Αριθμός 1450/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. χας Χ. Κ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Λιόλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τσώκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17533/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2926/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με την από 10-2-2003 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1036/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2926/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 212/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά διάβασε την από 19-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2. ν. 2292/1995, όπως αντικαταστάθηκαν η μεν πρώτη με την παρ.3 του άρθρου 28 ν. 2578/1998, η δε δεύτερη με το άρθρο 42 ν. 2721/1999, ορίζονται τα εξής: "1.Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου εκ μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τα οποία η νομική Υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή από μέλη του, το αναιρεσείον αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ. αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλομένων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών καθώς και των προτάσεων των διαδίκων. Το κατά την επομένη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ. μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο δικαστήριο που απευθύνεται. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 10-5-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 212/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως στις 10 Μαΐου 2006 εντός της προθεσμίας των εξήντα (60)ημερών από τη κοινοποίηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στις 10-4-2006 όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή …στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2. ν.2298/1995, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης της αίτησης αναίρεσης (Μάιος 2006), καθόσον το άρθρο 12 του άνω νόμου καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 του άρθρου 13ν. 3790/2009 με έναρξη ισχύος 7-8-2009, ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, κατέθεσε στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο κατατέθηκε η αναίρεση, μέσα στη προθεσμία των εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της προσβαλλομένης αποφάσεως ήτοι στις 10-5-2006, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης του Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 1199/2006 γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. Επομένως, παραδεκτώς έχει ασκηθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 2 εδ. 7 του ν.147/1914 ορίσθηκε ότι στις νέες χώρες που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται η εν γένει ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως σε ισχύ οι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου που ρυθμίζουν τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, εφεξής δε οι περί αυτών δικαιοπραξίες συντελούνται κατά τους ελληνικούς νόμους. Εξάλλου, βασική αρχή του οθωμανικού δικαίου, εκδηλωμένη από το άρθρο 3 του θεμελιώδους νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) ήταν ότι όλη η γη προερχομένη από κατακτήσεις, ανήκε στο Δημόσιο, η κυριότητα του οποίου μόνον από τον Σουλτάνο ως εκπρόσωπό του, συνήθως με διάταγμα (φιρμάνι )μπορούσε να διατεθεί και δεν χωρούσε κατάλυσή της με κτητική παραγραφή. Τέτοια κατάλυση δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτιο (απόφαση ιεροδικεία)γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνον δικαιώματα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν. Περαιτέρω κατά του ανωτέρω νόμου διακρίνονται τρεις (3) κατηγορίες γαιών :α)οι δημόσιες γαίες β)οι ελεύθερης ιδιοκτησίας γαίες (μούλκια) και γ)οι αφιερωμένες γαίες ή βακούφια, δηλαδή εκείνες που κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο αφιερώθηκαν προς εκπλήρωση διηνεκούς εναγούς σκοπού και οι οποίες κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου διακρίνονται : α)στα γνήσια βακούφια, δηλαδή εκείνα των οποίων ο αφιερωτής έχει πλήρη κυριότητα (μουλκ) κατά τη σύσταση του αφιερώματος, καθώς και εκείνα που προέρχονται από δημόσιες γαίες με αφιέρωση υπέρ εναγούς σκοπού από τον Σουλτάνο, ο οποίος όμως παραιτείται και της ψιλής κυριότητας υπέρ του βακουφίου. Επ' αυτού του είδους βακουφίων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Πολιτικού Νόμου αλλά διέπονται από τους όρους που έθεσε ο αφιερωτής και β) στα μη γνήσια βακούφια που είναι αποσπάσματα δημόσιας γης των οποίων οι πρόσοδοι όπως είναι η δεκάτη και άλλοι φόροι, αφιερώθηκαν από τον Σουλτάνο ή από άλλον με άδεια εκείνου υπέρ εναγούς σκοπού χωρίς να αποβάλλουν την ιδιότητα της δημόσιας γης. Οι αφιερωμένες γαίες αυτού του είδους δεν διαφέρουν κατά τα άλλα από τις υπόλοιπες δημόσιες γαίες και υπάγονται στον προαναφερόμενο περί γαιών νόμο και όχι στις περί βακουφίων διατάξεις του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ανήκουν δε και μετά την αφιέρωση, κατά ψιλή κυριότητα, στην πολιτεία και φέρουν την ονομασία "ταχσησάτ" που σημαίνει ότι δεν αποτελεί αφιέρωμα η ίδια η γη αλλά ότι μόνον οι ανήκουσες στην πολιτεία πρόσοδοι από αυτήν έχουν ειδικώς αφιερωθεί υπέρ εναγούς σκοπού. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 35 του από 19 Τ. Α. του έτους Εγείρας 1280 (1862) νόμου περί βακουφίων συνάγεται ότι το προβλεπόμενο από την δεύτερη απ' αυτές αφιερωτήριο έγγραφο απαιτείται ως συστατικός τύπος και συνεπώς μόνον με αυτό είναι δυνατή η απόδειξη του βακουφίου που συνιστάται μετά την ισχύ του νόμου αυτού, ενώ προηγουμένως μπορούσε να συσταθεί με απλή δήλωση του αφιερωτή περί του αφιερώματος, περιεχομένη όμως σε γνώση άλλων, δυναμένων να μαρτυρήσουν γι' αυτήν. Ειδικώς τα ακίνητα βακούφια, αναλόγως των παρεχομένων δυνατοτήτων εκμεταλλεύσεως τους, διακρίνονται :α)σε εναγή καταστήματα, δηλαδή εκείνα που υπηρετούν αμέσως το σκοπό που όρισε ο αφιερωτής (βακήφ)χωρίς να αποφέρουν κάποια πρόοδο σε τρίτον (τεμένη, νοσοκομεία , σχολεία κλπ) και β) σε προσοδοφόρα, δηλαδή εκείνα που συμβάλλουν μόνον εμμέσως στην εκπλήρωση του σκοπού που έταξε ο αφιερωτής με τα εισοδήματα τα οποία αποκομίζονται από τη μίσθωση ή παραχώρησή τους σε ιδιώτες αντί τελέσματος. Δεδομένου ότι ο ιερός μουσουλμανικός νόμος αγνοεί τη νομική προσωπικότητα του αφιερώματος, τα βακουφικά κτήματα αμφοτέρων των κατηγοριών θεωρούνται θεια πράγματα των οποίων η ωφέλεια ανήκει στους ανθρώπους. Ειδικότερα τα προσοδοφόρα βακούφια αναλόγως του χαρακτήρα παραχωρήσεως τους προς τρίτους διακρίνονται σε τρία είδη: α) τα μονοτελή τα οποία κατείχαν και διοικούσαν οι έφοροι (ματεβελήδες) και επί των οποίων ο ιδιώτης έναντι καταβολής μισθώματος αποκτά για ορισμένο χρόνο μόνον το δικαίωμα χρήσεως ή καρπώσεως το οποίο δεν είναι μεταβιβαστό β) τα διτελή επί των οποίων έναντι καταβολής διπλού τελέσματος -μισθώματος δηλαδή ορισμένου ποσού κατά την παραχώρηση και ορισμένου συνήθως μικρού τελέσματος ετησίως ή κατ' άλλες χρονικές περιόδους, παραχωρείται στον ιδιώτη δικαίωμα χρήσεως και καρπώσεως διηνεκές με εμπράγματο χαρακτήρα (ωφέλιμη κυριότητα)κληρονομητό και μεταβιβαστό αλλά και δεκτικό υποθήκης και γ) το "μουκαταλή" δηλαδή εκείνα κατά τα οποία με την παραχώρηση έναντι καταβολής έναντι τελέσματος (μουκατά) παρέχεται στον τρίτο η εξουσία ανεγέρσεως και διατηρήσεως οικοδομής ή φυτεύσεως δένδρων και κλημάτων επί του εδάφους, μόνον δε τούτων (οικοδομής, δένδρων) ο παραχωρησιούχος αποκτά χωριστή κυριότητα μεταβιβαστή και κληρονομητή. Ενόψει των ανωτέρω, κριτήριο για τη διαπίστωση αν ένα βακουφικό κτήμα είναι γνήσιο ή μη γνήσιο, αποτελεί η νομική μορφή προελεύσεώς του και όχι ο χαρακτηρισμός του ως διτελούς, καθόσον τα διτελή βακουφικά ακίνητα είναι δυνατόν να προέρχονται από αφιέρωση γαίας είτε δημόσιας είτε ελεύθερης ιδιοκτησίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,7 και 27 της από 10-6-1930 συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που κυρώθηκε με το ν. 4793/1930, καθώς και τις διατάξεις της από 30-1-1923 συμβάσεως της Λωζάνης "περί ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών" που κυρώθηκε με το από 25-8-1923 Ν. Δ/γμα, όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία που εγκαταλείφθηκε στην Ελλάδα από ανταλλάξιμους μουσουλμάνους περιήλθε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Ανταλλάξιμα κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ή σαν και τα εναγή ιδρύματα καθώς και τα υπέρ εναγών σκοπών αφιερωμένα ακίνητα (γνήσια βακούφια) που αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα κυριότητας κατά το άρθρο 4 εδ. α' του τουρκικού νόμου περί γαιών. Επομένως και αυτά μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την 11-9-1915 ήσαν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ της 22/4-16/5/1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (ολ. ΑΠ 75/87). Από δε το άρθρο 78 του προαναφερομένου νόμου "περί γαιών" σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγών περί εγγραφών ταπίων της 7ης Σαμπάν 1276, τα οποία (άρθρα) ίσχυσαν μέχρι την 20-5-1917, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 2468 ιδίου έτους Δ/γμα της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης που επεκτάθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα με το ν. 1072/1917, εκείνος που εξουσίασε και καλλιέργησε συνεχώς¨ επί δέκα έτη χωρίς δικαστική αμφισβήτηση δημόσιες ή αφιερωμένες γαίες είτε έχει στα χέρια του ταπίου ή όχι, αποκτά δικαίωμα οριστικής εγκαταστάσεως (διηνεκώς εξουσιάσεως) το οποίο κατά το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 μετατρέπεται σε δικαίωμα πλήρως κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο αποκτά δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το οποίο, όμως, και τούτο, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία των μεταγραφών περιήλθε στον κατά τα ανωτέρω συνιδιοκτήτη των 4/5, σύμφωνα με τα άρθρα 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν.4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17-19 του ν. 1540/1938. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αφ.19ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκαν ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως ξαθ χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετ' εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα : Το επίδικο ακίνητο, ήτοι οικόπεδο εμβαδού 300 τετραγωνικών μέτρων, μαζί με το επ' αυτού κτίσμα, που βρίσκεται στη …οδός ... (πρώην αριθ… και …) και συνορεύει δυτικά με οδό ... ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Ν. και Π. Α. , βόρεια με ακίνητο Ε. Ι. και νότια με ιδιοκτησία Κ. Ξ. και ήδη της εκκαλούσας, όπως αυτό εικονίζεται στο με ημερομηνία 18-3-1994, με αριθμό Σχεδίου 1, διάγραμμα του πραγματογνώμονα Α. Ζ. με περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΑ, το αγόρασε η εκκαλούσα από τον Π. Π. με το ... /16-12-1960 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Σκουρή, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο δικαιοπάροχο της Π. Π. περιήλθε το επίδικο οικόπεδο, μαζί με το επ' αυτού κτίσμα, βάσει του ... /21-9-1960 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Παπία, που μεταγράφηκε νόμιμα. Με το διανεμητήριο αυτό συμβόλαιο ο ως άνω Π. Π. και ο Ε. Ι. διένειμαν ένα μεγαλύτερης έκτασης οικόπεδο, εμβαδού 600 τ.μ. και τα υπάρχοντα επ' αυτού από την εποχή της τουρκοκρατίας τρία ισόγεια καταστήματα που αποτελούσαν ενιαία οικοδομή και ο μεν δικαιοπάροχος της εκκαλούσας Π. Π. έλαβε διαιρετώς το επίδικο οικόπεδο εμβαδού 300 τ. μ. μαζί με το τμήμα των κτισμάτων (καταστημάτων) που υπήρχε επάνω σ' αυτό, ο δε Ε. Ι. το υπόλοιπο διαιρετό τμήμα του μείζονος οικοπέδου, εμβαδού επίσης 300 τ.μ., μαζί με το αντιστοιχούν σ" αυτό κτίσμα. Στον Ε. Ι. είχε περιέλθει το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακίνητου που διανεμήθηκε, κατόπιν αγοράς από τον Α. Μ. , βάσει του ... /1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Παπία που μεταγράφηκε νόμιμα. Στους Π. Π. και Α. Μ. είχε περιέλθει, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το εν λόγω οικόπεδο, με τα τρία συνεχόμενα καταστήματα του, βάσει του ... /1951 συμβολαίου διανομής εταιρικής περιουσίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Σκουρή, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα με το συμβόλαιο τούτο οι Π. Π. , Α. Μ. και Α. Τ., που ήταν ομόρρυθμα μελή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " ...", την οποία είχαν συστήσει κατά το έτος 1939, έλυσαν την εταιρία αυτή και διένειμαν μεταξύ τους την περιουσία αυτής, βάσει δε της διανομής περιήλθε στους δυο πρώτους, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία, το ως άνω οικόπεδο με τα καταστήματα του. Στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό 1) μερικά με το ... /21-7-1949 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιλτιάδη Τζιαννουδάκη , που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο, οι Ε. Γ., Σ. Γ., Ε. Γ. και Ο. συζ. Ι. Α., το γένος Μ. Γ., πώλησαν σ' αυτήν (ομόρρυθμη εταιρία) τα δυο από τα παραπάνω αναφερόμενα τρία συνεχόμενα καταστήματα, μαζί με το οικόπεδο τους, όσης έκτασης και αν είναι . Σύμφωνα με το συμβόλαιο τα πωληθέντα δυο καταστήματα μαζί με το οικόπεδο τους είχαν περιέλθει στους άνω πωλητές από κληρονομιά της Μ. χήρας Ζ. Ε., εξαδέλφης αυτών, η οποία πέθανε τον Μάρτιο του 1944 στο "Αουσβιτς και, όπως βεβαιώθηκε με την 198/1949 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτούς, ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς της. Το εν λόγω ακίνητο προηγουμένως ανήκε στην Μ. χήρα Μ. Ο. Ο., η οποία επίσης απεβίωσε στο " Αουσβιτς το 1943 και μετά από τις αναφερόμενες στο ίδιο ως άνω συμβόλαιο αλλεπάλληλες κληρονομικές διαδοχές (βλ. και τις προσκομιζόμενες 695/1949, 1605/1949 και 1607/1949 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) περιήλθε στην ανωτέρω Μ. χήρα Ζ. Ε. (δικαιοπάροχο των πωλητών) και 2) μερικά με το ... /20-8-1949 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο Ε. Γ. επώλησε σ' αυτήν (ομόρρυθμη εταιρία) το μεσαίο από τα προαναφερόμενα τρία καταστήματα, μαζί με το οικόπεδο του. Και το κατάστημα αυτό ανήκε προηγουμένως στην ανωτέρω Μ. χήρα Μ. Ο. Ο., η οποία με το ... /1931 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Σγουρού, που μεταγράφηκε νόμιμα, το επώλησε τον Ζ. Ε. Μετά δε το θάνατο. του τελευταίου και των τέκνων του, που όλοι τους πέθαναν το έτος 1943 στο " Αουσβιτς τούτο περιήλθε στη σύζυγό του Μ. Ε., ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο του. Αυτή, όπως; εκτέθηκε, πέθανε το Μάρτιο του 1944 στο Άουσβιτς και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους προαναφερόμενους εξαδέλφους της Ε. Γ. (πωλητή του μεσαίου καταστήματος), Σ. Γ., Ε. Γ. και Ο. Γ., συζ. Ι. Α. Στην απώτερη δικαιοπάροχο της εκκαλούσας Μ. χήρα Μ. Ο. Ο. περιήλθαν τα ανωτέρω τρία καταστήματα, με το οικόπεδό τους, με δωρεά αιτία θανάτου από το σύζυγό της Μ. Ο. η Ο., η οποία καταρτίστηκε με το ... /1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ανδρέα Σγουρού. Στο δωρητή δε Μ. Ο. είχε περιέλθει το ίδιο ακίνητο ως προς την εξουσίαση επί του εδάφους και την κυριότητα επί του επ' αυτού κτίσματος κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμ… μηνός Απριλίου 1325 (δικού μας 1909) τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) του τουρκικού κτηματολογίου Θεσσαλονίκης, κατά δε το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου εξ αγοράς από τον μέχρι τότε συνεξουσιαστή και συγκάτοχο Ι. Α. υιό του Α. Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... 1914 συμβολαίου του συμ3ολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Δεληγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο τελευταίο συμβόλαιο αναφέρεται, πλην άλλων, ότι "δυνάμει του υπ' αριθμ. …μηνός Απριλίου τουρκικού έτους 1325 (δικού μας 1909) τίτλου ιδιοκτησίας, καταχωρημένου στα τηρούμενα τότε στη Θεσσαλονίκη βιβλία ιδιοκτησίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι συμβαλλόμενοι είναι συγκύριοι και συγκάτοχοι τριών συνεχόμενων μεταξύ τους οικοδομών (μαγαζείων), κειμένων ........, υπαγομένων στην κατηγορία των "Ιτζαρελού" ακινήτων και δια τους Ιμάμηδες του Τ. Χ. Μ. προορισμένων ......." και ότι 'σήμερον ο Ι. Α. υιός Α. Χ. το ανήκον σ'αυτόν ήμισυ εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων ως ανωτέρω κτημάτων, μετά του οικοπέδου αυτών και παντός προσαρτήματος και παρακολουθήματος αυτών, βεβαρυμένου δι' εγγραφής υποθήκης υπέρ της πιστώτριας αυτού Β. συζ. Λ. Ν. προς ασφάλειαν προς αυτήν χρέους αυτού πιστουμένου, ......επώλησε, παρέδωσε και παρεχώρησε ....... προς τον συμβαλλόμενο Μ. Ο. , αντί τιμήματος 180 οθωμανικών λιρών ......". Εξάλλου από το με αριθμό πρωτ. 8712/10-6-1982 έγγραφο του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας του Υπουργείου Πολιτισμού και τα με αριθμό πρωτ. 8826/18-3-1980 επικυρωμένα αντίγραφα, με νόμιμη μετάφραση στην Ελληνική, των αναφερομένων σ' αυτά εγγραφών στο Βιβλίο Πρακτικών του Τουρκικού Κτηματολογίου Θεσσαλονίκης, τα οποία εξέδωσε ο Διευθυντής του ίδιου Ιστορικού Αρχείου, προκύπτει ότι επ' ονόματι των παραπάνω συνεξουσιαστών, απωτέρων δικαιοπαρόχων της εκκαλούσας, Μ. Α. Ο. η Ο. και Ι. του Χ., εκδόθηκε για το προαναφερόμενο ακίνητο αρχικά ο υπ' αριθμ… μηνός Απριλίου έτους 1325 (δικού μας 1909) τίτλος (ταπί) και εν συνεχεία ο υπ'αριθμ. …μηνός Απριλίου έτους 1325 (δικού μας 1909) τίτλος (ταπί) του Τουρκικού Κτηματολογίου Θεσσαλονίκης. Στο πρώτο ταπί (υπ' αριθμ…) αναγράφεται ότι το ακίνητο στο οποίο αφορά είναι κηπότοπος βακουφικός, εκτεταμένων κληρονομικών δικαιωμάτων, του βακουφίου του οποίου τα έσοδα προορίζονται για τους Ιμάμηδες του Ιερού Τζαμιού του Κ. Χ. Μ., κατηγορίας "Ιτζαρελού", ότι ο κηπότοπος βρίσκεται στη συνοικία Τσαΐρ, στη Λεωφόρο ... με αρ. μετώπου … και σύνορα......., έχει έκταση 1035 πήχεις, ότι λόγος έκδοσης του τίτλου είναι ότι το ακίνητο αυτό μεταβιβάσθηκε κληρονομικώς βάσει των κανονισμών περί εκτεταμένων κληρονομικών δικαιωμάτων μετά την απότιση του ετησίου μισθώματος (ιτζαρέ), ότι η αξία του είναι 5.000 γρόσια και ότι ο προηγούμενος τίτλος ήταν ο …μηνός Ιανουαρίου 1324 (δικού μας 1909). Στο δεύτερο ταπί (υπ' αριθμ…), που εκδόθηκε μετά την ανέγερση υπό των άνω εξουσιαστών στον κηπότοπο τριών καταστημάτων (αποθηκών) περιέχονται. τα εξής στοιχεία: "Είδος και κατηγορία γης: "Τρία μαγαζιά, εκτεταμένων κληρονομικών δικαιωμάτων εκ του Βακουφΐου του προωρισμένου δια τους Ιμάμας του τζαμιού του Κ. Χ. Μ., κατηγορίας "Ι. " έκτασις : "1035 πήχεις παλαιοί". Λόγος εκδόσεως του τίτλου: "Όντες συνιδιοκτήται ενός κήπου, κατασκεύασαν και οικοδόμησαν τρία μαγαζιά, νεωστί, ως εξάγεται εκ του πιστοποιητικού του εκδοθέντος υπό της συνοικίας των ........" και αξία "150.000 γρόσια". Ακόμη για το ίδιο ακίνητο εκδόθηκε ο υπ" αριθμ… μηνός Απριλίου έτους 1325 (δικού μας 1909) τίτλος υποθήκης με αριθμό …, με τον οποίο εγγράφηκε υποθήκη υπέρ της Μ. συζ. Λ. Ν., λόγω πωλήσεως επί εξωνήσει, για την ασφάλεια απαίτησης της τελευταίας από δάνειο ύψους 350 οθωμανικών λιρών που έδωσε στους ανωτέρω εξουσιαστές, επί των τριών καταστημάτων που ανήγειραν αυτοί στον κηπότοπο, τα οποία προσδιορίζονται στον τίτλο ως "Τρία μαγαζιά, εκτεταμένων κληρονομικών δικαιωμάτων, εκ του Βακουφΐου του προορισμένου δια τους Ι. του Τ. Κ. Χ. Μ., κατηγορίας Ιτζαρελου". Πριν από την έκδοση των ανωτέρω ταπίων το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) του ίδιου ακινήτου (κηπότοπου) είχαν από κοινού ο προαναφερόμενος Ι του Χ. και ο Μ. Α. Ε., στους οποίους: περιήλθε αυτό με οριστική αγορά από τον Λ. Μ. , για την οποία (αγορά) εκδόθηκε επ' ονόματι τους ο … μηνός Ιανουαρίου έτους 1324 (δικού μας 1909) τίτλος (ταπί) του τουρκικού κτηματολογίου Θεσσαλονίκης. Στο ταπί αυτό αναφέρονται ως είδος και κατηγορία του ακίνητου "διαχωρισθεΐς κηπότοπος, εκ του βακουφίου του Ιερού Τζαμιού του Κ. Χ. Μ., Ι. ", ως έκταση "1035 πήχεις παλαιοί", ως τέλεσμα (ιτζαρέ). "2 γρόσια", ως λόγος εκδόσεως του τίτλου "οριστική πώληση υπό του κυρίου Λ. Μ. ,. Ιταλού υπηκόου", ως προγενέστερος τίτλος "ο 74 Μαρτίου 1302 (1386)", ως νομέας και κύριος (μουτασσαρίφ) "Ι. του Χ. και Μ. Α. Ε. ", ως αξία "5.000 γρόσια" και ως τίμημα "5.000 γρόσια". Στον πωλητή Λ. Μ. είχε περιέλθει κατά το έτος 1886 το εν λόγω ακίνητο (κηπότοπος) με αγορά από την Μ. Φ. συζ. Σ. Γ. Μ., για την οποία (αγορά) εκδόθηκε στο όνομα του Λ. Μ. ο …μηνός Μαρτίου έτους 1302 (δικού μας 1886) τίτλος (ταπί) του τουρκικού κτηματολογίου Θεσσαλονίκης. Στο ταπί αυτό αναγράφεται στην ένδειξη είδος και κατηγορία ακίνητου "Βακούφιον διαχωρισθείς κηπότοπος", στην ένδειξη ονομασία Βακουφίου "Προωρισμένον δια τους Ιμάμηδες του Τ. Χ. Μ. ", στην ένδειξη έκταση "6,35 τετρ. πήχεις παλαιοί", στην ένδειξη τέλεσμα (ιτζαρέ) "3γρόσια και 20 παράδες", στην ένδειξη ποίος θα γίνει κάτοχος "Λ. Σ. Μ., Ιταλός υπήκοος", στην ένδειξη αντίτιμο πωλήσεως "18.000 γρόσια", στην ένδειξη φόροι υπέρ Δημοσΐου "58 γρόσια" και στην ένδειξη φόροι υπέρ βακουφιών "486 συνολικά γρόσια". Το Τζαμί Κ. Χ. Μ., καθώς και το τέμενος Καζάζ Ηασΐ Μουσά, έχει συσταθεί πριν το 1835, σε χρόνο που δεν μπορεί επακριβέστερα να προσδιοριστεί (βλ. Β. Δημητριάδη Τοπιογραφία Θεσ/νίκης έτη 1430-1912 σελ. 282 έως 284, και τα 8712/1932, Φ 15/1661/7.7.2005 έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας). Από το γεγονός ότι το επίδικο εκτάσεως 300 μ2 αποτελεί το 1/2 Κηπότοπου που είχε διαχωριστεί από το βακούφοι του ιερού Τζαμιού του Κ. Χ. Μ., το οποίο είχε μεγάλη έκταση (η οποία εξουσιαζόταν από τον αρχικό εξουσιαστή Λ. Μ. βλ. και έκθεση πραγματογνωμοσύνης και άνω ταπία στα οποία ο Λ. Μ. αναφέρεται συνορίτης (εξουσιαστής) από δυο πλευρές του επιδίκου ή του διαχωρισθέντος ως; άνω κηπότοπου) , σε συνδυασμό ότι το αρχικό ακίνητο ήταν προορισμένο για τους Ιμάμηδες; του Τζαμιού, συνάγεται αποδεικτικά ότι το επίδικο, μαζί με τις μεγαλύτερες ως άνω εκτάσεις, δεν μπορεί να προέρχεται από ιδιώτη αφιερωτή ιδιοκτήτη μουλκίου διότι (βλ. αρθ. 2 του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274) δεν επιτρεπόταν η ιδιοκτησία άνω του 1/2 στρέμματος ακαλύπτου μουλκίου, αλλά ήταν δημόσια γαία στην αγροτική τότε θέση Τσαΐρ" (έκταση πλούσια σε αγριόχορτα παραχωρήθηκε στο χρόνο σύστασης του Τζαμιού με άδεια του Σουλτάνου, χωρίς παραίτηση από την ψιλή κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους, ώστε μόνο οι πρόσοδοί του αφιερώθηκαν υπέρ του ευαγούς σκοπού (για τους ιμάμηδες του άνω Τζαμιού). Σε κάθε περίπτωση από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι ιδιώτης ιδιοκτήτης μουλκίου αφιέρωσε το επίδικο η έστω ότι με άδεια του Σουλτάνου και με παραίτηση από την ψιλή κυριότητα δημόσια γαία, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, αφιερώθηκε για την ίδρυση ή υπέρ του άνω ευαγούς σκοπού του Τζαμιού Κ. Χ. Μ., συνεπώς δεν αποδείχτηκαν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού του επιδίκου ως γνήσιου Βακουφίου. Εξάλλου, αποφασιστικό κριτήριο για το αν το επίδικο ήταν γνήσιο η μη γνήσιο Βακούφι κατά την έννοια του άρθ 4 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, δεν αποτελεί το γεγονός ότι ήταν προσοδοφόρο (μουστεγαλάτ) διτελές (ιδζαρετινλού), δοθέντος ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας προσοδοφόρα και διτελή μπορούσαν να είναι τόσο τα γνήσια, όσο και τα μη γνήσια βακούφια (άλλωστε στα 74 και 105 ως άνω ταπία αναγράφεται τέλεσμα μόνο (χωρί μίσθωμα). Κατά συνέπεια στο επίδικο, ως δημόσια γαία μη γνήσιου βακουφίου, εφαρμογή είχαν οι διατάξεις του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζαν 1274 (1856) και οι βάσει τίτλων ταπίων εξουσιαστές αυτού κατ' εφαρμογή των διατάξεων του δ/τος 2468/1917 της προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσ/νίκης, που κυρώθηκε με το ν 1072/1917, 49 και 50 του ν 2052/1920 και 101-104 του δ/τος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ 2 του ν 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθ 17-19 του ν 1540/1938, απέκτησαν κατά πρωτότυπο τρόπο κυριότητα στο επίδικο αρχικά κατά τα 4/5 και μετέπειτα κατά το υπόλοιπο 1/5. Συγκεκριμένα ο Μ. Ο. η Ο., εξουσιαστής του εδάφους του επίδικου και του παρακείμενου ακινήτου συνολικής έκτασης 600 μ2 (1035 πήχεων) βάσει του 144 μηνός Απριλίου 1325 (1909) τίτλου ταπίου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και λόγω μεταβίβασης του δικαιώματος εξουσίασης από το συνεξρυσιαστή του άλλου 1/2 εξ αδιαιρέτου βάσει του ... 1914 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νΐκης Γεωργίου Δεληγιάννη, που νόμιμα έχει μεταγραφεί, καθώς και συγκύριος των επ' αυτού κτισμάτων κατά τα άνω ποσοστά (κατά 100% από τη μεταγραφή του προαναφερθέντος συμβολαίου) με την ισχύ του ν 2052/1920 απέκτησε συγκυριότητα κατά τα 4/5 και επί του εδάφους της άνω έκτασης, η δε σύζυγος του, που απέκτησε βάσει του ... /1924 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ανδρέα Σγουρού με δωρεά αιτία θανάτου, τα άνω δικαιώματα κυριότητας του δικαιοπαρόχου της, από της. ισχύος του δ/τος της 11/12.11.1929 απέκτησε αυτοδικαίως και το υπόλοιπο 1/5 της κυριότητας του εδάφους της άνω έκτασης, του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο είχε περιέλθει η έκταση αυτή ως διαδόχου του Οθωμανικοί Κράτους δικαιώματι πολέμου (άρθ 60 της συνθήκης της Λωζάνης και όχι βάσει των διατάξεων πoυ θεμελιώνουν την ένσταση του) αποξενωθέντος κατά 100% της προϋπάρξασας κυριότητας επί της ίδιας δημόσιας γαίας κατά τον προαναφερθέντα νόμο περί γαιών. Κατά συνέπεια όλες οι μεταγενέστερες δια παραγώγων τρόπων μεταβιβάσεις της άνω εκτάσεως και του επιδίκου ως τμήματος αυτής που προαναφέρθηκαν έγιναν παρά κυρίων και η ενάγουσα έγινε κατά παράγωγο τρόπο κυρία του επιδίκου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση περί ιδίας κυριότητας που προέβαλε το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο, έκανε στη συνέχεια δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή αναγνώρισε την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) κυρία και νομέα του παραπάνω ακινήτου και τέλος δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την ασκηθείσα έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και της μη κτήσεως κυριότητας επ' αυτού εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Συγκεκριμένα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 300 τετ. μέτρων αποτελεί το 1/2 κηπότοπο που είχε διαχωριστεί από το βακούφι του ιερού τζαμιού του Κ.Χ. Μ. το οποίο είχε μεγάλη έκταση η οποία εξουσιαζόταν από τον αρχικό εξουσιαστή Λ. Μ. , δεν προερχόταν από ιδιώτη αφιερωτή ιδιοκτήτη μουλκίου, αλλά ήταν δημόσια γαία στην αγροτική θέση "Τσαΐρ" που παραχωρήθηκε στο χρόνο σύστασης του τζαμίου με άδεια του Σουλτάνου χωρίς παραίτηση από την ψιλή κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους, ότι μόνον οι πρόσοδοί του αφιερώθηκαν υπέρ του εναγούς σκοπού (για τους ιμάμηδες του τζαμίου) ότι δεν αποδείχτηκαν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού του επιδίκου ως γνησίου βακουφίου και ότι το επίδικο είναι δημόσια γαία μη γνησίου προσοδοφόρου διτελούς βακουφίου στο οποίο είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274(1856) και οι βάσει τίτλων ταπίων εξουσιαστές αυτού απέκτησαν κατά πρωτότυπο τρόπο κυριότητα στο επίδικο ακίνητο. Αντιφάσεις δε ή ανεπάρκειες δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς τα ζητήματα αυτά, τα επιχειρήματα που κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προς στήριξη του πορίσματος αυτού ότι στην υπ' αριθμ… μηνός Μαρτίου έτους 1302(1886) τίτλο του τουρκικού κτηματολογίου Θεσσαλονίκης και στην ένδειξη "κατηγορία ακινήτου" αναγραφόταν "Βακούφιον" διαχωρισθείς κηπότοπος", και στους υπ'αριθμ… μηνός Απριλίου έτους 1325(1909) και 144 μηνός Απριλίου έτους 1325(1909) τίτλους του τουρκικού κτηματολογίου Θεσσαλονίκης το ακίνητο στο οποίο αφορούν προσδιορίζεται ως "κηπότοπος βακουφικός εκτεταμένων κληρονομικών δικαιωμάτων " και "τρία μαγαζιά εκτεταμένων κληρονομικών δικαιωμάτων εκ βακουφίου του προωρισμένου δια τους ιμάμας του τζαμιού του Κ. Χ. Μ. κατηγορίας ιτζαρελού", αντιστοίχως. Ούτε αντιφάσκει η προσβαλλομένη απόφαση στην παραδοχή της ότι το επίδικο ακίνητο πρόκειται για διτελές μη γνήσιο βακούφιο, δεχόμενη ότι τούτο στους ως άνω τίτλους περιγράφεται ως "κηπότοπος εκτεταμένων κληρονομικών δικαιωμάτων", εφόσον με τα διτελή βακούφια παραχωρείται στον ιδιώτη δικαίωμα χρήσεως και καρπώσεως διηνεκές με εμπράγματο χαρακτήρα κληρονομητό και μεταβιβαστό αλλά και δεκτικό υποθήκης. Επομένως ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αφ. 19ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 10-5-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 212/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί το ηττώμενο αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολδ) μειωμένη κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 ν. 2693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-5-20ο6 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 212/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2013 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ