Αριθμός 555/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ζ. του Μ., ως συνδίκου της πτώχευσης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ A.E. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αλεξάνδρα Μικρουλέα, Βασιλική Γκισάκη και Φώτιο Γιαννούλα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4084/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1773/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της δεύτερης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η ερήμην της εκκαλούσας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας υπ'αριθμό 1773/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Το άρθρο 92 του Ν 3588/2007 <Πτωχευτικός Κώδικας> ορίζει τα εξής : < 1. Πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 54. 2. Η ανακοπή στρέφεται κατά του συνδίκου, καλείται δε στη σχετική δίκη και η επιτροπή των πιστωτών. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει τις διανομές που έχουν ήδη διαταχθεί από τον εισηγητή. Εάν διαταχθούν νέες διανομές πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, ο ανακόπτων μετέχει σ` αυτές για ορισμένο ποσό που προσδιορίζεται προσωρινά από τον πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το ποσό αυτό δεν καταβάλλεται στον ανακόπτοντα, αλλά φυλάσσεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Μετά την αναγνώριση της απαίτησης, ο ανακόπτων δικαιούται να ζητήσει από τον εισηγητή, να προαφαιρέσει από τα ποσά που δεν έχουν ακόμη διανεμηθεί τα μερίσματα που του αναλογούν από τις προηγηθείσες διανομές>. Από τη σαφή γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως και το σκοπό που επιδιώκεται με τη διαδικασία της εξελέγξεως των πιστωμάτων, που συνίσταται όχι μόνο στην ουσιαστική εξέλεγξη αυτών, αλλά κυρίως στην εκκαθάριση του παθητικού της πτωχεύσεως, κατά το δυνατόν ταχύτερον, το δικαίωμα ανακοπής του άρθρου 92 ΠτΚ παρέχεται μόνο στους πιστωτές που αμέλησαν ή δεν μπόρεσαν να εμφανίσουν τις απαιτήσεις τους προς επαλήθευση ή δεν εξέλεγξαν αυτές ενώπιον του εισηγητή εντός της νόμιμης προθεσμίας, όχι δε και στους πιστωτές που υπέβαλαν εμπροθέσμως τις απαιτήσεις τους στη διαδικασία της επαληθεύσεως, αλλά δεν μπόρεσαν να επιτύχουν την αναγνώρισή τους, συνεπεία απορρίψεώς τους από τον εισηγητή, ή το δικαστήριο που επιλήφθηκε της εκδικάσεως των κατ' αυτών ασκηθεισών αντιρρήσεων, ανεξαρτήτως του αν η απόρριψη αυτή έγινε κατ' ουσίαν ή για τυπικό λόγο, που είναι και η αοριστία της εμφανίσεως αυτών στην οικεία έκθεση του εισηγητή της πτωχεύσεως. Τούτο δε διότι η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος ανακοπής του άρθρου 92, ΠτΚ για την περίπτωση απορρίψεως των αντιρρήσεων από το δικαστήριο για λόγους τυπικούς, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση της διαδικασίας επαληθεύσεως των πιστωμάτων και κατά συνέπεια την αδυναμία θετικής εκκαθαρίσεως του παθητικού της πτωχεύσεως, εντεύθεν δε αβεβαιότητα της καταστάσεως πάντων των πιστωτών, κατά προφανή αντίθεση προς τον ως άνω σκοπό της διαδικασίας της επαληθεύσεως, ακόμη δε την ανισότητα μεταχειρίσεως από το νόμο των πιστωτών, δοθέντος ότι θα παρείχε σ' εκείνους, των οποίων οι απαιτήσεις απορρίφθηκαν για λόγους τυπικούς, εν όλω ή εν μέρει, το προνόμιο της εκ δευτέρου υποβολής των απαιτήσεών τους στη διαδικασία της επαληθεύσεως, σε αντίθεση προς εκείνους, των οποίων οι απαιτήσεις απορρίφθηκαν για λόγους ουσιαστικούς και θα εκμηδένιζε την σκοπoύμενη με την ανακοπή του άρθρου 92, από λόγους επιείκειας, εξίσωση των πιστωτών που δεν ανήγγειλαν εμπροθέσμως τις απαιτήσεις τους στη διαδικασία της επαληθεύσεως προς εκείνους, οι οποίοι τις ανήγγειλαν. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 ΠτΚ, απορρίπτοντας την ανακοπή της ως μη νόμιμη. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ'αυτήν τα ακόλουθα : < Ότι τις απαιτήσεις της κατά της εταιρείας ..., που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ'αριθμό 17980/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ανήγγειλε εμπροθέσμως στην σύνδικο της πτωχεύσεως και ήδη αναιρεσίβλητη, από τις οποίες όμως δεν επαληθεύθηκε απαίτησή της ποσού 4.914.699,81 ευρώ. Ότι κατά της αποφάσεως της συνδίκου άσκησε τις από 8-1-2016 αντιρρήσεις της ενώπιον της Εισηγήτριας Πτωχεύσεων που εισήχθησαν προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ'αριθ. 1236/2017 απόφασή του τις απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους. Ότι στη συνέχεια άσκησε τις από 17-3-2017 αντιρρήσεις της ενώπιον της ως άνω Εισηγήτριας που εισήχθηκαν προς συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο με την υπ'αριθ. 14618/2017 απόφασή του τις απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους >. Με βάση αυτό το ιστορικό η αναιρεσείουσα ζήτησε να εξελεγχθεί με δική της δαπάνη η ως άνω απαίτησή της και να αναγνωρισθεί ότι είναι πιστώτρια της πτωχής. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη ανακοπή δεν είναι νόμιμη, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα δεν είναι πιστωτής που αμέλησε ή δεν μπόρεσε να αναγγείλει την απαίτησή της προς επαλήθευση ή δεν την εξέλεγξε ενώπιον του εισηγητή εντός της νόμιμης προθεσμίας, αλλά αυτή ανήγγειλε την απαίτησή της εμπρόθεσμα και την υπέβαλε στη διαδικασία της επαληθεύσεως, πλην όμως δεν μπόρεσε να επιτύχει την αναγνώρισή της, διότι το πτωχευτικό δικαστήριο απέρριψε τις ασκηθείσες δύο φορές αντιρρήσεις της ως απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους και συνεπώς δεν δικαιούται να ζητήσει την επαλήθευση της απαιτήσεώς της από το πτωχευτικό δικαστήριο. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο ίδιο πόρισμα και απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 ΠτΚ και δεν την παραβίασε ευθέως και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 369/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της νομιμότητας της αναγγελίας της αναιρεσείουσας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη ανακοπή της αναιρεσείουσας και δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής. Κατά το άρθρο 55 εδ. α' του Ν. 3588/2007 (ΠτωχΚ), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ.1 εδάφ. β' του Ν. 4446/2016, "αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 του Κ.Πολ..Δ...". Ήδη με την εν λόγω αντικατάσταση του άρθρου αυτού, προστέθηκαν νέοι λόγοι αναιρέσεως και, συγκεκριμένα, από τους αριθμούς 4, 14, 16 και 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Οι διευρυμένοι, όμως, αυτοί νέοι λόγοι αναιρέσεως δεν καταλαμβάνουν πτωχεύσεις πριν την ισχύ του, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1 και παρ.2 εδάφ. β' και δ' του νεότερου αυτού νόμου 4446/2016, του οποίου η ισχύς, με ορισμένες εξαιρέσεις αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 240/Α/22-12-2016), στις οποίες, ορίζεται, αντίστοιχα, ότι οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του. Ως έναρξη διαδικασιών νοείται η κατάθεση αίτησης πτώχευσης. Οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών (ΑΠ 564/2021, ΑΠ 602/2018, ΑΠ 876/2017). Με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 16, 8, 11, 12, 17 άλλως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου που απέρριψαν τις αντιρρήσεις της αναιρεσείουσας ως αόριστες. β) Δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που περιέχονται στην ανακοπή της και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Και, γ) περιέχει αντιφατικές διατάξεις, άλλως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο για τη μη κλήση της προσθέτως παρεμβαίνουσας στη συζήτηση της εφέσεως της συνδίκου της πτωχεύσεως. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι στην προκείμενη περίπτωση εξακολουθεί να ισχύει και εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 55 εδ. α' Ν 3588/2007 που επιτρέπει αναίρεση κατά των αποφάσεων του πτωχευτικού δικαστηρίου μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι δε και για τους προβαλλόμενους, καθόσον η διαδικασία της πτωχεύσεως της ως άνω εταιρείας ... ήταν ήδη εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του μεταγενέστερου νόμου 4446/2016, του οποίου οι διατάξεις εφαρμόζονται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του, περίπτωση, που δεν συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ελλείψεων της νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, που σχετίζονται με την εφαρμογή τέτοιων κανόνων όχι δε και στην περίπτωση παραβιάσεως εκ πλαγίου κανόνα δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1595/2013, ΑΠ 996/2010, ΑΠ 1583/2007). Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το επικουρικό σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, δεχόμενο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, την έφεση της συνδίκου της πτωχεύσεως, παρόλο που αυτή δεν είχε κοινοποιηθεί στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη εκ πλαγίου παραβίαση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αφορά δικονομική και όχι ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-9-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 1773/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα εξ αυτών. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ