Αριθμός 1129/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Μ. Ε. Π. Ε. Π. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ν. Ε.Π.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δικαίου Χασανάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 283/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 46/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο (27.11.2017), η οποία αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης υπαλλήλων και εργατών-εργατοτεχνιτών αντιστοίχως, το ποσό της κατά νόμο αποζημίωσης είναι υψηλότερο επί υπαλλήλων από ό,τι επί εργατών. Ως εκ τούτου εργαζόμενος, ο οποίος απολυόμενος λαμβάνει αποζημίωση που αρμόζει σε εργάτη, δύναται, εφόσον ισχυρίζεται ότι παρείχε εργασία υπαλλήλου, να ζητήσει την επιδίκαση της διαφοράς της αποζημίωσης (ΑΠ 1036/2019). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 Π.Δ/μα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 2655/1953, ορίζεται ότι: "Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ` αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν. Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση εργασίας χαρακτηρισμό αυτού ή από τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι` αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (Ολ ΑΠ 295/1969, ΑΠ 135/2021, 1391/2018, 1114/2017, 1405/2014, 90/2009, 2054/2006). Οι έννοιες δε του υπαλλήλου και του εργάτη είναι νομικές και ως εκ τούτου υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών και την απόδοση του οικείου χαρακτηρισμού (ΑΠ 1469/2022, 355/2021, 1036/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 135/2021, 316/2017, 120/2016, 1420/2013). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Εν προκειμένω, από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιά εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων, ο οποίος διαθέτει πτυχίο εργοδηγού-μηχανικού του εμπορικού ναυτικού, έχοντας απασχοληθεί και στο παρελθόν -από 25-8-1999 έως 29-5-2000- στην εναγομένη, που διατηρεί επιχείρηση επισκευής πλοίων, επαναπροσλήφθηκε για να προσφέρει εκ νέου τις υπηρεσίες του ως εφαρμοστής, στις 22-1-2001, προκειμένου να καλύψει έκτακτες ανάγκες της, όπως συνέβαινε και με άλλους εργαζομένους της. Εκτός δηλαδή από το μόνιμο προσωπικό της, η ίδια προέβαινε κατά καιρούς σε πρόσληψη και έκτακτου προσωπικού, με την ειδικότητα του εφαρμοστή δηλαδή του τεχνίτη ή του βοηθού εφαρμοστή, που εργάζονταν είτε στις εγκαταστάσεις της είτε επάνω στα πλοία, των οποίων την επισκευή αυτή αναλάμβανε, εκτελώντας ως επί το πλείστον χειρωνακτικές εργασίες με τη χρήση εργαλείων. Η απασχόληση του ενάγοντος διήρκησε μέχρι τις 30-3-2001 και στη συνέχεια αναγγέλθηκε η πρόσληψή του, στις 4-4-2001 ως ανήκοντος στο μόνιμο πλέον προσωπικό της, η οποία συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του έτους 2014. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από το ότι αυτή είναι η δηλωθείσα από την εναγομένη ημερομηνία πρόσληψής του σε ανύποπτο χρόνο και συγκεκριμένα στην από 11-2-2014 έγγραφη γνωστοποίησή της προς το ΙΚΑ .... Αμειβόταν με ημερομίσθιο, και οι συνολικές μικτές αποδοχές του, ανέρχονταν στο ποσό των 2.000 ευρώ-καθαρές 1.531,90 ευρώ- το πρώτο επτάμηνο του έτους 2007, και στο ποσό των 100,80 ευρώ ημερησίως τον Νοέμβριο του έτους 2011 και του έτους 2013 αλλά και στις 31-12-2014. Ο ίδιος, ως πτυχιούχος εργοδηγός είχε την απαιτούμενη θεωρητική κατάρτιση και ήταν εκείνος που με καθημερινή παρουσία, είχε την επίβλεψη των έργων που αναλάμβανε η εταιρεία, προέβαινε σε ανάθεση εργασιών κάθε μέρα, επεμβαίνοντας και καθοδηγώντας τους εργάτες, όταν αυτό ήταν αναγκαίο, συντονίζοντας τις εργασίες τους, δίνοντάς τους σχετικές οδηγίες και εντολές και διορθώνοντάς τους στη χρήση των εργαλείων, ενώ εκτελούσε και ο ίδιος χειρωνακτικές εργασίες με χρήση εργαλείων. Στις περιπτώσεις που διαπίστωνε λάθος εκτέλεση εργασίας απαιτούσε την ορθή επανάληψή της. Ήταν ακόμη εκείνος που κατά τις επισκέψεις του εργοδότη του, Σ. Κ., τον ενημέρωνε για την πορεία των εργασιών. Ο τελευταίος, διέθετε πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού τεχνολογικής εκπαίδευσης, ενώ τέτοιο πτυχίο διέθεταν και οι έτεροι εκπρόσωποι της εναγομένης, ήτοι ο αδελφός του, Ν. Κ. αλλά και ο Θ. Γ., μέχρι το έτος 2009, υπό την ιδιότητά του δε αυτή, όπως είναι ευνόητο, ερχόταν σε επαφή με τις αρμόδιες αρχές και προέβαινε στην παράδοση του εκάστοτε έργου, πλην όμως η παρουσία του στα εκτελούμενα έργα δεν ήταν διαρκής και καθημερινή αλλά περιστασιακή. Το ότι αυτός πραγματοποιούσε ελέγχους και είχε καθοδηγητικό ρόλο όταν επισκεπτόταν το έργο δεν αναιρεί τον ρόλο του ενάγοντα......Το γεγονός δε ότι ο ενάγων σε όλα τα έγγραφα που εξέδιδε η εναγομένη (αναγγελία πρόσληψης της 22-1-2001 και της 4-4-2001, από 30-3-2001 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταστάσεις ασφάλισης προσωπικού του ΙΚΑ για τους μήνες Ιανουάριο έως και Απρίλιο 2001, εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας Ιανουάριου έως και Ιουλίου του έτους 2007, πίνακας προσωπικού με ισχύ έως τις 31-12-2035, θεωρημένη από το ΙΚΑ από 26-10-1999 κατάσταση εργαζομένων, πίνακες προσωπικού για το πλοίο Ο., Τ. και Κ. κ.α), ορισμένα μάλιστα εκ των οποίων φέρουν και την υπογραφή του, εμφανίζεται ως εφαρμοστής, δεν έχει βαρύνουσα αποδεικτική αξία, αφής στιγμής ο ίδιος δεν είχε μισθολογικές απαιτήσεις έναντι της εναγομένης και το ημερομίσθιό του ήταν ήδη υψηλό. Επιπλέον, το ότι στις 15-9-2004 και 22-9-2004 αιτήθηκε από το ΙΚΑ τη χορήγηση επιδόματος ασθένειας για ατύχημα εκτός εργασίας, που υπολογίστηκε βάσει των αποδοχών του εργατοτεχνίτη μετάλλου, ήτοι βάσει ημερομισθίου 68,32 ευρώ (σχετ. οι υπ' αριθμ. ... και ... αποφάσεις του διευθυντή του υποκαταστήματος ... του ΙΚΑ), δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, εφόσον αυτή ήταν η ιδιότητα με την οποία είχε δηλωθεί και αμειβόταν με ημερομίσθιο. Ακόμη, το ότι στην επισκευή του πλοίου Τ. το έτος 2014 απασχολήθηκε μόνον αυτός ως εφαρμοστής, δεν αποτελεί στοιχείο που αποδεικνύει την ιδιότητά του ως εργάτη, με το επιχείρημα ότι δεν εργάσθηκαν άλλοι υπό τον έλεγχο και την καθοδήγησή του, αντιθέτως, και ανεξαρτήτως του εάν επρόκειτο πράγματι για μικρής κλίμακας επισκευή, αυτός είχε την αποκλειστική ευθύνη διεκπεραίωσής της, ως διαθέτων μεγάλη εμπειρία και θεωρητική κατάρτιση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αυτός μόνον, ενόσω διαρκούσε η εργασιακή του σχέση, συμμετείχε σε εκπαίδευση επιτόπιας λείανσης στροφαλοφόρου στον εξοπλισμό και τα μηχανήματα της Ε. S. στο εξωτερικό τον Νοέμβριο του έτους 2009. Το ότι δεν μετείχε σε κάποιες επισκευές, (όπως στο πλοίο S. και S..G.), όπως και το γεγονός ότι απείχε αδικαιολόγητα, κατά την εναγομένη, από την εργασία του από τις 31-12-2013 έως τις 11-2-2014, για το λόγο ότι, όπως διατείνεται ο ίδιος, δεν του είχαν καταβληθεί οι δεδουλευμένες αποδοχές του, δεν αποδυναμώνει τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς τις σχετικές ημερομηνίες και χρονική περίοδο αντίστοιχα, μπορούσε πράγματι να υποκατασταθεί από τον Σ. Κ., εφόσον δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο να τον αναπληρώσει. Αναφορικά, τέλος, με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, στην οποία εμφανίζεται εκ νέου ως εργάτης, αυτός έχει προβεί σε χειρόγραφη δήλωση επιφύλαξης ότι δεν έχει λάβει την αποζημίωσή του, η οποία θα του καταβαλλόταν κάθε μήνα. Από τη δήλωση αυτή, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχθηκε πλήρως την ιδιότητά του και το ποσό της αποζημίωσης. Συνεπώς, με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο ενάγων συνεισέφερε στην εναγομένη την εξειδιασμένη εμπειρία και θεωρητική του μόρφωση, ανέπτυσσε πρωτοβουλία και είχε υπ' ευθύνη του την εκάστοτε επισκευή, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα της αναρρωτικής του άδειας και της φερόμενης ως αδικαιολόγητης απουσίας του, κατά τα άνω. Έτσι η εργασία του ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική και συνεπαγόταν την καταβολή πνευματικής προεχόντως δραστηριότητας και ενέργειας, καθώς απαιτούσε υπευθυνότητα, εμπειρία, πνευματική εγρήγορση και λήψη αποφάσεων, και για τον λόγο αυτό φέρει τον χαρακτήρα εργασίας υπαλλήλου, κατά το άρθρο 10 του ν. 3514/1928...". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα (εναγομένη) ως εργάτης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε το αναφερόμενο σ` αυτή ποσό, ως αποζημίωσή αυτού, λόγω της ιδιότητός του ως υπαλλήλου. Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο, παραβίασε ευθέως την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 3514/1928, αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως. Συγκεκριμένα, ως προς την συνδρομή του πνευματικού στοιχείου εδέχθη το Μονομελές Εφετείο: "Συνεπώς, με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο ενάγων συνεισέφερε στην εναγομένη την εξειδιασμένη εμπειρία και θεωρητική του μόρφωση, ανέπτυσσε πρωτοβουλία και είχε υπ' ευθύνη του την εκάστοτε επισκευή, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα της αναρρωτικής του άδειας και της φερόμενης ως αδικαιολόγητης απουσίας του, κατά τα άνω. Έτσι η εργασία του ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική και συνεπαγόταν την καταβολή πνευματικής προεχόντως δραστηριότητας και ενέργειας, καθώς απαιτούσε υπευθυνότητα, εμπειρία, πνευματική εγρήγορση και λήψη αποφάσεων, και για τον λόγο αυτό φέρει τον χαρακτήρα εργασίας υπαλλήλου". Όμως, αφ` ενός η εκτέλεση ιδία ευθύνη τεχνικών εργασιών δεν προσδίδει αφ` εαυτής την ιδιότητα του υπαλλήλου, εάν δεν προέχει και το πνευματικό στοιχείο, αφ` ετέρου οι επί μέρους εργασίες, ως προς τις οποίες επεδείκνυε ο ενάγων-αναιρεσίβλητος καθοριστικής σημασίας πρωτοβουλία, ως προς την εκτέλεση και ποιότητα των τεχνικών και χειρωνακτικών αυτών εργασιών, τις οποίες δέχθηκε το Μονομελές Εφετείο ως αποδεικνύουσες την υπεροχή του πνευματικού στοιχείου, τεκμηριώνουν μεν την ύπαρξη του εν λόγω στοιχείου, το οποίο άλλωστε, είναι αυτονόητο ότι ενυπάρχει σε οποιαδήποτε τεχνική εργασία, δεν επαρκούν όμως να θεμελιώσουν την απαιτουμένη, προκειμένου να στοιχειοθετείται η έννοια του υπαλλήλου, υπεροχή του στοιχείου τούτου κατά προέχοντα λόγο. Ειδικότερα δε, ενώ γίνεται δεκτό στην αναιρεσιβαλλομένη ότι οι εργασίες σε πλοία και εγκαταστάσεις, τις οποίες ανελάμβανε η εναγομένη, ήταν "ως επί το πλείστον χειρωνακτικές με την χρήση εργαλείων", δεν εξηγείται εν συνεχεία ικανοποιητικώς βάσει ποίων δεδομένων η παροχή οδηγιών και εντολών από τον ενάγοντα στους τεχνίτες εφαρμοστές σχετικώς με την εκτέλεση των χειρωνακτικών αυτών εργασιών, δεν αφορά απλές τεχνικές εφαρμογές, αλλά απαιτεί εξιδιασμένη εμπειρία και θεωρητική μόρφωση και προσδίδει αφ' εαυτής στον ενάγοντα την ιδιότητα του υπαλλήλου. Ωσαύτως δεν διασαφηνίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εάν στον ενάγοντα είχε ανατεθεί από την εναγομένη η εν λόγω παροχή οδηγιών και εντολών και ο συντονισμός των απασχολουμένων τεχνιτών, εάν, όταν επέβλεπε αυτούς, εκτελούσε συγκεκριμένες εντολές και οδηγίες ή ανέπτυσσε πρωτοβουλία και αναλάμβανε ευθύνες κατά την εκτέλεση της εργασίας, ούτε πόσο χρόνο ανάλωνε ημερησίως ο ενάγων στην επίβλεψη των τεχνιτών και πόσο στην εκτέλεση από τον ίδιο των εργασιών, ενώ η υποσημαινομένη παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι ο ενάγων υπείχε ευθύνη έναντι της εταιρείας ως προς την εντελή εκτέλεση των εργασιών δεν τελεί σε θετική αναφορά προς την περαιτέρω παραδοχή ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης διέθεταν πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού τεχνολογικής εκπαίδευσης και εξ αυτών ο Θ. Γ. πραγματοποιούσε ελέγχους και είχε καθοδηγητικό ρόλο όταν επισκεπτόταν το έργο. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια των οποίων προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αιτιάσεις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 3514/1928 και της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Τέλος, η έρευνα του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία στη ναυπηγοεπισκευαστική βάση και όχι μόνο, δεν νοείται υπάλληλος με ημερομίσθιο, το οποίο λαμβάνει μόνο ο εργατοτεχνίτης, παρέλκει, δοθέντος ότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των προαναφερθέντων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί καθ` ολοκληρίαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός της δικαστή που εξέδωκε την εν λόγω απόφαση. Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 KΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Αν η εκτέλεση είχε γίνει με βάση την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου και το αίτημα επαναφοράς δεν υποβλήθηκε στον Άρειο Πάγο, μπορεί να υποβληθεί στο εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετ` αναίρεση η υπόθεση (ΑΠ 1298/10, ΑΠ 138/1985). Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 KΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.. προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001). Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 591/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με σωρευόμενη αίτηση στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτή, νομιμοτόκως, κατά τα αναφερόμενα, από την είσπραξη του κάθε επί μέρους ποσού και συνολικά το ποσό των 27.650 ευρώ, που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης. Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτώς υποβάλλεται με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι νόμιμη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 579 KΠολΔ, εκτός από το αίτημα για την πληρωμή τόκων από το χρόνο καταβολής των επί μέρους αναφερομένων ποσών, και τούτο διότι, αν η επαναφορά συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, ο τόκος του εισπραχθέντος ποσού τούτων αρχίζει από το χρόνο επίδοσης στον αναιρεσίβλητο της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την απόδοση, αφού πριν από τη γνωστοποίηση της αναίρεσης της απόφασης, που εκτελέστηκε εκούσια ή αναγκαστικά, η αναιρεσίβλητη κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή ως νόμιμο τίτλο και η υπερημερία της επέρχεται από τη γνώση της ανατροπής της (Ολ.ΑΠ 37/2005). Εν προκειμένω, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, η εναγομένη, συμμορφούμενη εκουσίως στην απόφαση αυτή, κατέβαλε στον ενάγοντα το σύνολο του επιδικασθέντος χρηματικού ποσού. Συγκεκριμένα του κατέβαλε 19.344 ευρώ ως κεφάλαιο + 6.906 ως τόκους + 1400 ευρώ για δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, δηλαδή συνολικά το ποσό των 27.650 ευρώ, όπως προκύπτει από το από 31-5-2020 ιδιωτικό συμφωνητικό-εξοφλητική απόδειξη. Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει το ως άνω ποσό των 27.650 ευρώ στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 KΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 46/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς στο σύνολό της. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναρεσείουσα το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (27.650) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ