Αριθμός 576/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 και 16 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου ... Αλβανού υπηκόου, κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης και ήδη κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Ιωαννίνων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Αφένδρα, κατά της υπ΄αριθμ. 28/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/8 Φεβρουαρίου 2007 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Ιωαννίνων Γεωργίας Πορίκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 288/2007. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος-εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη υπ΄ αριθμ. 1/2007 έφεση, κατά της υπ΄ αριθμ. 28/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου - εκκαλούντος .... , για να εκτίσει ποινή κάθειρξης δέκα ετών που του επιβλήθηκε με την υπ΄ αρ. 93/2003 απόφαση του Δικαστηρίου της Επαρχίας Τιράνων Αλβανίας, που κατέστη αμετάκλητη με την υπ΄ αρ. 316/2003 απόφαση του Εφετείου Τιράνων, για το έγκλημα της απάτης κατά συναυτουργία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμόδιου γραμματέως του Εφετείου Ιωαννίνων και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ΄ ουσίαν (άρθρ. 451 παρ. 1 του ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία, της έκδοσης αλλοδαπών, εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437-456 ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, από δε την κύρωσή της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των πιο πάνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ΄ ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν α)το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους β)έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ)αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της Σύμβασης, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητούμενου για πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί, εξ αιτίας κάποιου από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις (με τη Διεθνή Σύμβαση Schengen, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2514/1997 η έκδοση είναι επιτρεπτή και για ορισμένες φορολογικές παραβάσεις), αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσης χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση χώρησε παραγραφή της πράξεως. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ενόψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού κατά τις διατάξεις της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως" ως κατηγορουμένου πρέπει τα εγκλήματα για τα οποία αυτός διώκεται να είναι αξιόποινα, τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους, όσο και κατά το νόμο του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας, ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητούμενου, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 12 της Σύμβασης, ούτε το Συμβούλιο που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, έχει την εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 450 παρ. 1 του ΚΠΔ, το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της εκδόσεως και αποφαίνεται για το εν εκείνος που έχει συλληφθεί και δικάζεται, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται, υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικασθεί, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο. Στην προκειμένη περίπτωση, απ΄ όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, σε συνδυασμό και με τα εκτεθέντα από το συνήγορο του εκκαλούντος εκζητουμένου και όσα αναφέρονται στο κατατεθέν υπόμνημά του αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται δυνάμει του υπ΄ αριθμ. 14/2007 εντάλματος συλλήψεως του Προεδρεύοντος Εφέτη Ιωαννίνων, έχει υποβληθεί νόμιμα από το Κράτος της Δημοκρατίας της Αλβανίας με την υπ΄ αριθμ. ... ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας του στην Αθήνα η υπ΄ αριθμ. ... αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, με την συνημμένη αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Αλβανίας για την έκδοση στις Αλβανικές Αρχές του Αλβανού υπηκόου ... . Με το ανωτέρω έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας έχουν υποβληθεί και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση των οποίων στην Ελληνική έγινε επισήμως από τα πρωτότυπα Αλβανικά κείμενα και συγκεκριμένα: α)η υπ΄ αριθμ. 93/10-2-2003 απόφαση του δικαστηρίου της δικαστικής Επαρχίας Τιράνων και η υπ΄ αριθμ. 316/23-5-2003 απόφαση του Εφετείου Τιράνων, με την οποία κατέστη τελεσίδικη η πρώτη τούτων και με την οποία καταδικάσθηκε για το έγκλημα της απάτης "σε συνεργασία" οικονομικής αξίας 5.734.415.506 λέκε για 25.537 περιπτώσεις, πράξη προβλεπόμενη από το άρθρο 143 και 25 του ΠΚ της Αλβανίας β) πληροφορίες για το γεγονός γ) υπ΄ αρ. 345/99 απόφαση του δικαστηρίου της δικαστικής Επαρχίας Τιράνων "Για την επιβολή ασφαλιστικού μέτρου" δ) πιστοποιητικό γεννήσεως του υπηκόου ... , ε)1 φωτογραφία αυτού στ) κείμενο των ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, γνωμοδότησε με την προσβαλλόμενη υπ΄ αρ. 28/2007 απόφασή του υπέρ της έκδοσης στις δικαστικές Αρχές του κράτους της Αλβανίας του προαναφερθέντος υπηκόου της Αλβανίας. Ο εκζητούμενος εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, μαχόμενος για την παραδοχή της εφέσεως του υποστηρίζει : Α) οι προαναφερθείσες αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Τιράνων (υπ΄ αριθ. 93 και 316/2003 αντίστοιχα) έχουν παραβιάσει τα άρθρα 6, 7 και 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διότι α) εφήρμοσαν αναδρομικώς ποινικό νόμο ήτοι το άρθρο 143 ΠΚ όπως αυτό τροποποιήθηκε το έτος 2001 και το οποίο προβλέπει κάθειρξη από 10 έως 20 χρόνια, αντί να εφαρμόσουν το άρθρο αυτό (143) ως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως με βάση το οποίο ασκήθηκε και η ποινική του δίωξη και το οποίο προέβλεπε ανώτατη ποινή φυλάκισης 5 ετών, β) εκδόθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση από αναρμόδιο δικαστήριο του πρώτου βαθμού γ) φέρουν ότι εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο μη έχοντας προς τούτο την απαιτούμενη συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα. Β) παραβιάσθηκε το άρθρο 2 παρ. 1 της ΕΣΕ όσον αφορά το αξιόποινο στην Αλβανία, καθόσον οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ήτοι ιδιωτικός δανεισμός ήτο σύννομος κατά τον Αλβανικό νόμο, ενώ γι΄ αυτές που καταδικάσθηκε κατέστησαν ποινικά κολάσιμες σε χρόνο μεταγενέστερο της τέλεσης τους. Γ)παραβιάσθηκε το άρθρο 2 παρ. 1 της ΕΣΕ όσον αφορά το αξιόποινο στην Ελλάδα, δηλαδή ο ιδιωτικός δανεισμός στον οποίο προέβη δεν πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 386 ΠΚ, καθόσον η αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων δεν συνιστά απάτη, οι δε ως άνω αποφάσεις των Αλβανικών δικαστηρίων δεν παραθέτουν ακριβή στοιχεία ώστε να δημιουργείται δικανική πεποίθηση για το αδίκημα που καταδικάσθηκε (μη παράθεση των δανειστών της εταιρίας με το αντίστοιχο δανεισθέν ποσό, τα ποσά που έλαβε κάθε δανειστής ως τόκους για το κεφάλαιο που δάνεισε το ποσό του κεφαλαίου που έλαβε έκαστος δανειστής σε επιστροφή). Δ) Παραβιάσθηκε το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 της ΕΣΕ καθόσον η έκδοση του στην Αλβανία ζητείται κατ΄ επίφαση, ενώ στην πραγματικότητα ζητείται για καθαρά πολιτικούς λόγους και συγκεκριμένα για την δραστηριότητα του "υπέρ της Ελληνικής μειονότητας της Β. Ηπείρου" και υπέρ της Ορθόδοξης εκκλησίας. Ε) Παραβιάσθηκαν τα άρθρα 8 και 9 της ΕΣΕ διότι διώχθηκε και καταδικάσθηκε στην Ελλάδα για παράβαση του Ν. 2331/1995 σε συνδ. με άρθρο 386 ΠΚ και πρόκειται συνεπώς για δίωξη που βασίζεται στις ίδιες πράξεις και αναφέρεται στην ίδια αιτιολογία και σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 της ΕΣΕ δεν παρέχεται η έκδοση εν προκειμένω. Όλοι οι παραπάνω λόγοι της εφέσεως όπως στο εφετήριο ειδικότερα εκτίθενται, στο απολογητικό του εκζητουμένου υπόμνημα αναφέρονται και εκτενώς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από το συνήγορό του αναπτύχθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα: ο πρώτος και κατά τα επιμέρους σκέλη του, διότι στην περίπτωση που ζητείται η έκδοση για την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε στον εκζητούμενο, με απόφαση του Κράτους που ζητεί την έκδοση, δεν συγχωρείται στο δικαστικό Συμβούλιο του Κράτους που επιλαμβάνεται της έρευνας της σχετικής αιτήσεως να προβεί στην εξέταση της βασιμότητος της καταδίκης, αφού μεταξύ των απαιτουμένων δικαιολογητικών στοιχείων που εξαντλητικώς αναφέρονται ως ανωτέρω στο άρθρο 12 της Σύμβασης δεν περιλαμβάνονται και τα αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητουμένου, πρόδηλο δε είναι ότι υφισταμένης τέτοιας περίπτωσης έκδοσης δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 450 παρ. 2 του ΚΠΔ, που αναφέρεται στην υπό προϋποθέσεις αρμοδιότητα του δικαστικού Συμβουλίου να εξετάσει την ύπαρξη ενδείξεων για την βασιμότητα της κατηγορίας. Οι δεύτερος και τρίτος λόγοι (είναι απορριπτέοι) διότι με τις προαναφερόμενες αποφάσεις των Αλβανικών δικαστηρίων ο εκκαλών εκζητούμενος καταδικάσθηκε για απάτη "σε συνεργασία" που προβλέπεται και τιμωρείται τόσο από την ποινική νομοθεσία του αιτούντος Κράτους της Αλβανίας όσον και από αυτή της Ελλάδος (άρθρ. 386 παρ. παρ. 1, 3 και 45 ΠΚ) από την οποία ζητείται η έκδοση και όχι ως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκζητούμενος-εκκαλών για "εσωτερικό δανεισμό". Προσθέτως το Συμβούλιο Εφετών, που επιλαμβάνεται της εξετάσεως της αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού δεν δύναται να προβεί στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής αυτού ως προαναφέρθηκε στην αντιμετώπιση του πρώτου λόγου της εφέσεως. Ο τέταρτος λόγος (είναι απορριπτέος) διότι δεν προκύπτει ότι η αίτηση εκδόσεως υποβλήθηκε για πολιτικούς και θρησκευτικούς λόγους (δράση του "υπέρ της Ελληνικής Μειονότητας της Β. Ηπείρου" και της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας) ή ότι υποκρύπτει τον εγκλεισμό του στις Αλβανικές φυλακές για να διασφαλισθεί η μη ενεργός συμμετοχή του και δραστηριότητα του υπέρ του Ελληνικού στοιχείου, αλλά και η "σιωπή" του για την μη αποκάλυψη του ρόλου πρώην οικονομικών συνεργατών του, που κατέλαβαν κυβερνητικές και πολιτικές θέσεις μετέπειτα, ή ότι αυτός βρίσκεται στο στόχαστρο "των Αλβανικών Μυστικών Υπηρεσιών και του Εθνικιστικού Αλβανικού κατεστημένου" με σκοπό την οικονομική του καταστροφή. Τέλος και ο πέμπτος λόγος της εφέσεως (είναι απορριπτέος) διότι η παράβαση του Ν. 2331/1995 πράξη για την οποία καταδικάσθηκε στην Ελλάδα και εξέτισε την επιβληθείσα σ΄ αυτόν ποινή, είναι διάφορος, διακρινομένη απ΄ αυτή για την οποία καταδικάσθηκε με τις ανωτέρω αποφάσεις των Αλβανικών δικαστηρίων και με το δεδομένο ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα, εκτός από την περίπτωση της συνδρομής σε άλλον, πράγμα που εν προκειμένω δεν υφίσταται, Ενόψει των ανωτέρω, το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αίτηση έκδοσης και γνωμοδότησε υπέρ αυτής δεν έσφαλε και επομένως η έφεση του εκκαλούντος εκζητουμένου, η οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ΄ αριθμ. 1/8 Φεβρουαρίου 2007 έφεση του ... , υπηκόου Αλβανίας κατά της υπ΄ αριθμ. 28/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ