αξία του ακινήτου είναι μεγαλύτερη της καθορισθείσας με την προσβαλλόμενη, η μη ιδιαίτερη ανάλυση του οποίου δεν ιδρύει τον από το άρθρο 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το ως άνω δικαστήριο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3269/2010, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το Ν. 4336/2015, ενόψει του ότι α) δέχτηκε ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου της αναιρεσίβλητης ανέρχεται σε 32.396,56 ευρώ, χωρίς να παραπέμπει σε έγγραφα από τα οποία αυτό προκύπτει (εκκαθαριστικά ΕΝΦΙΑ, φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας από συμβολαιογράφο, ή, εν ελλείψει αυτών, συγκριτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη) και β) ενώ κατά το χρόνο της δανειοδότησης ενεγράφη στο ακίνητο υποθήκη για το ποσό των 94.000 ευρώ, δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη ποια γεγονότα μεσολάβησαν, που δικαιολογούν την απόκλιση αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020). Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-11-2020 (με αριθ. κατάθ. 5/16-11-2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 207/2020 οριστικής αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ