Αριθμός 24/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: … εταιρείας με την επωνυμία "… ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγαπηνό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Κ. και 2) Λ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Τσιριμονάκη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Τσιριμονάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1765/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6549/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 4-12-2020 (αριθμ. καταθ. 9423/1066/2020), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 6549/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την, από 23-1-2017, αγωγή (αριθμ. κατάθ. δικογράφου 503561/171/2017), που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη την απρόβλεπτη και δυσμενή οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε στη χώρα εντός του έτους 2016, η οποία είχε ως επακόλουθο τη σταδιακή μείωση του τζίρου της αλλά και της εμπορικής κίνησης στην περιοχή του μισθίου, καθώς και τη μείωση της μισθωτικής αξίας των ακινήτων, ζητούσε, κυρίως, με βάση το άρθρο 388 του ΑΚ και, επικουρικά, με βάση το άρθρο 288 του ΑΚ, να αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα του περιγραφόμενου σε αυτή καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και πώλησης τροφίμων που μισθώνει από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, από το ποσό των 14.000 ευρώ στο οποίο ανέρχεται, στο ποσό των 6.000 ευρώ μηνιαίως, ώστε να αρθεί η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να περιοριστεί αυτό στο επίπεδο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1765/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η μισθώτρια - αναιρεσείουσα άσκησε την, από 28-11-2018, έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η έφεση. Κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, που εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 π. δ/τος 34/1995 και στις εμπορικές μισθώσεις, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι: α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, συνεπεία των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ, αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 1330/2020, ΑΠ 844/2018, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 841/2017). Η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικά δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και συνακόλουθα της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι από μακρόν συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας, ιδίως κάτω από τις κρατούσες συνθήκες ρευστότητας και της διεθνούς οικονομίας (ΑΠ 928/2020, ΑΠ 765/2020, ΑΠ 800/2020, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 1088/2017). Επιπλέον δε για να στοιχειοθετηθεί περίπτωση εφαρμογής του προαναφερόμενου άρθρου, δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως, το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους, που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον (ΑΠ 800/2020, ΑΠ 1330/2020, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 844/2018, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 207/2017). Επίσης, έκτακτα και απρόοπτα γεγονότα δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν εκείνα, που συμβαίνουν συνήθως, όπως η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αυξομείωση της οικονομικής κατάστασης του μισθωτή, η αύξηση ή μείωση της αξίας του ακινήτου και η παρεπόμενη, αντίστοιχη μεταβολή της μισθωτικής του αξίας, η οποία μπορεί να οφείλεται π.χ. στην αύξηση ή μείωση της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, η αύξηση του κόστους ζωής κλπ ((ΑΠ 1330/2020, ΑΠ 928/2020, ΑΠ 844/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 998/2014). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Η διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Έτσι, ο εκμισθωτής ή ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 του ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του μισθωτή ή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη -παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 765/2020). Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 του ΑΚ ), ο εκμισθωτής ή ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση. Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους αύξησης ή μείωσης (αντίστοιχα) της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή ή στον μισθωτή(αντίστοιχα), η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει καθένας από αυτούς, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη μείωση του μισθώματος, όπως επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος. Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που έχει προκύψει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (Ολ.ΑΠ 3/2014, ΑΠ 765/2020). Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 του ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων, η γενική οικονομική κρίση των ετών 2009 και εφεξής, η επιβολή σκληρών οικονομικών (δημοσιονομικών και φορολογικών) μέτρων με τα "μνημόνια", εξαιτίας των οποίων μειώθηκε αισθητά το εισόδημα των εργαζομένων και, συνακόλουθα, η αγοραστική τους ικανότητα και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις, στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή, δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά, τα γεγονότα δε αυτά δικαιολογούν την αναπροσαρμογή μισθώματος κατά το υπόψη άρθρο, έστω και αν δεν στοιχειοθετούν την εφαρμογή του άρθρου 388 του ίδιου Κώδικα, θεωρούμενα ως μη έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα. Τη συνδρομή, πάντως, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσης, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 765/2020, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 1679/2017, ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 763/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται(Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: " .... Δυνάμει του από … ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, μεταξύ αφενός του Π. Κ. του Ι. και Α., με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της μητέρας του Α. Κ. του Κ. και Σ. δυνάμει του υπ' αριθ … πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ιωάννου Βλάχου και της Λ. Κ. του Κ. και της Σ. και αφετέρου του Χ. Κ. και του Ι. Φ., που ενεργούσαν ως ιδρυτικά μέλη της ενάγουσας εταιρίας, οι εναγόμενες εκμίσθωσαν στην ενάγουσα ένα ισόγειο κατάστημα επιφανείας 157,93 τ.μ. με υπόγειο επιφανείας 125,5τ.μ., επί οικοπέδου εμβαδού 191,94 τ.μ., που βρίσκεται στην Αθήνα εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων στο … και επί της Πλατείας … ( … αριθμός …), το οποίο ανήκει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά ποσοστό ενός δευτέρου (1/2) εξ αδιαιρέτου σε εκάστη των εναγομένων, με σκοπό να το χρησιμοποιήσει η μισθώτρια ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και ως εμπορικό κατάστημα πωλήσεως παντός είδους τροφίμων και ποτών. Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε για το χρονικό διάστημα των δύο πρώτων μισθωτικών ετών σταθερό στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων δεκατριών ευρώ και πενήντα δύο λεπτών του ευρώ (13.513,52 €), πλέον ολόκληρου του αναλογούντος σε αυτό τέλους χαρτοσήμου, το οποίο κατά την κατάρτιση της σύμβασης ανερχόταν σε ποσοστό 3,6%, ήτοι συνολικά συμπεριλαμβανομένου και του χαρτοσήμου στο ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων ευρώ (14.000,00 €), προκαταβαλλόμενο κατά το πρώτο πενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα στις εκμισθώτριες κατ' ισομοιρία σε εκάστη αυτών ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό τους. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε να παραμείνει σταθερό κατά τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, το τρίτο μισθωτικό έτος συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα θα αναπροσαρμοστεί και ότι στο εξής θα αναπροσαρμόζεται κάθε νέο μισθωτικό έτος προσαυξανόμενο κατά το ποσοστά της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτών (Δ.Τ.Κ.) κατά τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα μήνες (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή) όπως αυτό υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσίας της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες επί του εκάστοτε (αναπροσαρμοσμένου) καταβαλλόμενου μισθώματος. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε για δώδεκα έτη, αρχομένη στις 14/05/2016 και λήγουσα στις 13/05/2028. Στις αρχές του έτους 2010, στην Ελλάδα ενέσκηψε οικονομική κρίση ως αποτέλεσμα της ήδη σοβούσης διεθνούς οικονομικής κρίσεως για την αντιμετώπιση της οποίας η χώρα προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άρχισαν να λαμβάνονται από την πολιτεία μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, τα οποία οδήγησαν σταδιακά στην συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητος και στην ύφεση της ελληνικής οικονομίας, μεταβάλλοντας προς το χειρότερο όλους τους δείκτες της, επιβλήθηκαν δε επώδυνα για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις μέτρα λιτότητας (δημοσιονομικά και φορολογικά). Ειδικότερα, με τον ν. 3833/15-3-2010 ελήφθησαν επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της καταστάσεως, επακολούθησαν δε ο ν. 3845/6.5.2010 (1° Μνημόνιο), ο ν. 3863 /15.7.2010 περί ανακαθορισμού επιδομάτων εορτών κλπ, ο ν. 3869/3.8.2010 περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο ν. 3986/1.7.2011 περί εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής, ο ν. 4002/28.8.2011 που ρύθμιζε συνταξιοδοτικά θέματα, ο ν. 4024/27.10.2011 περί ενιαίου μισθολογίου, ν. 4046/4.2.2012 (Μνημόνιο 2 PSI), ο ν. 4093/12.11.2012 περί μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016, ο ν. 4254/7.4.2014 περί μέτρων στήριξης και ανάπτυξης στο πλαίσιο της εφαρμογής του Μνημονίου 2. Τον Ιούνιο του έτους 2015 η χώρα αντιμετώπισε τον κίνδυνο να βρεθεί εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και απειλήθηκε με διακοπή της ρευστότητας, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η από 28.6.15 ΠΝΠ, με την οποία επεβλήθη τραπεζική αργία και στην συνέχεια η από 18.7.2015 ΠΝΠ με την οποία επεβλήθη περιορισμός στην ανάληψη μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων. Επακολούθησε ο ν. 4336/14.8.2015 (Μνημόνιο 3) με τον οποίο ελήφθησαν επιπλέον δημοσιονομικά και φορολογικά μέτρα. Με δεδομένο ότι η σύμβαση μισθώσεως του ενδίκου μισθίου καταρτίσθηκε, με την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού από τους διαδίκους στις 16.2.2016, η οικονομική κατάσταση της χώρας, όπως είχε διαμορφωθεί με την ψήφιση των ως άνω νόμων και την έκδοση των ως άνω ΠΝΠ, προκειμένου να μην καταρρεύσει η χώρα, αποτέλεσε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο επί του οποίου οι διάδικοι στήριξαν την σύναψή της, τα δραματικά δε πολιτικά και οικονομικά γεγονότα της εποχής εκείνης αποτελούν πασίδηλο, δεδομένου ότι τα επώδυνα μέτρα επέπεσαν στους ώμους όλων των πολιτών και επιβάρυναν ιδιαίτερα όλες τις επιχειρήσεις. Επομένως οι διάδικοι, όταν στις 16.2.2016 συμφώνησαν το ύψος του μηνιαίου μισθώματος του μισθίου, έλαβαν υπόψη τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες, καθόρισαν δε ελευθέρως αυτό ως ανταποκρινόμενο στην μισθωτική αξία του μισθίου, όπως άλλωστε συνομολογεί η ενάγουσα (σελ 3 της αγωγής), έκτοτε δε δεν μεσολάβησαν άλλα γεγονότα τα οποία να μετέβαλαν προς το χειρότερο και μάλιστα αιφνιδίως και παρά πάσα πρόβλεψη τις ως άνω συνθήκες που έλαβαν υπόψη αυτοί κατά την σύναψη της συμβάσεως. Η διακύμανση δε των δεικτών της ελληνικής οικονομίας κατά το βραχύ διάστημα των εννέα μηνών από την έναρξη της λειτουργίας της επιχειρήσεως της ενάγουσας στο μίσθιο (Ιούνιος του έτους 2016) μέχρι την άσκηση της αγωγής τον Φεβρουάριο του έτους 2017 (ποσοστό μείωσης του μισθώματος υπολογιζόμενο από την ΕΛΣΤΑΤ από -0,4% έως 0,9 %, διακύμανση δεικτών τιμών καταναλωτή - ΔΤΚ - από -0,5% έως 1,2 % ), δεν είναι ουσιώδης και δεν καταδεικνύει περαιτέρω μεταβολή των συνθηκών που να επήλθε εξ αιτίας της λήψεως των ως άνω δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσεως. Εξάλλου, τα συγκριτικά στοιχεία που η ενάγουσα επικαλείται, προκειμένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι το καταβαλλόμενο από αυτή μίσθωμα αποκλίνει ουσιωδώς του μισθώματος που καταβάλλουν άλλοι μισθωτές είναι απρόσφορα, διότι τα στοιχεία αυτά αναφέρονται χωρίς τα χαρακτηριστικά τους που τα καθιστούν συγκρίσιμα (δηλ. αν είναι ομοειδής γειτονικά, ποιός είναι ο χρόνος μισθώσεώς τους [.......]. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ελλείποντος του ως άνω όρου της αιφνίδιας και απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, δεν μπορεί να αξιολογηθεί, στο πλαίσιο του άρθρου 388 ΑΚ, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι από την έναρξη της λειτουργίας της επιχειρήσεως της τον Ιούνιο του έτους 2016 μέχρι την άσκηση της αγωγής τον Φεβρουάριο του έτους 2017 είχε μείωση του κύκλου εργασιών της, διότι και αν ακόμη αυτό είναι αληθές, τούτο εντάσσεται στον επιχειρηματικό κίνδυνο που ανέλαβε αυτή λειτουργώντας στο μίσθιο την επιχείρησή της, η προσδοκία της δε για επαρκή κερδοφορία αυτής (η οποία στην συνέχεια διαψεύσθηκε), αποτελεί υποκειμενική της παράσταση και όχι κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο των διαδίκων. Κατ' ακολουθία, η ενάγουσα αβάσιμα ισχυρίζεται ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ και ότι έχει δικαίωμα μειώσεως του καταβαλλομένου μισθώματος του ενδίκου μισθίου. Επίσης δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, διότι τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και λιτότητας που είχαν ληφθεί από την πολιτεία για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσεως και οδήγησαν στην συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και στην ύφεση της ελληνικής οικονομίας, λαμβάνονταν δε συνεχώς από το έτος 2010 μέχρι την υπογραφή του 3ου Μνημονίου τον Αύγουστο του έτους 2015, δεν αποτελούν μεταβολή των συνθηκών που επήλθε μετά την σύναψη της μισθώσεως του ενδίκου μισθίου τον Φεβρουάριο του έτους 2016, μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής τον Ιανουάριο του έτους 2018, αφού ήδη είχαν ληφθεί κατά την σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως, οι δε διάδικοι τελούσαν σε πλήρη γνώση αυτών, είχαν μάλιστα υποστεί και οι ίδιοι, όπως όλοι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις τις επώδυνες συνέπειές τους, έλαβαν δε οι διάδικοι υπόψη τους για τον καθορισμό του ύψους του μισθώματος τις επικρατούσες συνθήκες, συνεκτιμώντας τις δυσμενείς συνέπειες της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσεως, αλλά και την διαφαινόμενη έλλειψη προοπτικής γοργής ανακάμψεως της δοκιμαζόμενης οικονομίας της χώρας ......''. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας - ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, κατά αμφότερες τις βάσεις της, λόγω μη συνδρομής τνν προϋποθέσεων των άρθρων 388 και 288 ΑΚ. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά (η μετά την κατάρτιση της επίδικης μισθωτικής σύμβασης επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας και η μείωση της καταναλωτικής κίνησης στις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της εστίασης, παρά τις περί του αντιθέτου προσδοκίες της ενάγουσας, δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα) δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 388 και 288 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες α) ως προς την επίδραση της οικονομικής κρίσης της χώρας στην εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης της αναιρεσείουσας και β) ως προς το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση μίσθωσης, ώστε να κριθεί, εάν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης έγιναν δυσβάστακτες για τη μισθώτρια - αναιρεσείουσα και δεν διέλαβε καθόλου παραδοχές α) ως προς τη μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης της αναιρεσείουσας και εάν εξαιτίας τούτου επήλθε μεταβολή και ποια στην οικονομική δραστηριότητά της, β) για την ύπαρξη συνάφειας μεταξύ της μείωσης του καταναλωτικού κοινού που επισκεπτόταν την επιχείρηση της αναιρεσείουσας και της ζημίας της, καθώς εάν η ζημία οφείλεται στην οικονομική κρίση ή σε άλλους λόγους και ποιους γ) εάν η μεταβολή των περιστατικών ήταν ή όχι δυνατή ώστε να καθιστά την εκτέλεση της παροχής του οφειλέτη (καταβολή μισθώματος) ιδιαίτερα επαχθής σε σχέση με την αντιπαροχή, δ) στο σχηματισμό της μισθωτικής αξίας του επιδίκου ακινήτου με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δικαιικές αρχές που αποτέλεσαν γνώμονα για τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης. Οι προαναφερόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μισθώτρια επιχειρεί να πλήξει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, ο δεύτερος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποιά από αυτά προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 50/2020). Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 57/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (Ολ.ΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 779/2019]. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα: 1) τα ισοζύγια γενικών - αναλυτικών καθολικών από τον Ιούλιο του 2016 έως και τον Απρίλιο του 2017 και από τον Απρίλιο του 2017 έως και τον Δεκέμβριο του 2017, 2) τις ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ των μηνών Φεβρουαρίου 2016 έως Μαρτίου 2017 σύμφωνα με τις οποίες ορίσθηκε ότι στις περιπτώσεις μισθώσεων των οποίων η ετήσια αναπροσαρμογή μισθώματος οριζόταν, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στο 75% της μεταβολής του ΔΤΚ, όπως αυτός υπολογίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό του μισθώματος για τους ανωτέρω μήνες είναι σταθερά αρνητικό κατά το μεγαλύτερο διάστημα της επίδικης μίσθωσης και κυμαίνεται σε επίπεδα μεγαλύτερα του 0.5%, 3) τις αγγελίες για ενοικίαση όμορων καταστημάτων την επίδικη περίοδο, 4) την από 6-3-2017 εκτίμηση του μεσίτη Π. Κ., 5) την από 6-3-2017 εκτίμηση του πιστοποιημένου εκτιμητή Ε. Π., καθώς και 6) την από 8-12-2017 ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με την οποία ο δείκτης τιμών καταναλωτή κατά τη 12μηνη περίοδο Δεκεμβρίου 2016 - Νοεμβρίου 2017, διαμορφώθηκε σε 0,8%. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από 9-4-2019 εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι η τελευταία επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα παραπάνω έγγραφα προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτών. Όπως, όμως, προκύπτει από την τελευταία (προσβαλλόμενη απόφαση), το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "... όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και η από 6-3-2017 έκθεση εκτιμήσεως μισθωτικής αξίας ακινήτου που προσκομίζει η ενάγουσα του εκτιμητή Ε. Π. και η από 3-4-2017 έκθεση εκτιμήσεως μισθωτικής αξίας ακινήτου που προσκομίζουν οι εναγόμενες, καθώς και από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες ...". Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της καθόσον κατά τις παραδοχές της " ... η διακύμανση δε των δεικτών της ελληνικής οικονομίας κατά το βραχύ διάστημα των εννέα μηνών από την έναρξη της λειτουργίας της επιχειρήσεως της ενάγουσας στο μίσθιο (Ιούνιος του έτους 2016) μέχρι την άσκηση της αγωγής τον Φεβρουάριο του έτους 2017 (ποσοστό μείωσης του μισθώματος υπολογιζόμενο από την ΕΛΣΤΑΤ από - 0,4% έως 0,9%, διακύμανση δεικτών τιμών καταναλωτή - ΔΤΚ - από - 0,5% έως 1,2 %), δεν είναι ουσιώδης και δεν καταδεικνύει περαιτέρω μεταβολή των συνθηκών που να επήλθε εξ αιτίας της λήψεως των ως άνω δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσεως ...", προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το δικαστήριο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο η ήδη αναιρεσείουσα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισήμανση όμως ότι τα υπό στοιχ. 2 και 4 έγγραφα αναφέρονται ρητώς σ` αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), ενώ αξιολογούνται και τα συγκριτικά στοιχεία τα οποία η ενάγουσα επικαλείται, ως απρόσφορα, διότι "τα στοιχεία αυτά αναφέρονται χωρίς τα χαρακτηριστικά τους που τα καθιστούν συγκρίσιμα (δηλ. αν είναι ομοειδή, γειτονικά, ποιος είναι ο χρόνος μισθώσεώς τους)". Επομένως, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019). Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β'του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί μείωσης του κύκλου εργασιών της, ούτε την έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, το καταβαλλόμενο μίσθωμα, τις οικονομικές συνθήκες οι οποίες μεταβλήθηκαν από τη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης μέχρι την συζήτηση της αγωγής και τη ζημία της επιχείρησής της λόγω πτώσης του κύκλου εργασιών και μείωσης των ακαθάριστων εσόδων της. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί, εκτός του ότι το Εφετείο έλαβε αυτούς υπόψη και μετ` εκτίμηση των αποδείξεων τους απέρριψε, δεχόμενο ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 388 και 288 του ΑΚ, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε`του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την, από 4-12-2020 (αριθμ. καταθ. 9423/1066/2020), αίτηση για αναίρεση της 6549/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ