Αριθμός 1749/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. του Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17348/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 651/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 30-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Με την από 30.3.2016 και με αριθ. κατάθ. 45/4.4.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 651/5.4.2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 22.6.2010 και με αριθμό κατ. 2545/24.6.2010 έφεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 17348/9.6.2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 16.3.2009 και με αριθμό κατ. 10959/17.3.2009 αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αντιμωλία των διαδίκων και αναγνωρίσθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της ως ωρομίσθια και αναπληρώτρια εκπαιδευτικός του κλάδου ΤΕ01.27 (κλωστοϋφαντουργίας) στο εναγόμενο κατά τα χρονικά διαστήματα από 4.11.2002 έως 10.6.2003 (με πρόγραμμα 10 ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως), από 22.9.2004 έως 15.6.2005 (με πρόγραμμα 11 ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως) και από 17.10.2005 έως 21.6.2006 (με πλήρες πρόγραμμα διδασκαλίας), υποχρεώθηκε δε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό, στο οποίο να βεβαιώνεται η εργασία της ως ωρομίσθιας και αναπληρώτριας εκπαιδευτικού του κλάδου ΤΕ01.27 (Κλωστοϋφαντουργίας) σε αυτό, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα (άρθρο 495 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα στις 4.4.2016, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 5.4.2013, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τον αριθμό 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/20115 και εφαρμόζεται στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, αλλά δεν επιδόθηκαν μέχρι την 1.1.2016, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οπότε άρχισε η ισχύς του παραπάνω νόμου (Ολ. ΑΠ 10/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). 2.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, ως και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Συνακόλουθα η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 915/2013, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό, από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 12 και 21 του Ν. 1566/1985 και της υπ' αριθμ. Δ2/31826/23.12.1986 (ΦΕΚ B'932) Υπουργικής απόφασης, με τις οποίες η ειδικότητα "Κοπτική - Ραπτική" με κωδικό ΤΕ01.22 και η ειδικότητα "Κλωστοϋφαντουργία" με κωδικό ΤΕ01.27, καταχωρήθηκαν ως ξεχωριστές και διακριτές μεταξύ τους ειδικότητες του εκπαιδευτικού προσωπικού κλάδου ΤΕ01 δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μη έχουσες καμία συνάφεια μεταξύ τους, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Ειδικότερα, το αναιρεσείον, αφού παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, περιορίζεται στο να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας. Εν συνεχεία της παράθεσης των πιο πάνω πραγματικών ισχυρισμών υπέρ των απόψεών του, περιορίζεται στο να διαλάβει στον ως άνω αναιρετικό λόγο αποσπασματικά μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο κρίθηκε ότι τα δυο πτυχία είναι συναφή και για το λόγο αυτό η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί το ίδιο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω μοναδικός από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι το εν λόγω αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της προϋπηρεσίας της ενάγουσας, ως ωρομίσθιας και αναπληρώτριας, στο εναγόμενο, έπρεπε να γίνει δεκτό, διότι μεταξύ των δύο ειδικοτήτων "Κοπτική - Ραπτική" και "Κλωστοϋφαντουργία", υπάρχει συνάφεια, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικού λόγου αναίρεσης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. 3.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.3.2016 και με αριθ. κατάθ. 45/4.4.2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 651/5.4.2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ