Αριθμός 824/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Ι. Γ., 2) Κ. Γ. του Ι., 3) Ν. Γ. του Ι., κατοίκων ... και 4) Μ. Α. του Χ., κατοίκου ..., από τους οποίους οι τρεις πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Ντόκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και ο τέταρτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2006 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκε η 62/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης ως αρμόδιο. Με κλήση των εναγόντων η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 426/2008 του ίδιου δικαστηρίου και 791/2010 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-2-2011 αίτησή του και τον από 27-10-2012 πρόσθετο λόγο της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις 4184Ε/1-10-2012 και 5514Β/31-10-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Λαρίσης ... και ... αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 7-2-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 791/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης καθώς και ακριβές αντίγραφο του από 27-10-2012 πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχουν κάτω από αυτά και με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (10-12-2012) επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο αναιρεσίβλητο. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την πιο πάνω δικάσιμο (10-12-2012), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ως αναιρεσίβλητος νομιμοποιείται παθητικώς ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικός του. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ.1 και 577 παρ.2 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς του οποίους δεν περιέχει τέτοιο λόγο (Α.Π. 999/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 14-2-2006 αγωγή τους, την οποία άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος, του τετάρτου αναιρεσιβλήτου και του ήδη μη διαδίκου Χ. Α., οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι από αμέλεια των εναγομένων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, επήλθε ο θάνατος του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Ι. Γ., ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά ως αποζημίωση στην πρώτη και ως χρηματική ικανοποίηση σε όλους λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Χ. Α. και έγινε μερικώς δεκτή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος και του τετάρτου αναιρεσιβλήτου. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν εφέσεις: α) ο αναιρεσείων στρεφόμενος κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, β) οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, στρεφόμενοι κατά του αναιρεσείοντος και του τετάρτου αναιρεσιβλήτου και γ) ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, στρεφόμενος κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, ενώ έγιναν δεκτές οι εφέσεις του αναιρεσείοντος και του τετάρτου αναιρεσιβλήτου. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αυτής και ειδικότερα μόνο ως προς τα κεφάλαιά της με τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων. Με βάση τ' ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση και ο πρόσθετος λόγος της πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατά το μέρος που στρέφονται κατά του τετάρτου αναιρεσιβλήτου, διότι ο τελευταίος ήταν ομόδικος του αναιρεσείοντος και ειδικότερα συνεναγόμενος αυτού στην αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και συνεφεσίβλητος αυτού στην έφεση των ιδίων, ενώ δεν υπήρξε διάδικος στην έφεση του αναιρεσείοντος ούτε ο τελευταίος υπήρξε διάδικος στη δική του έφεση. Επί πλέον από τα δικόγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου της προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτά λόγος αναιρέσεως που να στρέφεται κατά του τετάρτου αναιρεσιβλήτου. Επομένως η αίτηση και ο πρόσθετος λόγος της πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατά το μέρος τους που στρέφονται κατά του τετάρτου αναιρεσιβλήτου και για το λόγο αυτό, να μην καταδικασθεί όμως ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ερημοδίκησε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/ 2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.γ) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα πρωτοδίκως και κατ' έφεση για την απόδειξη του αρνητικού της αγωγής των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού ισχυρισμού του ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για το θάνατο του συζύγου της πρώτης και πατέρα των άλλων δύο Ι. Γ., καθώς και για την απόδειξη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του αποβιώσαντος που είχε προβάλει στα δικαστήρια της ουσίας και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) τα 3408/2007 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης και ειδικότερα τις αναφερόμενες καταθέσεις που περιέχονται σ' αυτά, 2) τα 426/2008 πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης) και ειδικότερα τις αναφερόμενες καταθέσεις που περιέχονται σ' αυτά, 3) την .../2010 ένορκη βεβαίωση του Γ. Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λαρίσης, 4) την .../2010 ένορκη βεβαίωση του Ν. Τ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λαρίσης, 5) την .../2010 ένορκη βεβαίωση του Κ. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λαρίσης, 6) το 57167/6-12-2004 έγγραφο της Δ.Ε.Η. Λαρίσης προς το Αστυνομικό Τμήμα Αμπελώνα και τη Διεύθυνση Εργασίας Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Λαρίσης, 7) τις από 6-12-2004 και από 7-12-2004 βεβαιώσεις του Ειδικού Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Πειραιώς "Μεταξά", 8) το από 8-9-2009 επικυρωμένο αντίγραφο καταστάσεων του 602 υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Λαρίσης, 9) την 11798/28-7-2009 βεβαίωση του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Λαρίσης και 10) την 11798/28-7-2009 έτερη βεβαίωση του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Λαρίσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι σ' αυτήν αναφέρεται ότι το εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση ... ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αρ. ..., ... και .../25-2-2010 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Σ., Ν. Τ. και Κ. Μ. που εξετάσθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας με πρόταση των εναγομένων μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους ... και ... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη βεβαίωση αυτή αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα τη μη λήψη υπόψη των οποίων αποδίδει στην προσβαλλομένη ο αναιρεσείων, καθενός από τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου σε αποζημίωση, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα του υποχρέου υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (Α.Π. 46/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο δεύτερος εναγόμενος [ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος] Μ. Α. είναι κύριος οικοπέδου που βρίσκεται στον ... . Προκειμένου να ανεγείρει σ' αυτό διώροφη οικοδομή ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείοντα] Α. Π., ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τη σύνταξη του σχεδίου ασφάλειας και υγείας και του σχετικού φακέλου καθώς και τη γενική επίβλεψη του έργου. Ακολούθως εκδόθηκε από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο Τυρνάβου η υπ' αρ. .../21-10-2004 άδεια οικοδομής, στην οποία αναφέρεται ότι επιβλέπων μηχανικός ορίστηκε για τη γενική επίβλεψη καθώς και για την επίβλεψη του φέροντα οργανισμού ο πρώτος εναγόμενος. Μετά την έκδοση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας ο δεύτερος εναγόμενος με σύμβαση που συνήψε με τον Ι. Γ., σύζυγο της πρώτης ενάγουσας [ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης] και πατέρα των λοιπών εναγόντων [ήδη δευτέρου και τρίτου αναιρεσιβλήτων] και το συνεταίρο του Α. Α., οι οποίοι ήσαν τεχνίτες σιδεράδες, ανέθεσε σ' αυτούς την τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού στην υπό ανέγερση οικοδομή. Στο χώρο που ανεγειρόταν η οικοδομή, έξω από την κάτοψη αυτής, διέρχονταν εναέριοι αγωγοί της Δ.Ε.Η. μέσης τάσης, σε ύψος 8,95 μέτρων από το έδαφος και σε ύψος 4,44 μέτρων από την πλάκα του πρώτου ορόφου αυτής. Στα προσκομιζόμενα με επίκληση σχέδιο ασφάλειας και υγείας και φάκελο ασφάλειας και υγείας που συνέταξε ο πρώτος εναγόμενος δεν αναφέρεται ότι πλησίον της υπό ανέγερση οικοδομής διέρχονται ηλεκτρικοί αγωγοί της Δ.Ε.Η. μέσης τάσης και ούτε αναφέρονται τα μέτρα ασφαλείας που θα έπρεπε να ληφθούν κατά την εκτέλεση των διαφόρων οικοδομικών εργασιών, μεταξύ των οποίων και της τοποθέτησης του σιδηρού οπλισμού. Κατά την εκτέλεση των εργασιών τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού χρησιμοποιούνταν σιδερόβεργες που είχαν μήκος 4,50 μέτρων αλλά και 7-8 μέτρων ... Την 6-12-2004, που ήταν μία βροχερή ημέρα, στην εν λόγω οικοδομή πραγματοποιούνταν εργασίες τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου από τους ανωτέρω Ι. Γ. και Α. Α., καθώς και εργασίες κατασκευής καλουπωμάτων από συνεργείο τεχνιτών με επικεφαλής τον Γ. Σ.. Περί ώρα 12.30' στην πλάκα του πρώτου ορόφου βρισκόταν ο Ι. Γ., εκτελώντας εργασίες τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού στην πλάκα του πρώτου ορόφου. Ο ανωτέρω, προτιθέμενος να τοποθετήσει στο οριζόντιο δοκάρι που βρισκόταν στο άκρο της πλάκας του πρώτου ορόφου μία σιδερόβεργα μήκους 4,50 μέτρων, από την άκρη αυτού (δοκαριού) που βρισκόταν πιο κοντά στους ηλεκτροφόρους αγωγούς σε σχέση με την άλλη άκρη του, ανύψωσε αυτήν κρατώντας την με τα χέρια του από το ένα άκρο της, με αποτέλεσμα να έρθει σε επαφή η σιδερόβεργα με τους ως άνω ηλεκτροφόρους αγωγούς της Δ.Ε.Η. Τούτο είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ανωτέρω Ι. Γ. ηλεκτροπληξία από την οποία επήλθε ο θάνατός του, ενώ υπήρξε και πτώση του στο έδαφος από ύψος 4,50 μέτρων περίπου. Κατά τον ως άνω χρόνο του ατυχήματος δεν παρίσταντο οι εναγόμενοι. Το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται κατά ποσοστό 50% στις παρακάτω παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις των εναγομένων, οι οποίοι όφειλαν και μπορούσαν να λάβουν και να τηρήσουν τα παρακάτω μέτρα ασφαλείας, η λήψη των οποίων επιβαλλόταν από τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του Ν. 1396/1981, 78, 79 του Π.Δ. 1073/1981, 3 παρ.3, 4 και 5 και 12 του Π.Δ. 305/1996 αλλά και από τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας από τους κινδύνους που απορρέουν από οικοδομικές δραστηριότητες, τα οποία και θα απέτρεπαν το ατύχημα. Ο πρώτος εναγόμενος ως μελετητής και επιβλέπων μηχανικός του έργου και ο δεύτερος ως κύριος του έργου μπορούσαν να προβλέψουν, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς τους, τον κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική τους ακεραιότητα που διέτρεχαν οι εργαζόμενοι στη συγκεκριμένη οικοδομή από την ύπαρξη πλησίον αυτής ηλεκτροφόρων αγωγών της Δ.Ε.Η. Ειδικότερα η υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου έγκειται στο ότι, ενώ ήταν ο μελετητής και ο επιβλέπων μηχανικός του έργου και γνώριζε την ύπαρξη των ηλεκτροφόρων αγωγών της Δ.Ε.Η., την απόσταση αυτών από την οικοδομή, καθώς και το γεγονός ότι κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών χρησιμοποιούνταν σιδερόβεργες μήκους 4,50 μέτρων, παρέλειψε από αμέλειά του να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, όπως ήταν υποχρεωμένος κατά τα προεκτεθέντα. Συγκεκριμένα, αν και όφειλε, α) δεν υπέδειξε στον κύριο του έργου ότι ήταν αναγκαίο να ειδοποιηθεί η αρμόδια υπηρεσία της Δ.Ε.Η. για την ύπαρξη πλησίον της οικοδομής ηλεκτροφόρων αγωγών, ώστε από κοινού να εξετασθούν και να ληφθούν μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος και β) στο σχέδιο και το φάκελο ασφαλείας και υγείας που συνέταξε δεν επισήμανε την ύπαρξη των ως άνω ηλεκτροφόρων αγωγών και δεν ανέφερε τα ειδικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν ώστε να αποτραπεί η προσέγγιση των εργαζομένων στους ηλεκτροφόρους αγωγούς και ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας. Αν ο πρώτος εναγόμενος περιελάμβανε στο σχέδιο και το φάκελο ασφαλείας και υγείας που συνέταξε, τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν για την αποφυγή προσέγγισης των εργαζομένων στο εργοτάξιο στους εναέριους ηλεκτροφόρους αγωγούς της Δ.Ε.Η., ο θανών θα ενημερωνόταν γι' αυτά, αφού ο φάκελος ασφαλείας και υγείας τηρείται στο εργοτάξιο και έτσι θα αποφευγόταν το ατύχημα. Επίσης δεν φρόντισε για την τοποθέτηση σανιδωμάτων στην πλευρά της οικοδομής που βρισκόταν προς την πλευρά των εναέριων αγωγών της Δ.Ε.Η., τα οποία θα εμπόδιζαν το θανόντα να τοποθετήσει τη σιδερόβεργα από την άνω πλευρά που γειτνίαζε με τους αγωγούς. Επίσης δεν φρόντισε να επισημανθεί με ευκρινή σήματα τοποθετημένα στο χώρο της υπό ανέγερση οικοδομής (και ιδίως στην πλευρά της οικοδομής που γειτνίαζε με τους αγωγούς, καθώς και στα σανιδώματα που έπρεπε να κατασκευασθούν) η ύπαρξη των εν λόγω αγωγών και η επικινδυνότητα αυτών. Η υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου έγκειται στο ότι, αν και γνώριζε την ύπαρξη των ως άνω αγωγών πλησίον της υπό ανέγερση οικοδομής και τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η θέση τους, παρέλειψε από αμέλειά του να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, όπως ήταν υποχρεωμένος ... και συγκεκριμένα, αν και όφειλε, α) δεν μερίμνησε να ειδοποιήσει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία της Δ.Ε.Η. για την ύπαρξη πλησίον της οικοδομής ηλεκτροφόρων αγωγών, ώστε από κοινού να εξετασθούν και να ληφθούν μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος, β) δεν επεσήμανε με ευκρινή σήματα στο χώρο της υπό ανέγερση οικοδομής την ύπαρξη των εν λόγω αγωγών και την επικινδυνότητα αυτών και γ) αν και γνώριζε ότι την ως άνω ημέρα θα πραγματοποιούνταν εργασίες τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού, δεν ειδοποίησε τον πρώτο εναγόμενο ώστε να παρίσταται κατά την εκτέλεση αυτών, προκειμένου να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για την αποφυγή προσέγγισης στους ηλεκτροφόρους αγωγούς και επίσης επέτρεψε στο θανόντα και το συνεργάτη του να εκτελέσουν τις ως άνω εργασίες, παρόλο που ο καιρός κατά τη συγκεκριμένη ημέρα ήταν βροχερός και ως εκ τούτου ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας ήταν αυξημένος. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν είχαν υποχρέωση ειδοποιήσεως της Δ.Ε.Η. ούτε λήψεως μέτρων ασφαλείας διότι η οικοδομή βρισκόταν σε μεγαλύτερη απόσταση από την προβλεπόμενη από τον κανονισμό της Δ.Ε.Η. ελάχιστη απόσταση των 3 μέτρων των κτιρίων από τους αγωγούς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, η υποχρέωση λήψης και τήρησης μέτρων ασφαλείας υπάρχει σε κάθε περίπτωση που πλησίον του εργοταξίου διέρχονται ηλεκτροφόροι αγωγοί και υπάρχει το ενδεχόμενο προσέγγισης των εργαζομένων σ' αυτούς και όχι μόνο όταν τα κτίρια απέχουν από τους αγωγούς λιγότερο από 3 μέτρα. Επίσης ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν υπήρχαν επισφαλείς συνθήκες και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητη ούτε εφικτή η λήψη μέτρων ασφαλείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι, εφόσον όπως προεκτέθηκε στις ανωτέρω εργασίες χρησιμοποιούνταν σιδερόβεργες 4,50 μέτρων αλλά και μεγαλύτερου μήκους και οι αγωγοί της Δ.Ε.Η. βρίσκονταν σε ύψος 4,44 μέτρων από το δάπεδο εργασίας, υπήρχε το ενδεχόμενο προσέγγισης των ηλεκτροφόρων αγωγών από τους εργαζομένους και συνακόλουθα κίνδυνος ηλεκτροπληξίας που εν προκειμένω δεν αποφεύχθηκε... Με τα ανωτέρω δεδομένα υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επελεύσεως του ατυχήματος και της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων. Στην επέλευση όμως του ατυχήματος κατά ποσοστό 50% συνέτρεξε και ίδιο πταίσμα του θανόντος και ειδικότερα αμέλειά του. Και τούτο διότι ο ανωτέρω ήταν παλαιός και έμπειρος τεχνίτης - σιδεράς και γνώριζε από ιδία αντίληψη την ύπαρξη των ηλεκτροφόρων αγωγών της Δ.Ε.Η. πλησίον της οικοδομής, καθώς και την επικινδυνότητά τους. Όφειλε συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 12 του Π.Δ. 305/1996 και 13 του Π.Δ. 17/1996, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός κατά την τοποθέτηση της σιδερόβεργας, ώστε αυτή να μην έλθει σε επαφή με τους εναέριους αγωγούς της Δ.Ε.Η. και συγκεκριμένα όφειλε και μπορούσε να σύρει τη σιδερόβεργα για να την τοποθετήσει στο δοκάρι και να μην την ανυψώσει, όπως έπραξε, καθώς και να αρχίσει την τοποθέτησή της από την αντίθετη πλευρά από αυτή που γειτνίαζε με τους αγωγούς. Κατόπιν αυτών ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα ήταν ο ίδιος ο θανών θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Πρέπει όμως να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρουν με τις εφέσεις τους, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και έκανε δεκτές τις εφέσεις του αναιρεσείοντος και του τετάρτου αναιρεσιβλήτου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και είχαν υποχρεωθεί ο αναιρεσείων και ο τέταρτος αναιρεσίβλητος να καταβάλουν εις ολόκληρον στους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους τα ποσά των 80.000, 70.000 και 70.000 ευρώ αντίστοιχα) και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε μερικώς την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα και τον τέταρτο αναιρεσίβλητο να καταβάλουν εις ολόκληρον στους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους τα ποσά των 60.000, 40.000 και 40.000 ευρώ αντίστοιχα. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου δεν συνιστά αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης το γεγονός ότι εκτίθεται σ' αυτές παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά όχι μόνο του αναιρεσείοντος αλλά και του τετάρτου αναιρεσιβλήτου καθώς και του θανόντος, διότι σε τούτο ακριβώς συνίσταται η έννοια της συνυπαιτιότητας. Περαιτέρω με τις παραπάνω παραδοχές το εφετείο δεν δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος ήταν οι ανωτέρω (αναιρεσείων, τέταρτος αναιρεσίβλητος και θανών) κατά ποσοστό 50% έκαστος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων αλλά ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος αυτού κατά ποσοστό 50% ήταν ο θανών και κατά το άλλο 50% οι λοιποί (αναιρεσείων και τέταρτος αναιρεσίβλητος), την ευθύνη του καθενός από τους οποίους δεν όφειλε να επιμερίσει σε συγκεκριμένα ποσοστά. Τούτο διότι αυτοί, ανεξαρτήτως του ποσοστού συνυπαιτιότητας του καθενός, είναι εις ολόκληρον υπεύθυνοι έναντι των εναγόντων-τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρο 926 Α.Κ.), ο τυχόν δε επιμερισμός της μεταξύ τους ευθύνης μπορεί να γίνει μόνο σε μεταξύ τους δίκη με την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής (άρθρο 927 Α.Κ.). Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος της και κατά το μέρος τους που στρέφονται κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, να μην καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων αυτών σύμφωνα με το σχετικό αίτήμα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-2-2011 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της 791/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης και τον από 27-10-2007 πρόσθετο λόγο της. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ