Αριθμός 2051/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου του Γεώργιο Κάκαλη. Των αναιρεσιβλήτων:1.Σ. Χ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τσιαούση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. και 2. Σ. Η. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 29 Ιουνίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 42/2010 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Αυγούστου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρ. 576 § 2 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αν δε η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της μη κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παραστάσεώς του κατ' αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 13-8-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 42/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, προσδιορίστηκε για συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 5ης-11-2012. Στη δικάσιμο αυτή εμφανίστηκαν ο αναιρεσείων και ο πρώτος των αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιους δικηγόρους. Δεν εμφανίστηκε όμως, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων. Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης, με αίτηση του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε για τη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (21-10-2013). Κατά την τελευταία δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, δεν παρέστη και πάλι ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ωστόσο, από τον παριστάμενο αναιρεσείοντα δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε απόδειξη ότι ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος, είχε κλητευθεί στην αρχική δικάσιμο, οπότε και αναβλήθηκε με αίτημά του (αναιρεσείοντος) η συζήτηση για τη σημειουμένη στην αρχή δικάσιμο. Συνεπώς, εφόσον ο δεύτερος αναιρεσίβλητος θεωρείται δικονομικά απών, κατά την αρχική δικάσιμο και παράλληλα δεν προκύπτει έγκυρη για τη δικάσιμο αυτή κλήτευση του τελευταίου, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν μπορεί να ισχύσει ως κλήτευση αυτού και συνακόλουθα έπρεπε αυτός να κλητευθεί για τη νέα δικάσιμο, ενέργεια, όμως, που δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε επικαλείται ότι προέβη ο αναιρεσείων. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, όσον αφορά τον απολιπόμενο αναιρεσίβλητο και στη συνέχεια, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για λοιπούς, νομίμως, παριστάμενους διαδίκους. 2. Με την από 13-8-2011 αίτηση διώκεται η αναίρεση της 42/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 9-12-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και έγινε εν μέρει δεκτή η αντίθετη έφεση των αντιδίκων του, κατά της 300/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που είχε δεχτεί ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την από 24-6-2004 αγωγή του, με αίτημα να καταδικαστούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, να του πληρώσουν συνολικά το ποσό των 70.977.58 ευρώ, προς ανόρθωση των υλικών ζημιών του (έξοδα νοσηλείας, απώλεια προσόδων από την εργασία του) και της ηθικής του βλάβης που υπέστη εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς τους από την οποία προκλήθηκαν σε αυτόν οι αναφερόμενες στην αγωγή σωματικές κακώσεις. 3. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 19/2011, 13/2002). Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά τα δυο σκέλη του, με τον οποίο παραπονείται ο αναιρεσείων για εσφαλμένη εφαρμογή, ευθέως και εκ πλαγίου, της διατάξεως του 932 ΑΚ, με επιζήμιο γι' αυτόν αποτέλεσμα, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μείωσε το επιδικασθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ποσό των 6.000 ευρώ σε εκείνο των 3.000 ευρώ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. 4. Κατά το άρθρο 520§1 ΚΠολΔ., το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρο 118 έως 120, και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Σε περίπτωση δε ελλείψεως λόγου εφέσεως σαφούς και ορισμένου η έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω οι πλημμέλειες της αποφάσεως συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία προσδιορίζεται επαρκώς από τη μνεία ότι από αυτή οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των περί την εκτίμηση των αποδείξεων σφαλμάτων. Στην περίπτωση αυτή, με βάση το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως (ΚΠολΔ. 522) το Εφετείο επανεκτιμά από την αρχή της ουσία της υποθέσεως, για να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΚΠολΔ. 534), με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση, χωρίς να περιορίζεται ως προς αυτή, στα προβαλλόμενα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. Επομένως ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει τον τέταρτο λόγο της έφεσης των αναιρεσίβλητων, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, συνισταμένου προδήλως, κατά την διατύπωσή του ( ..διότι τα επιδικασθέντα κονδύλια είναι υπερβολικά, επιδικασθέν κονδύλιο της ηθικής βλάβης είναι υπερβολικό...), στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, συνεπεία της οποίας εσφαλμένως οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε μερική παραδοχή της αγωγής του, και σε μείωση των επιδικασθέντων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κονδυλίων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς, με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση θετικώς με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν υπάρχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 15/2010, 200.2012). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ποιο είναι το παραμορφωθέν έγγραφο, το αληθές περιεχόμενο αυτού, ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/1989,). Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ. ΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Οφείλει πάντως το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου). Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά την κατάργηση με το άρθρο 14 ν.2915 των διατάξεων των άρθρων 341-345 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλεπόταν η έκδοση προδικαστικής απόφασης, για τη διεξαγωγή αποδείξεων, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση. Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες, που εφαρμόζεται το άρθρο 270 ΚΠολΔ . Τέλος ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως επί υποθέσεων επί των οποίων τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, στις οποίες το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη συμπληρωματικά και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου). Άλλωστε, στα ιδιωτικά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη, έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι, το δικαστήριο της ουσίας για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος: Α) δεν έλαβε υπόψη του, τα με επίκληση από αυτόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα: 1) την από 13-2-2006 ιατρική βεβαίωση του Σ. Μ., ιατρού της οφθαλμολογικής κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, με βάση την οποία αποδεικνυόταν, αφενός η ανικανότητά του για κοντινή εργασία, κατά ποσοστό 70% μέχρι τις 13-2-2006, αφετέρου η ανάγκη για λήψη βελτιωμένης διατροφής για διάστημα 5 μηνών, μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, αν και το έγγραφο τούτο είχε αυξημένη αποδεικτική δύναμη, έναντι των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και 2) την με αριθ..../ 17-2-2006 ένορκη βεβαίωση του Γ. Π., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σιάτιστας, Βασιλικής Τσιτσέλη, Β) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω ιατρικής βεβαίωσης, αφού δέχτηκε ότι δεν μπορεί να παράσχει πίστη για τα αναφερόμενα σ' αυτήν, όσον αφορά το χρονικό διάστημα της μειωμένης ικανότητάς του προς εργασία, καθώς και ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η λήψη βελτιωμένης διατροφής για το χρονικό διάστημα, που αναφέρεται σ'αυτήν. Γ) ότι αν και δεν πείστηκε για την αλήθεια των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών του, ενώ δεν υπήρχαν περί του αντιθέτου στοιχεία, παρέλειψε να διατάξει συμπληρωματικές αποδείξεις. Με βάση, τους ισχυρισμούς του αυτούς υποστηρίζει ότι το δικαστήριο υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 20, 10, 11γ, 8 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες. Οι από τους αριθμούς 11γ και 20 λόγοι, εκτός του ότι είναι απαράδεκτοι, όσον αφορά την ιατρική βεβαίωση, αφού αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 41/2009, 984/2008 79/2006) είναι και κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Τούτο διότι, α) όσον αφορά τον από τον αριθμό 11γ, από τη ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι, για καταλήξει το δικαστήριο στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα από τον αναιρεσείoντα επικληθέντα και προσκομισθέντα, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, β) για την από τον αριθμό 20 αποδιδόμενη παράβαση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε στο πιο πάνω επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να έχει στηρίξει τη κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο αυτό (ιατρική βεβαίωση), αλλά μετά από συνεκτίμησή του με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις και λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα) και χωρίς να εξαίρει το έγγραφο τούτο, το οποίο, να σημειωθεί δεν έχει αυξημένη αποδεικτική ισχύ έναντι των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Ο από τον ίδιο δε λόγο, επί μέρους ισχυρισμός του, ότι με το να δεχτεί το δικαστήριο της ουσίας τα αντίθετα από τα όσα βεβαιώνει το έγγραφο αυτό, υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Αβάσιμος είναι και από τον αρ. 10, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος, καθόσον υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου. Οι λοιποί λόγοι (από τους αριθμούς 8, 10 κατά τα υπόλοιπα μέρη του και 12), είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Συγκεκριμένα: α) ο από τον αριθμό 8, διότι η μη λήψη αποδεικτικού στοιχείου δεν θεμελιώνει τη συγκεκριμένη παράβαση, αφού η επίκληση αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποτελεί "πράγμα", με την προεκτεθείσα έννοια, β) όσον αφορά τον από τον αριθμό 10, κατά το υπόλοιπο μέρος του διότι, εφόσον η υπόθεση δικάσθηκε στον πρώτο βαθμό, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός. Να σημειωθεί ότι πλέον δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου για έκδοση προδικαστικής απόφασης, για την απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων και εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια, να διατάξει συμπληρωματικές αποδείξεις, εφόσον διαπιστώσει κενά ή αμφίβολα σημεία, με την επανάληψη της συζητήσεως, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ. Η κρίση δε του δικαστηρίου, για την ανάγκη ή μη συμπλήρωσης των αποδείξεων, εφόσον εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 652/2011). Τέλος, ο από τον αριθμό 12, διότι, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της σκέψης αυτής, ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα ιδιωτικά έγγραφα έναντι των λοιπών, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. 6. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/2006). Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον την υπόθεση μέρος της, όσον αφορά την επιδίκαση κατ' ουσίαν την απώλεια των προσόδων του αναιρεσείοντα από την εργασία του, κατά το διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Εκτός τούτων, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πριν τον τραυματισμό του διατηρούσε ατομική επιχείρηση επεξεργασίας γούνας στην πόλη της Σιάτιστας, όπου απασχολείται με όλα τα στάδια που απαιτούνται για την παραγωγή γούνινων και δερμάτινων παλτών, κατά το σύστημα φασόν, ενώ ως εξειδικευμένος τεχνίτης έχει άριστη επαγγελματική φήμη στην ημεδαπή και την διεθνή αγορά γούνας. Με δεδομένη όμως την κρίση των γουνεμπόρων στην περιοχή της Σιάτιστας, λόγω της πτώσης των πωλήσεων γούνινων παλτών από το έτος 2000 έως τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής (5-7-2004) προς την Ρωσία, όπου εξάγεται από την Σιάτιστα το 80% των παραγομένων προϊόντων, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, πού αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων αποκέρδαινε από την εργασία του αυτή, τόσο κατά τον χρόνο της τελεσθείσης σε βάρος του αδικοπραξίας όσο και κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, κατά μέσο όρο, το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως. Συνεπεία δε του τραυματισμού του, κατέστη ο ενάγων ανίκανος προς εργασία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, ήτοι μέχρι 3-6-2001, και όχι έξι (6) μηνών, όπως οι μάρτυρες αποδείξεως καταθέτουν σχετικά, αφού μέχρι 4-5-2001 είχε ήδη αποκατασταθεί, όπως προαναφέρθηκε, η οπτική οξύτητα του αριστερού οφθαλμού του κατά τα 8/10. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι από 1-9-2001 έως 1-7-2004 ήτοι για χρονικό διάστημα (34) μηνών παρουσίασε ο ενάγων και εξακολουθεί να παρουσιάζει έως της συζητήσεως της αγωγής μειωμένη κατά ποσοστό 70% ικανότητα για κοντινή εργασία, ως τεχνίτης γούνας, εξ αιτίας της οποίας απώλεσε το 70% των εισοδημάτων, πού θα αποκόμιζε από την εργασία του αυτή, κατά την παραπάνω χρονική περίοδο. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από μόνες τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως, το περιεχόμενο των οποίων είναι μεν σύμφωνο με την από 16-2-2006 βεβαίωση του ιατρού Σ. Μ., η οποία όμως δεν δύναται να παράσχει πίστη, καθόσον, ενώ αναφέρεται ότι συνεστήθη στον ενάγοντα αποχή από την εργασία του για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών και ότι διαπιστώθηκε μειωμένη ικανότητά του για κοντινή εργασία σε ποσοστό 70%, για την οποία σημειώνει ότι συνεχίζει και σήμερα να υπάρχει (ήτοι κατά τον χρόνο χορηγήσεως της εν λόγω βεβαιώσεως/16-2-2006), αφενός δεν διευκρινίζεται αν τ' ανωτέρω διαπιστώθηκαν και έγιναν οι σχετικές συστάσεις μετά από εξέταση του ενάγοντος και αφετέρου λόγω της αντιφατικότητάς της, συνισταμένης στο γεγονός ότι κάνει λόγο για ανικανότητα του ενάγοντος για κοντινή εργασία σε ποσοστό 70% ενώ η όρασή του έχει ήδη από 4-5-2001 αποκατασταθεί, κατά τα 8/10, σύμφωνα με το συνταγέν από τον ίδιο ιατρό υπ'αριθμ. 10353/4-5-2001 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου "ΑΧΕΠΑ". Ανεξαρτήτως τούτων, η ανικανότητα του ενάγοντος για εργασία για χρονικό διάστημα (6) μηνών αλλά και η μετέπειτα επικαλούμενη από αυτόν ανικανότητά του για κοντινή εργασία για χρονικό διάστημα (34) μηνών, αν πράγματι υφίστατο, θα μπορούσε ευχερώς να διαπιστωθεί από τα στοιχεία του τηρούμενου στο άνω Νοσοκομείο φακέλου του, από το βιβλιάριο ασθενείας του και προεχόντως από τον ασφαλιστικό του φορέα, στον οποίο μετά βεβαιότητος θα προσέφευγε για την σχετική συνδρομή και διεκδίκηση των δικαιωμάτων του και δεν θα περιοριζόταν στην προσκόμιση μιάς ιδιωτικής γνωματεύσεως. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα που ο ενάγων αδυνατούσε να εργαστεί (4-3-2001 έως και 3-6-2001) απώλεσε ό,τι θα αποκέρδαινε από την προαναφερόμενη εργασία του ήτοι το ποσό των 626 ευρώ μηνιαίως ( 25 € Χ 25 εργάσιμες ημέρες τον μήνα) και συνολικά το ποσό των 1.875 ευρώ (625 € Χ 3 μην)". Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πού δέχθηκε ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία για χρονικό διάστημα (6) μηνών μετά τον τραυματισμό του καθώς και ανικανότητα για κοντινή εργασία σε ποσοστό 70% για το επόμενο χρονικό διάστημα των (34) μηνών, επιδικάζοντας το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως και συνολικά τα ποσά των 3.750 και 14.875 ευρώ αντίστοιχα, έσφαλε στην ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά μερική παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως των εναγομένων ενώ ο αντίστοιχος λόγος της εφέσεως του ενάγοντα, με τον οποίο παραπονείται για την εις αυτόν επιδίκαση, για τις παραπάνω αιτίες, μόνον του ποσού των 25 € ημερησίως πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με τις παραδοχές του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, ενώ έχει και νόμιμη βάση καθόσον με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο πόρισμα του, για το πιο πάνω ζήτημα, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Ενόψει αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά τους παριστάμενους δαιδίκους στο σύνολό της και να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο, Σ. Η.. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για το αναιρεσίβλητο αυτό (Σ. Η.). Απορρίπτει, όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους, την από 13-8-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 42/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ