Αριθμός 1909/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013,με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΥΝΤΡΙΝΚΟ ΑΕ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "FOODRINCO" με έδρα στη ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Κωνσταντίνο-Μιχαήλ Σταθόπουλο και Αλέξανδρο Σπυρίδωνος. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΝΟΠΟΙΪΑ Ε. Μ. και ΥΙΟΣ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στο ... που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8119/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 5826/2010 και 1786/2011 διορθωτική της του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-10-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 4-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για υπόθεση αποζημίωση από προβαλλόμενη σύμβαση εμπορικής (αποκλειστικής) διανομής από την ήδη αναιρεσείουσα προϊόντων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατήγγειλε μονομερώς τη σχετική σύμβαση. ΙΙ. Παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση ευθέως ή εμμέσως κενού ή ασάφειας ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων (Ολ.ΑΠ 26/20043, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 1170/2009). Για τον χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι εταιρεία αντιπροσωπειών και διανομής τροφίμων, η οποία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα αντιπροσωπεύοντας και διανέμοντας επώνυμα προϊόντα ελληνικής και ξένης προέλευσης (νερό ΚΟΡΠΗ, Perrier, προϊόντα Nestle, πατάτες McCain, λάδι ΜΙΝΕΡΒΑ κ.α.). Για τις ανάγκες εξυπηρέτησης του αντικειμένου δραστηριοτήτων της διατηρεί ένα εκτεταμένο και άρτια οργανωμένο δίκτυο διανομής προϊόντων τροφίμων και ποτών, διαθέτει δε και την αντίστοιχη τεχνογνωσία. Η εναγομένη είναι εταιρεία με έδρα τη ..., η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριοτήτων τη βιομηχανική παραγωγή, επεξεργασία, εμφιάλωση, συντήρηση και εμπορία οίνου και ειδικότερα ρετσίνας που φέρει την εμπορική ονομασία "ΜΑΛΑΜΑΤΙΝΑ". Κατά το τέλος του έτους 1993 η εναγομένη συμφώνησε, προφορικά, με την ενάγουσα τη διανομή και προώθηση του ανωτέρω προϊόντος της στην περιοχή της Αττικής και γενικότερα της Νότιας Ελλάδας, προκειμένου να επιτύχει τη διάδοση του και σ' αυτόν το γεωγραφικό χώρο καθώς μέχρι τότε το προϊόν της περιοριζόταν στη Βόρεια Ελλάδα, όπου μάλιστα κατείχε μεγάλο ποσοστό της σχετικής αγοράς (92%). Ειδικότερα, με άτυπη (προφορική) σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα ανέλαβε να διαθέτει τα ακόλουθα προϊόντα παραγωγής της εναγόμενης ... Τα προϊόντα αυτά θα τα μεταπωλούσε στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό στη γεωγραφική περιοχή που συμφωνήθηκε (Νότια Ελλάδα και κυρίως στο νομό Αττικής). Ως αντάλλαγμα για την ανάληψη των υποχρεώσεων της αυτών συμφωνήθηκε να λαμβάνει : α) έκπτωση ποσοστού 20 % επί της αξίας κάθε τιμολογίου και β) πρόσθετη έκπτωση-αμοιβή ποσοστού 14 % επί του συνολικού ακαθάριστου (προ της αφαίρεσης του ανωτέρω 20%) κύκλου εργασιών που θα επιτύγχανε από την πώληση των ανωτέρω προϊόντων. Η συνεργασία των διαδίκων ξεκίνησε το Νοέμβριο του 1993 και συνεχίστηκε ομαλά έως τον Οκτώβριο του 2004. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η ενάγουσα, εκμεταλλευόμενη το άρτιο δίκτυο διανομής που ήδη διέθετε ως εταιρεία δραστηριοποιούν στο αντικείμενο αυτό, δημιούργησε και στη συνέχεια διεύρυνε τον κύκλο πελατών της εναγομένης διοχετεύοντας τα προϊόντα της σε πολλά σημεία πώλησης στον γεωγραφικό χώρο της Αττικής. Επίσης κατάφερε να εισάγει τα προϊόντα της εναγόμενης σε πολλές μεγάλες αλυσίδες super markets ... Αποτέλεσμα των ενεργειών της αυτών ήταν τα προϊόντα της εναγόμενης να παρουσιάζουν μια συνεχή αύξηση του ετήσιου κύκλου εργασιών για την περιοχή όπου δραστηριοποιείτο (η αξία των πωλήσεων, από 400.000 ευρώ περίπου, που ήταν κατά το έτος 1995 ξεπέρασε το 1.000.000 ευρώ το έτος 2004). Η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι η ανωτέρω σύμβαση που την συνέδεε με την εναγόμενη ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Ωστόσο όμως από όλα τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι, η επίδικη σύμβαση, δεν ήταν αποκλειστικής διανομής, αφού άλλωστε η εναγόμενη δεν πωλούσε μόνο στην ενάγουσα τα ανωτέρω προϊόντα της. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, η εναγόμενη, από το έτος 1997 έως τον Οκτώβριο του 2000, πωλούσε τα προϊόντα της (εκτός από την ενάγουσα) και στην εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕ", η οποία είχε την έδρα της στον ... . Στη συνέχεια και επειδή η ανωτέρω εταιρεία πτώχευσε, η εναγόμενη συνεργάστηκε, από το έτος 2001 μέχρι τον Ιούλιο του 2004, με την εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ", με έδρα τις ..., στην οποία επίσης πωλούσε τα ίδια προϊόντα που πωλούσε και στην ενάγουσα. Η τελευταία συνομολογεί μεν, την πώληση των προϊόντων της εναγόμενης στις εταιρείες ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕ και ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ, κατά τη χρονική περίοδο ισχύος και της δικής της σύμβασης με την εναγόμενη, πλην όμως ισχυρίζεται ότι, οι εν λόγω εταιρείες δεν πωλούσαν τα επίδικα προϊόντα στην Αττική, περιοχή η οποία ανήκε στην δική της αποκλειστική αρμοδιότητα και γεωγραφική περιοχή, όπου μόνο εκείνη δραστηριοποιείτο, αλλά σε περιοχές της Κεντρικής Ελλάδας (εκτός Αττικής) και της Νησιωτικής Ελλάδας. Ο ισχυρισμός της αυτός όμως, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, η συμφωνία της ενάγουσας με την εναγόμενη αφορούσε το γεωγραφικό χώρο, όχι μόνο της Αττικής αλλά ολόκληρης της Νότιας Ελλάδας, δηλαδή αφορούσε την ίδια ακριβώς περιοχή στην οποία δραστηριοποιούνταν, με βάση τις συμφωνίες τους με την εναγόμενη, και οι προαναφερθείσες δύο εταιρείες ... Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία πλήρως αποδεικνύεται, ότι η συμφωνία που σύναψε η ενάγουσα με την εναγόμενη, δεν αφορούσε διανομή των προϊόντων της τελευταίας, μόνο στο νομό Αττικής αλλά σε ολόκληρη τη Νότια Ελλάδα, όπου δραστηριοποιούνταν και οι εταιρείες ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕ, αρχικά, και ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ, μεταγενέστερα. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, οι ανωτέρω εταιρείες ουδέποτε πώλησαν προϊόντα της εναγόμενης στο νομό Αττικής ενώ, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν είχαν πωλήσει, η ίδια δεν το γνώριζε, αφού βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις της εναγόμενης, μη δυνάμενη να αστυνομεύει ολόκληρο το νομό Αττικής. Ούτε και αυτός ο ισχυρισμός της όμως αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ειδικά η εταιρεία ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ, όχι μόνο δραστηριοποιείτο και στο νομό Αττικής αλλά είχε και κοινούς με την ενάγουσα πελάτες και συγκεκριμένα από τους 355 πελάτες, που η τελευταία εισέφερε στην εναγόμενη, οι 189 ήταν κοινοί πελάτες και των δύο εταιρειών αφού, κατά την ίδια χρονική περίοδο, αγόραζαν ρετσίνα "ΜΑΛΑΜΑΤΙΝΑ", τόσο από την ενάγουσα, όσο και από την ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ. Οι κοινοί αυτοί πελάτες ήταν οι ακόλουθοι: ...". Με τις παραδοχές αυτές του, το Εφετείο, διαλαμβάνει επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της απόφασής του, όσον αφορά το θέμα της ύπαρξης σύμβασης απλής διανομής, ουδόλως δε διαπίστωσε κενό η ασάφεια στην σύμβαση, δίδοντας τον σχετικό χαρακτηρισμό της, ως άνω, με βάση και την προφορική σύναψή της. Άρα ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών και της υπαγωγής αυτών στον εν λόγω κανόνα. Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5§1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος(παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Η έννοια της αποκλειστικότητας είναι, ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή διανομής και επίσης ότι ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση, αντιδιαστέλλεται ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση των διατάξεων του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Έτσι, στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής. διαθέσεως (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας), ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Παρόλη, όμως, την διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διατάξεις του προμνημονευθέντος π.δ/τος, εφόσον σε συγκεκριμένη περίπτωση τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής προσομοιάζουν, έστω και αν δεν ταυτίζονται πλήρως, με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, αν ο διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση την υποχρέωση μη ανταγωνισμού, την τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, την υποχρέωση να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή, την υποχρέωση να διαφημίζει αυτά με δικές του δαπάνες, την υποχρέωση να γνωστοποιεί στον παραγωγό το πελατολόγιό του, αλλά και την υποχρέωση απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της συμβάσεως. Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών, καθιστά τον διανομέα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού, η δε εμπορική δραστηριότητα του διανομέα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται αμέσως οφέλη για τον παραγωγό ή τον χονδρέμπορο τόσο από την πώληση των συμβατικών προϊόντων στο διανομέα όσο και από τις παραπάνω υποχρεώσεις του τελευταίου. Στις περιπτώσεις αυτές και αφού λείπουν διατάξεις ρυθμίζουσες τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, υφισταμένου έτσι ακούσιου νομοθετικού κενού, εφαρμόζονται αναλογικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που ρυθμίζουν τα της εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως εκείνες των άρθρων 8 και 9 αυτού που ρυθμίζουν τα της καταγγελίας και της δίκαιης αποζημίωσης για απώλεια πελατείας και περαιτέρω αποζημίωσης του διανομέα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ. Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη, αναφέρθηκε, το Εφετείο δέχτηκε, με σαφή αιτιολογία, ορθώς και χωρίς κενά, πως υφίσταται σύμβαση απλής διανομής. Επομένως το δικαστήριο ορθώς δεν εφήρμοσε αναλογικά, το άρθρο 9 του Π.Δ. 219/1991, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει σχετικά τούτο, και την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός, ιδρύεται μόνον όταν, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό σφάλμα, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθά ανέγνωσε συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, γιατί τότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων μη ελεγχόμενη αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 25/2011). Πρέπει δε το Δικαστήριο να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι, όταν το έχει εκτιμήσει μαζί με αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει ειδικά τούτο (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011, ΑΠ 1482/2010), γιατί τότε, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 399/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τα ανωτέρω αποδεικνύονται: α) από το αναλυτικό καθολικό πελατών της εναγόμενης από το οποίο προκύπτουν οι πωλήσεις της προς τις εταιρείες ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕ και ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ, β) από το ευρετήριο πελατών της ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ (έγγραφο το οποίο νομίμως προσκομίζεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου -άρθρο 529 Κ.ΠολΔ.-, εφόσον η μη προσκομιδή του κατά την διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν οφείλεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια της εναγόμενης, αλλά στο γεγονός, ότι περιήλθε στην κατοχή της μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης), από το οποίο προκύπτουν τα ονόματα και οι επωνυμίες των πελατών της, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθέντες κοινοί πελάτες και γ) από την κατάθεση του μάρτυρα... Εξάλλου ο ανωτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας, περί πώλησης των επίδικων προϊόντων από τις προαναφερθείσες εταιρείες σε περιοχή διαφορετική από εκείνη που δραστηριοποιείται η ίδια, έρχεται σε αντίθεση και αντικρούεται από άλλα πραγματικά γεγονότα που αποδείχθηκαν και συνομολογούνται και από την ίδια ... Εξάλλου, η γνώση της ενάγουσας για την δραστηριοποίηση, τουλάχιστον της ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ, στην ίδια με εκείνη γεωγραφική περιοχή, προκύπτει και από το γεγονός ότι οι ανωτέρω κοινοί τους πελάτες ήταν, ως επί το πλείστον, μικρές επιχειρήσεις όπου ευχερέστατα μπορούσε να διαπιστώσει, κατά τη διάρκεια των επισκέψεων που διενεργούσε τακτικά προκειμένου να ελέγχει τη λειτουργία των συμβάσεων της όπως και η ίδια συνομολογεί, αν οι πελάτες της αυτοί προμηθεύονταν το ίδιο προϊόν και από άλλη εταιρεία. Τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, περί μη ύπαρξης αποκλειστικότητας στη σύμβαση διανομής που σύναψαν οι διάδικοι, δεν αναιρούνται ούτε: Α) από το γεγονός ότι η ενάγουσα πραγματοποιούσε μεγαλύτερο ύψος πωλήσεων από εκείνο που πραγματοποιούσε κάθε μια από τις ανωτέρω δύο εταιρείες ... Β) από τις διαφημιστικές καταχωρήσεις στην εφημερίδα Ε.Δ.Ε.Ο.Π. Πειραιά-Αττικής, στις οποίες προέβαινε η εναγόμενη, όπου αναφέρεται μόνο η ενάγουσα ως διανομέας της, αφού το γεγονός αυτό και μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή δικανική πεποίθηση καθώς επιδέχεται και διαφορετική ερμηνεία από εκείνη που επιχειρεί να της δώσει η ενάγουσα ... Γ) από το γεγονός ότι η ενάγουσα υποβλήθηκε σε δαπάνες και έξοδα διαφήμισης για την προώθηση του προϊόντος της εναγόμενης και την τοποθέτηση του στα ράφια μεγάλων αλυσίδων τροφίμων και ποτών. Τούτο διότι η ενάγουσα ασκούσε εμπορική δραστηριότητα για δικό της λογαριασμό και προς ίδιον όφελος και επομένως όλες οι ενέργειες και οι δαπάνες στις οποίες προέβαινε για την διαφήμιση και αναγνώριση του διανεμόμενου προϊόντος είχαν θετική επίδραση και στα δικά της οικονομικά συμφέροντα καθώς αύξαναν τον κύκλο εργασιών της και, κατά συνέπεια, και το κέρδος της ... Δ) από το γεγονός ότι: α) οι μάρτυρες της ενάγουσας θεωρούν την επίδικη σύμβαση ως τοιαύτη αποκλειστικής διανομής και β) η εναγόμενη δεν διαμαρτυρήθηκε, με τα εξώδικα τα οποία απέστειλε στην ενάγουσα, για τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως "αποκλειστικής" που ανέφερε η τελευταία στα δικά της εξώδικα, καθώς ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως "αποκλειστικής" ή "απλής" διανομής δεν θα δοθεί από τους μάρτυρες ή τους διαδίκους αλλά από το δικαστήριο μετά την έρευνα και θεώρηση των επί μέρους στοιχείων και χαρακτηριστικών της ερευνώμενης σύμβασης. Με βάση λοιπόν τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής (μη απαιτουμένης, κατόπιν αυτού, της έρευνας συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται να υφίστανται, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ως ομοιάζουσα με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας). Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, είχε τον χαρακτήρα της σύμβασης απλής διανομής, επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ και περί παραγγελιοδόχου μεταφοράς του ΕμπΝ και όχι εκείνες του π.δ/τος 219/1991. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, στις αρχές Οκτωβρίου του 2004, σε συνάντηση που έλαβε χώρα μεταξύ των στελεχών της εναγόμενης Ι. Μ. και Γ. Ο. και του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ν. Β. προέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των συμβαλλομένων, κυρίως όσον αφορά τον χρόνο εξόφλησης των οφειλών της ενάγουσας και το ύψος του εκάστοτε υπολοίπου της. Ειδικότερα η εναγόμενη ζήτησε από την ενάγουσα να εξοφλεί συντομότερα τις οφειλές της, θεωρώντας ότι το δικαίωμα της αυτό δεν αναιρείτο ούτε καταργείτο από το γεγονός ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της 11ετούς συνεργασίας τους ακολουθείτο τακτική καταβολής, με μεταχρονολογημένες επιταγές "έναντι λογαριασμού" και υπόλοιπα αρκετά υψηλά. Η ενάγουσα δεν συναίνεσε στην απαίτηση αυτή της εναγόμενης με αποτέλεσμα η τελευταία να ανακαλέσει την προς αυτήν εντολή της για διανομή των προϊόντων της, με προφορική καταγγελία που έλαβε χώρα τηλεφωνικώς, όπως η ίδια η ενάγουσα δέχεται στην αγωγή της, αλλά και στα εξώδικα που στη συνέχεια απέστειλε προς την εναγόμενη. Παράλληλα η εναγόμενη απέστειλε, σε πελάτες της ενάγουσας, επιστολή με την οποία τους ανακοίνωνε ότι, στις 25/10/2004, θα διέκοπτε τη συνεργασία της με την ενάγουσα ενημερώνοντας τους ότι για τυχόν παραγγελίες θα μπορούσαν πλέον να απευθύνονται στην ίδια την παραγωγό η οποία αναλάμβανε η ίδια πλέον τη διανομή των προϊόντων της. Κατόπιν αυτών λύθηκε η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και έκτοτε ουδεμία άλλη συναλλαγή έλαβε χώρα μεταξύ τους. Για την καταγγελία αυτή θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η σύμβαση διανομής ως ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, μπορεί να λυθεί με καταγγελία, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί εντολής του ΑΚ, που κατά ρητή επιταγή του άρθρου 91 ΕμπΝ εφαρμόζονται στη σύμβαση παραγγελίας, η οποία ομοιάζει ως προς ουσιώδη στοιχεία της με τη σύμβαση διανομής. Μεταξύ των διατάξεων περί εντολής είναι και αυτή του άρθρου 724 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, χωρίς δηλαδή να δεσμεύεται από προθεσμία... Στην κρινόμενη υπόθεση δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης από μέρους της εναγόμενης έγινε με σκοπό την απόσπαση πελατείας από την ενάγουσα ή την οικονομική της αποσταθεροποίηση ή με κακοβουλία κ.λ.π. Η απόφαση της εναγόμενης να αλλάξει τον τρόπο διανομής των προϊόντων της χρησιμοποιώντας άλλους τρόπους, με βάση δικά της κριτήρια, για τη διάρθρωση της επιχείρησης της και αναπτύσσοντας ιδιαίτερους επιχειρηματικούς συνδυασμούς για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της και προώθησης των πωλήσεων, έτσι ώστε να ενισχυθεί η θέση της έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι έρχεται σε αντίθεση με τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές. Επίσης η συνέπεια της καταγγελίας, δηλαδή η λύση της σύμβασης διανομής, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την ενάγουσα - διανομέα δυνατότητες της παραγωγού εταιρείας, αφού δεν ήταν άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της τελευταίας, στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης από αυτή διαρθρωτικής αλλαγής του συστήματος διανομής των προϊόντων της που αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμά της. Το γεγονός, άλλωστε, ότι η ενάγουσα είχε καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της αποδοτικότητας της συνεργασίας των διαδίκων και την ευρύτερη διάθεση των προϊόντων της εναγόμενης, κατά τα προαναφερθέντα, δεν καθιστά την καταγγελία καταχρηστική αφού η συμπεριφορά της αυτή έγινε στα πλαίσια της συναίνεσης και αποσκοπούσε στην επίτευξη του κοινού τους στόχου για βελτίωση της αποδοτικότητας αμφοτέρων των επιχειρήσεων τους, εντασσόμενη στο πλαίσιο της καλόπιστης εκτέλεσης της σύμβασης που επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ). Με βάση τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω η καταγγελία της εναγόμενης δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική ... Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά της Αττικής, ούτε ότι παρεμπόδισε -και δη εις βάρος της ενάγουσας- τη διατήρηση ενός αποτελεσματικού ανταγωνισμού, επηρεάζοντας μονομερώς τους όρους της αγοράς και μάλιστα με τη χρήση διαφορετικών πρακτικών και μέσων απ' αυτές που εφαρμόζονται, υπό ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού, σε προϊόντα ή υπηρεσίες. Ούτε βέβαια, η άρνηση πώλησης του προϊόντος της εναγόμενης στην ενάγουσα επηρέασε την επιχειρηματική δραστηριότητα της τελευταίας, αφού αυτή θα μπορούσε να διανείμει κάποιο άλλο, αντίστοιχου είδους και τιμής, προϊόν, όπως και έπραξε, αφού μετά τη λύση της συνεργασίας της με την εναγόμενη διένειμε το ανταγωνιστικό προϊόν ρετσίνα ΓΙΟΡΤΑΣΙ ... Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ούτε σχέση εξάρτησης της ενάγουσας από την εναγόμενη. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα στη σχέση της με την εναγόμενη λειτουργούσε ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας, αφού ήταν εταιρεία δραστηριοποιούμενη στον τομέα των διανομών, τόσο πριν την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, όσο και μετά από αυτή, διαθέτουσα ιδιαίτερα εκτεταμένο δίκτυο και τεχνογνωσία διανομής, στις σχέσεις της δε με την εναγόμενη είχε πλήρη και απόλυτη ελευθερία να αποφασίζει τις τακτικές προώθησης και προβολής του προϊόντος της τελευταίας. Επομένως, η επιχειρηματική της δομή δεν έγινε με σκοπό και επ' ευκαιρία της σύναψης της επίδικης σύμβασης, γι' αυτό άλλωστε και συνέχισε τη λειτουργία της ως επιχείρηση και μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με την εναγόμενη, αξιοποιώντας μάλιστα το δίκτυο διανομής της και το πελατολόγιο της με τη διανομή του προαναφερθέντος ανταγωνιστικού προϊόντος ... Με βάση τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, η ενάγουσα δεν δικαιούται, ούτε την αποζημίωση πελατείας που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, ούτε αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, τόσο με βάση τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, όσο και με βάση τις διατάξεις του ν. 703/1977. Τέλος και όσον αφορά την επικαλούμενη ηθική της βλάβη η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη προσβολή του ονόματος και της φήμης της στην αγορά. Την βλάβη της αυτή εντοπίζει ως απορρέουσα από την γνωστοποίηση εκ μέρους της εναγόμενης, με επιστολές που απέστειλε σε πελάτες της ενάγουσας, της διακοπής της συνεργασίας των διαδίκων, με αποτέλεσμα να την εμφανίσει σ' αυτούς: α) ως μη έχουσα εμπορική δυνατότητα και αξιοπιστία να κρατήσει τη διανομή του προϊόντος, β) ως μη απολαμβάνουσα την εμπιστοσύνη της εναγόμενης, γ) ως μη έχουσα την δυνατότητα, αξιοπιστία, σοβαρότητα, πρόνοια, ενδιαφέρον και σεβασμό προς τους πελάτες της να ανακοινώσει η ίδια την διακοπή της συνεργασίας, ε) ως μη έχουσα τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και στ) ως αδιαφορούσα για τις συνέπειες σε βάρος των πελατών της. Πράγματι η εναγόμενη, όπως προαναφέρθηκε, με επιστολές που απέστειλε προς πελάτες της ενάγουσας τους ενημέρωνε ότι από τις 25/10/2004 θα διακόψει τη συνεργασία της με την ενάγουσα και θα διαθέτει η ίδια πλέον τα προϊόντα της. Στις επιστολές αυτές όμως δεν αναφέρεται η παραμικρή δυσφημιστική αναφορά σε βάρος της ενάγουσας, ούτε καν οι λόγοι διακοπής της συνεργασίας τους, ούτε οποιαδήποτε νύξη για την αξιοπιστία και την σοβαρότητα της επιχείρησης της ενάγουσας. Ανακοινώθηκε μόνο ένα πραγματικό γεγονός. Ουδόλως δε αποδείχθηκε, ότι από την απλή αυτή αναφορά του ανωτέρω γεγονότος επήλθε οποιαδήποτε από τις ανωτέρω αναφερόμενες συνέπειες σε βάρος της ενάγουσας. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε, ότι η ως άνω καταγγελία έβλαψε την εμπορική φήμη της ενάγουσας και την αξιοπιστία της στην αγορά ή και ότι την απαξίωσε ηθικά και κοινωνικά, ούτε ότι δημιουργήθηκε η παραμικρή υπόνοια στους πελάτες της, σχετικά με τους λόγους της λύσης της ένδικης σύμβασης. Άλλωστε, στις εμπορικές συναλλαγές η διακοπή μιας συνεργασίας, έστω και μακροχρόνιας, δεν είναι γεγονός ασύνηθες, αθέμιτο ή προσβλητικό, αφού το κύριο κριτήριο για τη συνέχιση ή τη διακοπή μιας σύμβασης είναι, κυρίως, το οικονομικό συμφέρον των επιχειρήσεων, με βάση το οποίο και χαράσσεται η πολιτική τους. Περαιτέρω και αν ακόμα ήθελε υποτεθεί ότι, η ενάγουσα αποδίδει την ηθική της βλάβη, όχι μόνο στις ανωτέρω επιστολές, όπως αναφέρει στο ειδικό περί αυτής κεφάλαιο της αγωγής της, αλλά στη γενικότερη συμπεριφορά της εναγόμενης, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των όσων αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής της, και συγκεκριμένα στον τρόπο της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, που, κατά την άποψη της ενάγουσας, ήταν καταχρηστικός, αφού η μεταξύ τους υφιστάμενη σύμβαση λύθηκε αιφνίδια, αναιτιολόγητα και χωρίς δική της υπαιτιότητα, και πάλι δεν αποδείχθηκε ηθική της βλάβη, αφού η καταγγελία της σύμβασης δεν αποδείχθηκε ότι έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Επομένως και εφόσον δεν αποδείχθηκε η ηθική βλάβη της ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα περί επιδίκασης σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης". Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το "ευρετήριο πελατών" της εταιρείας "Πάρνηθα Τριάς ΑΕ" "αποδίδοντας σε αυτό νόημα από εσφαλμένη σύλληψη του υλικού του περιεχομένου". Ο λόγος αυτός, υπό τα προεκτεθέντα, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το διαληφθέν ανωτέρω μέρος της αποφάσεως και από την επισκόπηση του επίμαχου εγγράφου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού, αλλά αφού ανέγνωσε τούτο ορθώς, το συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά στοιχεία (χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικώς ή κυρίως σ' αυτό) και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Περαιτέρω, οι εκτεθείσες παραδοχές είναι σαφείς, επαρκείς και καθόλου αντιφατικές, με βάση δε αυτές αφενός μεν δικαιολογείται ο αποκλεισμός της ανάλογης εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση των ρυθμίσεων που αφορούν την σύμβαση της αντιπροσωπείας, αφετέρου δε καταφάσκεται η νομιμότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου και η αβασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους της αντιδίκου της του σχετικού δικαιώματός της. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. ΙV. Ο από το άρθρο 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται πλην άλλων, αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του έγγραφα που δεν προσκομίστηκαν παραδεκτά. Κατ' αρχήν, κατ' άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται, στην κατ' έφεση δίκη, να γίνει η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 12/2005). Το Εφετείο, όμως, έχει τη δυνατότητα να αποκρούσει το νέο αποδεικτικό μέσο, ως απαράδεκτο αν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του το αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίστηκε στον πρώτο βαθμό από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια του διαδίκου που το προσκομίζει (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 10/2007). Δεν απαιτείται δε να διαλαμβάνεται ειδική αιτιολογία, γιατί τούτο ελήφθη υπόψιν (ΑΠ 12/20058, ΑΠ 2355/2009). Εδώ, το Εφετείο, δέχεται, και το πελατολόγιο της εταιρείας "ΠΑΡΝΗΘΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ", προσκομίστηκε μεν το πρώτον ενώπιόν του, τούτο όμως, δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια, γιατί η εναγομένη το έλαβε στην κατοχή της, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Η αναιρεσείουσα παραθέτει σειρά γεγονότων, εκτιμά εκ νέου τις αποδείξεις και καταλήγει στην κατ' αυτήν, κρίση, πως το πιο πάνω έγγραφο απαραδέκτως προσήχθη το πρώτον ενώπιον του Εφετείου. Όμως τούτο ανάγεται, στην, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (βλ. και ΑΠ 318/2011, 11/2012). Άρα, αφού παραδεκτά προσκομίστηκε το πιο πάνω έγγραφο, ο τα αντίθετα προβάλλων, από το άρθρο 559 αρ.10 και 11 πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18.10.2011 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΥΤΡΙΝΚΟ Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑΣ και ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ" προς αναίρεση της 5826/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2013. Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ