Αριθμός 2011/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Β. Φ. του Ε., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, που ανακάλεσε την από 23/9/2013 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του Δικηγόρου Νικόλαου Γκώνια, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Παναγιώτας Γκρίζη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 24/12/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλα τα μέρη των. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 516 παρ. 2, 523 παρ. 1 και 532 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αντέφεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε πρωτοδίκως καθ' ολοκληρίαν, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο δεν υφίσταται όταν με την αντέφεση προβάλει ισχυρισμούς που μπορεί να περιλάβει στις προτάσεις, Επομένως, κατά της εφέσεως του ενάγοντος που παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του, δεν έχει έννομο συμφέρον ο εναγόμενος να ασκήσει αντέφεση και να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση κατά της εφέσεως του ενάγοντος, του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσία, γιατί δεν αποδείχθηκαν οι αξιώσεις του, για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, άδειας, αποζημιώσεις για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές κ.λ.π., η νικήσασα στον πρώτο βαθμό εναγομένη δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση αντεφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής, για το λόγο ότι ο ενάγων δεν προσέφερε τις υπηρεσίες του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας καθόσον ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά άρνηση της αγωγής, μπορούσε να προβληθεί ανταποδεικτικώς μόνο μετά την τυχόν εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την κατ' ουσίαν έρευνα της διαφοράς από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε την αντέφεση που άσκησε η εναγομένη, με το ως άνω περιεχόμενο, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή, μόνον του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ( Ολ.Α.Π. 18 /1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους Εργασίας, προκύπτει ότι, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε. νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω συνταγματική διάταξη, δηλαδή, είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά που επισύρουν την εφαρμογή τους. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 341, 648 παρ. 1 και 655 ΣΚ και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι για το ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται η καταψήφιση του εργοδότη στην καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών ή άλλων οφειλομένων από την εργασιακή σύμβαση χρηματικών ποσών (π.χ. αμοιβές για υπερεργασία, νόμιμη και παράνομη, υπερωριακή εργασία .προσαυξήσεις για νυκτερινή εργασία), αρκεί να αναφέρεται η κατάρτιση και λειτουργία συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, χωρίς να απαιτείται μνεία για το αν η σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού σε κάθε περίπτωση η παροχή εργασίας γεννά αξίωση εμπρόθεσμης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι προσελήφθη στις 8/2/2006 από την Α. Δ., ιδιοκτήτρια της εβδομαδιαίας εφημερίδας με τον τίτλο " …" ως υπάλληλος δημοσιογράφος και υπεύθυνος για το ρεπορτάζ, την αρχισυνταξία της ύλης, τη διαμόρφωση της σελιδοποίησης και την εκτέλεση των τυπογραφικών εργασιών για την έκδοση της ως άνω εφημερίδας ,ότι κατά την πρόσληψη γνωστοποίησε στην ως άνω (αρχική) εργοδότρια ότι είναι έγγαμος και πατέρας ενός τέκνου, με προϋπηρεσία τριών ετών, ότι συμφώνησαν να εργάζεται με την ως άνω ειδικότητα και καθήκοντα επί οκτώ (8) ώρες την ημέρα επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, αμειβόμενος με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ, ότι από το τέλος Μαρτίου η αρχική εργοδότρια του μεταβίβασε ως σύνολο την επιχείρηση της στην εναγομένη, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης, μεταξύ των οποίων και αυτά που αφορούσαν τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος συνέχισε να απασχολείται στην ως άνω επιχείρηση με τους ίδιους όρους και ότι μέχρι την απόλυση του, στις αρχές Ιουλίου 2008,δεν ελάμβανε τις νόμιμες αποδοχές του, ούτε τα επιδόματα εορτών και άδειας, αν και εργαζόταν τα Σάββατα και τις Κυριακές, όπως επίσης παρείχε υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία, χωρίς να λάβει αποζημίωση για την απασχόληση του αυτή. Ζητούσε δε με την αγωγή του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 40.165,72 ευρώ, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με βάση το ως άνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού με τη μνεία, της εργασίας την οποία προσλήφθηκε να παρέχει και παρείχε κατά το διάστημα που εργάσθηκε στην εναγομένη και τη δικαιοπάροχο της, και αναλυτικά τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία απασχολήθηκε τα Σάββατα, τις Κυριακές, για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία, περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται σ' αυτή, α) ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δοθέντος ότι η παροχή εργασίας είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου δημιουργεί υποχρέωση εμπρόθεσμης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής και β) οι ΕΓΣΣΕ που ίσχυαν κατά την επίδικη περίοδο, με βάση τις οποίες θα υπολογίζονταν και θα καταβάλλονταν οι αποδοχές του ενάγοντος. Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό της εναγομένης, περί αοριστίας της αγωγής, που πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, δε παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δικάζοντας την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στο …στις 8/2/2006 μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και της δικαιοπαρόχου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Α. Δ., ιδιοκτήτριας της εβδομαδιαίας εφημερίδας με τον τίτλο " …", προσελήφθη για να εργασθεί ως δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης και υπεύθυνος ρεπορτάζ και διαμόρφωσης της σελιδοποίησης, καθώς και για την εκτέλεση των αναγκαίων τυπογραφικών εργασιών για την έκδοση της πιο πάνω εφημερίδας, επί οκτώ ώρες την ημέρα, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, αντί των προβλεπομένων από τις ΕΓΣΣΕ ελαχίστων μηνιαίων αποδοχών. Η έδρα της εφημερίδας ήταν στην …του Δήμου ... ενώ η αρχισυνταξία της ύλης, η διαμόρφωση της σελιδοποίησης και η εκτύπωση γινόταν στο …από τον ενάγοντα, στο τυπογραφείο της εφημερίδας επί της οδού ... και στο ίδιο κτίριο που ήταν η έδρα του εκπολιτιστικού Συλλόγου των απανταχού …"Η Κοίμησις της Θεοτόκου". Ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του με τις ως άνω ιδιότητες και κατά το συμφωνημένο ωράριο εργασίας, μέχρι το τέλος Μαρτίου 2007, στη δικαιοπάροχο της εναγομένης και στη συνέχεια στην τελευταία, στην οποία μεταβιβάσθηκε η εφημερίδα και η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου της .υποκαθιστώντας την στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, έως τις αρχές Ιουλίου του 2008, που μεταφέρθηκε και το τυπογραφείο της εφημερίδας από τo …στην έδρα της στην …του Ν... Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι ο ενάγων αν και πρόσφερε στην εναγομένη και στη δικαιοπάροχο της κατά το χρονικό διάστημα από 8/2/2006 έως 10/7/2008 τις ως άνω υπηρεσίες του, η τελευταία δεν του κατέβαλε, όπως συνομολογείται από την ίδια, τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 8 121 2006 έως 30/6/2008, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων, το επίδομα άδειας και οι αποδοχές άδειας, πλην του ποσού των 40 ευρώ εβδομαδιαίως (160 ευρώ μηνιαίως) και επομένως ο ενάγων, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενόψει του ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι γνωστοποίησε στην αρχική εργοδότρια ότι είναι έγγαμος και ότι έχει τριετή προϋπηρεσία, ούτε ότι η αρχική εργοδότρια γνώριζε τα ανωτέρω δικαιούται, σύμφωνα με τις ΕΓΣΣΕ 2006 και 2007 α) τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 8/2/2006 έως 107-7/2008 συνολικού ποσού 18.763,24 ευρώ, όπως εκτίθενται αναλυτικά. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι ο ενάγων ουδέποτε εργάσθηκε με την ως άνω ιδιότητα στην εφημερίδα που εξέδιδε ,ούτε συμφωνήθηκε αμοιβή του, καθόσον όλοι αρθρογραφούσαν δωρεάν, η εκτύπωση και κυκλοφορία της εφημερίδας ήταν εθελοντική , ενώ οι λοιπές δραστηριότητες (σύνταξη, σελιδοποίηση και εκτύπωση) γινόταν από την ίδια, το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι αβάσιμος, διότι από τα φύλλα της εφημερίδας που προσκομίσθηκαν προκύπτει ότι ο ενάγων, τόσο κατά το χρονικό διάστημα που ιδιοκτήτρια της εφημερίδας ήταν η Α. Δ. όσο και κατά το μεταγενέστερο, από το Μάρτιο του 2007 κι' εντεύθεν, κατά το οποίο ιδιοκτήτρια ήταν η εναγομένη αναφέρεται ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας. Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, την εξαφάνισε και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 18.319, 01 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 653, 655 Α.Κ., 1 παρ. 2 Ν. 1082 /1980, 10 παρ. 1 της ΥΑ 19040/1981, 3 παρ. 8 4 παρ. 1 ΑΝ 539/1946, όπως συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966 και 3 παρ. 15 του Ν.Δ. 4505/1966, καθώς και αυτές των άρθρων των ΕΓΣΣΕ των ετών 2006 και 2007, διέλαβε δε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι τρίτος (μέρη δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο) και τέταρτος (μέρη πρώτο, δεύτερο και τέταρτο) λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή για το συμφωνημένο ωράριο εργασίας, χωρίς να γίνεται σχετική μνεία στην αγωγή, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ. Δ., β) δέχθηκε τα ως άνω πράγματα ως αληθή χωρίς απόδειξη , από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, γ) δεν έλαβε υπόψη την υπ'αριθμ. 16488/-1/11/2007 βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας, την οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις της, που προβάλλονται με τα σχετικά μέρη των τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμες, καθόσον α) στην ένδικη αγωγή αναφέρεται ότι το συμφωνημένο ωράριο εργασίας ήταν 8 ώρες την ημέρα, β) το Εφετείο δεν δέχθηκε ως αληθή τα ως άνω πράγματα αλλά από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν ενώπιον αυτού, ήτοι τους μάρτυρες, τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση και γ) από τη σχετική βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες αυτής, προκύπτει ανενδοίαστα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το ως άνω έγγραφο. Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τους λόγους αυτούς (τρίτο και τέταρτο, είναι απαράδεκτες, καθόσον μ ' αυτές πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 12 λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, ενώ αντιθέτως δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα μέσα ή εάν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου πιο αξιόπιστους από του άλλου. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ'α' του Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ μέμφεται το Εφετείο ότι προσέδωσε στα προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο φύλλα των εφημερίδων, στα οποία αυτός αναφέρεται ως αρχισυντάκτης, αυξημένη αποδεικτική δύναμη, ως προς το ζήτημα, αν ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με την αναιρεσείουσα με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν προέβη σε σύγκριση αυτών με τα λοιπά έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ο λόγος αυτός (τέταρτος, μέρος πέμπτο), ανεξάρτητα από το ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, όπως είναι η των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δικάζεται η ένδικη υπόθεση, όπου το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με εξαίρεση την ομολογία, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση, είναι και αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχαν, αλλά τα εκτίμησε ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ. μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα Τέλος, η επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ ως αναιρετικού λόγου, χωρίς μνεία συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών (συγκεκριμένου εγγράφου με συγκεκριμένο περιεχόμενο το οποίο παραμορφώθηκε) είναι αόριστη και το σχετικό μέρος του τέταρτου λόγου απαράδεκτο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22/12/2011 αίτηση για αναίρεση της 395/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις ..... Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ