Αριθμός 1193/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ζ. του Ι., 2) Δ. συζ. Δ. Ζ., το γένος Ε. Κ., 3) Ι. Ζ. του Δ., 4) Μ. Ζ. του Δ., 5) Ε. Ζ. του Δ., 6) Α. Ζ. του Α., κατοίκων ..., 7) Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Λύτρα και 8) Γ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2017 αγωγή των 1ου έως και 7ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάστηκε με την από 8-9-2017 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-8-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 260 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 και ισχύει, κατ' άρθρο 120 του ίδιου νόμου, από 1-1-2022, όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους ανωτέρας βίας, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλον για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατ' αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 866/2022, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 21-8-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 42/21-8-2020) αίτηση αναίρεσης της 240/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 28-1-2022, με αριθμό πινακίου 44, σύμφωνα με την κάτω από αυτή Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από την 4366Γ/24-11-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Δ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 28-1-2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον όγδοο αναιρεσίβλητο. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση ματαιώθηκε εξαιτίας αναστολής των εργασιών όλων των δικαστηρίων και εισαγγελιών των Περιφερειών Αττικής και Κρήτης για την 27η και την 28η Ιανουαρίου 2022, λόγω των αιφνίδιων και έντονων καιρικών φαινομένων, δυνάμει της 4035/26-1-2022 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 190 Β/26-1-2022). Με την από 23-2-2022 Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η σημερινή (3-2-2023) και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό 39 με επιμέλεια του Γραμματέα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο όγδοος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν παραστάθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά τον αυτεπάγγελτο προσδιορισμό δικασίμου, κατ' άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη σημερινή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του όγδοου αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 240/25-5-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), με κατάθεση στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 21-8-2020, ήτοι εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης στην αναιρεσείουσα, που έλαβε χώρα στις 3-7-2020, καθόσον το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, κατ' άρθρο 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν υπολογίζεται στην προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν, ως προς τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη πρώτος, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, με την από 22-5-2017 κυρία αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη όγδοος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με τρέιλερ, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του, το θανάσιμο τραυματισμό του τέκνου, αδελφού και μνηστήρα τους Ε. Ζ., οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή. Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν, ο πρώτος (πατέρας του θύματος) αποζημίωση για έξοδα κηδείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και οι λοιποί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), με την από 8-9-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της προς το ίδιο Δικαστήριο, επικαλούμενη εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, λόγω διαφορετικής από την προβλεπόμενη στην άδεια κυκλοφορίας χρήσης του ασφαλισμένου-ζημιογόνου αυτοκινήτου, ζήτησε, σε περίπτωση ήττας της στην κυρία αγωγή, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου (ήδη όγδοου αναιρεσιβλήτου), ως οδηγού και ιδιοκτήτη του ίδιου οχήματος, να της καταβάλει κάθε ποσό που αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες για τις ως άνω αιτίες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 57/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές, α) έκρινε συνυπαίτιους του ατυχήματος, κατά ποσοστό 50% τον καθένα, τόσο τον εναγόμενο οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (ήδη όγδοο αναιρεσίβλητο) όσο και τον ίδιο το θανατωθέντα, β) ανέβαλε τη συζήτηση της κυρίας αγωγής ως προς το κονδύλιο περί αποζημίωσης του πρώτου ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) για έξοδα κηδείας του θανατωθέντος τέκνου του, γ) δέχτηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την κυρία αγωγή, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση ποσού 50.000 ευρώ σε καθέναν από τους γονείς, 25.000 ευρώ σε κάθε αδελφό και 8.000 ευρώ στη μνηστή του θανόντος και δ) δέχτηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά αυτής της απόφασης οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και ειδικότερα: Οι κυρίως ενάγοντες (ήδη πρώτος, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων) την από 7-5-2018 έφεσή τους, η δεύτερη εναγομένη της κυρίας αγωγής και ενάγουσα της παρεμπίπτουσας αγωγής (ήδη αναιρεσείουσα) την από 2-5-2018 έφεσή της και ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής και εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής (ήδη όγδοος αναιρεσίβλητος) την από 11-7-2018 έφεσή του. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 240/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ομοίως με το πρωτοβάθμιο ως προς την υπαιτιότητα, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των κυρίως εναγόντων, δέχτηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των λοιπών διαδίκων ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και ερεύνησε εκ νέου τις αγωγές, δέχτηκε αυτές εν μέρει, επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση στους κυρίως ενάγοντες (ήδη πρώτο, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων) το ποσό των 35.000 ευρώ σε κάθε γονέα, των 18.000 ευρώ σε κάθε αδελφό και των 6.000 ευρώ στη μνηστή του θανατωθέντος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τη διαδικασία παροχής της έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 2/2001), σε αντίθεση με το λόγο του αριθμού 1 με τον οποίο ελέγχονται οι παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνουν δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται μόνον κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Σκοπός της παραπάνω απαγόρευσης είναι η αποφυγή κατάτμησης της διαφοράς μεταξύ δικαστηρίων πρώτου και δευτέρου βαθμού, ως και η εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου για τον οριστικό τερματισμό της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης παροχής έννομης προστασίας του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση που περατώνει τη δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικά ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με το ως άνω ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 1/2019). Ο κανόνας αυτός κάμπτεται στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει απλή ομοδικία και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς έναν ή μερικούς ομοδίκους και μη οριστική ή εν μέρει οριστική για τους λοιπούς, γιατί από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2, 76 και 517 εδ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή η έναντι κάθε ομοδίκου οριστική διάγνωση έχει αυτοτέλεια και η ως προς αυτόν κρίση περατώνει έναντι αυτού τη δίκη. Περίπτωση απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης αγωγών) υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι προς αποζημίωση από αδικοπραξία ή εκ του νόμου, ενώνονται δε σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός από αυτούς έναντι των λοιπών. Τέτοια είναι και η περίπτωση των συγγενών θανατωθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, των οποίων σωρεύονται στην ίδια αγωγή αξιώσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Και αυτό γιατί κάθε αξίωση κάθε δικαιούχου είναι αυτοτελής και προσωποπαγής (ΑΠ 747/2014). Επομένως, δεν είναι οριστική η απόφαση ως προς εκείνον εκ των εναγόντων, για τον οποίο αναβάλλεται η συζήτηση για ένα από τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια και αποφαίνεται οριστικά για τα υπόλοιπα που τον αφορούν, όπως και για τα αιτήματα των λοιπών εναγόντων-ομοδίκων του και δεν υπόκειται, ως προς τον ενάγοντα αυτόν, σε έφεση ούτε ως προς τις οριστικές διατάξεις της (ΑΠ 685/2022, ΑΠ 800/2021, ΑΠ 876/1015). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον θεμελιώνεται στη βλάβη που αυτός υπέστη από την ύπαρξη δυσμενούς για τον ίδιο διάταξης και υπέρ του αντιδίκου του. Έτσι, ο εφεσίβλητος θεωρείται βλαπτόμενος όταν η έφεση έγινε δεκτή εν όλω ή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η βλάβη του αναιρεσείοντος θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός βλάπτεται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι από τις δυσμενείς αιτιολογίες της, πρέπει δε η βλάβη αυτή να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του (ΑΠ 51/2019, ΑΠ 401/2017, ΑΠ154/2017, ΑΠ 640/2015). Το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει και για την προβολή κάθε αναιρετικού λόγου, λαμβάνεται δε υπόψη και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η άσκηση αναίρεσης και από τον διάδικο που νίκησε, μόνον όταν αυτός βλάπτεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες παράγουν δυσμενές γι' αυτόν δεδικασμένο σε άλλη δίκη, επέχουν δηλαδή θέση διατακτικού (ΑΠ 277/2021, ΑΠ 1067/2012, ΑΠ 394/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει παραδεκτή την από 7-5-2018 έφεση των κυρίως εναγόντων ως προς τον πρώτο των εκκαλούντων και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Δ. Ζ., αν και η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ήταν ως προς αυτόν εν μέρει οριστική, απορρίπτοντας τον νομίμως προταθέντα σχετικό ισχυρισμό της, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, γιατί ναι μεν, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της 57/2018 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η τελευταία απόφαση ήταν πράγματι ως προς τον πιο πάνω διάδικο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, εν μέρει οριστική, μη υποκείμενη ως τέτοια σε έφεση, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης αυτού για έξοδα κηδείας του θανόντος και αποφάνθηκε οριστικά μόνον ως προς το κονδύλιο της χρηματικής του ικανοποίησης, πλην όμως η ασκηθείσα από τον ίδιο διάδικο έφεση κατά της αναιρεσείουσας (και του όγδοου αναιρεσιβλήτου), κριθείσα παραδεκτή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίφθηκε στη συνέχεια κατ' ουσίαν στο σύνολό της και η αναιρεσείουσα, ως νικήσασα εφεσίβλητη, δεν έχει, ούτε επικαλείται, έννομο συμφέρον, για την προβολή του ως άνω αναιρετικού λόγου. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της κατά το άρθρο 300 του ΑΚ. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικά (ΑΠ 1445/2021, ΑΠ 1393/2021, ΑΠ 1652/2017, ΑΠ 810/2017). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση τροχαίου ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 972/2021, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτή αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1681/2018). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία και προτάσσονται έναντι του δεύτερου, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να καταλογίσει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος στον οδηγό του ασφαλισμένου σ' αυτή αυτοκινήτου (όγδοο αναιρεσίβλητο) και να μην καταλογίσει αποκλειστική υπαιτιότητα στο θανατωθέντα, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β και 914 του ΑΚ ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του ασφαλισμένου της οδηγού και του ατυχήματος, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας αλλά και εκ πλαγίου, γιατί διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Την 29η Σεπτεμβρίου 2016 και περί ώρα 17.30, ο πρώτος κυρίως εναγόμενος, Γ. Β. του Π., (όγδοος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής ... (μήκους 3,40 μ. περίπου), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη, κυρίως εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρία "PERSONAL INSURANCE Α.Ε.Γ.Α.", (αναιρεσείουσα) εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Ζακύνθου - Μαχαιράδου στη νήσο Ζάκυνθο, με κατεύθυνση προς Μαχαιράδο (περιοχή Χαλικερό) και προορισμό την κατοικία του. Επί του οπισθίου τμήματος του παραπάνω οχήματος, ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Β., είχε προσαρτήσει με κοτσαδόρο και έλκυε, χωρίς να έχει εφοδιασθεί με σχετική άδεια απ' την αρμόδια αρχή, σιδερένια καρότσα (τρέϊλερ), προκειμένου να μεταφέρει με αυτήν σταφύλια. Σε απόσταση εκατό (100) περίπου μέτρων μετά τη διασταύρωση "Μπαφάκη", και στο σημείο όπου βρίσκεται τοποθετημένη πινακίδα Κ-2δ που προειδοποιεί τους οδηγούς για δύο επικείμενες αντίρροπες ή διαδοχικές - συνεχείς στροφές, η πρώτη δεξιά, ο εναγόμενος, ακινητοποίησε το όχημά του στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, παράλληλα προς τον άξονα του οδοστρώματος, λόγω βλάβης του οχήματος που οδηγούσε. Ως προς το ότι το εν λόγω όχημα ήταν ακινητοποιημένο, κατά τον παραπάνω χρόνο, κρίνεται πειστική προς τούτο η κατάθεση της μοναδικής αυτόπτου μάρτυρος D. D. του H., n οποία σε ανύποπτο χρόνο, προ του ενδίκου ατυχήματος, βρισκόταν στο χώρο και αντιλήφθηκε τούτο, ενώ ουδείς λόγος υφίστατο να καταθέσει ψευδώς. Επιπλέον δε, η ίδια αυτή μάρτυρας, στην ίδια προανακριτική της κατάθεση, ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι ένα εκ των ελαστικών της σιδερένιας καρότσας (τρέϊλερ) ήταν, κατά τον παραπάνω χρόνο, ξεφούσκωτο. Στο συγκεκριμένο σημείο, η επαρχιακή οδός Ζακύνθου - Μαχαιράδου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, οριζόντια, με μικρή αριστερή καμπύλη και με οδόστρωμα πλάτους 6 μ. (3 μ. ανά λωρίδα κυκλοφορίας), το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 50 χλμ/ώ. Όσον αφορά τις επικρατούσες, κατά τον παραπάνω χρόνο, συνθήκες, υπήρχε φυσικός φωτισμός καθότι ήταν ημέρα, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν από κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Το πλάτος του οχήματος του πρώτου εναγομένου, ήταν περί τα 1,5 μ. και με τον όγκο του καταλάμβανε το ήμισυ του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του, αφήνοντας ελεύθερη για την κίνηση των λοιπών οχημάτων, λωρίδα πλάτους 1,5 μ. Περαιτέρω, αυτός, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να καταστήσει με ασφάλεια γνωστή την εν λόγω ενέργειά του (ακινητοποίηση οχήματος) στους ακολουθούντες χρήστες της οδού, καθώς η σιδερένια καρότσα, που ρυμουλκούσε με το όχημά του, δεν διέθετε την απαραίτητη ηλεκτρολογική εγκατάσταση και φώτα, ενώ λόγω του όγκου της απέκρυπτε τα οπίσθια φώτα έκτακτης ανάγκης του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα αυτά, τα οποία είχε θέσει σε λειτουργία, δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τους οδηγούς των όπισθεν αυτού κινουμένων οχημάτων. Στον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Ε. Ζ. του Δ., τέκνο των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων, αδελφός των τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εναγόντων και μνηστήρας της έβδομης των εναγόντων, (πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων) οδηγώντας την με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής ..., χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού, εισήλθε με δεξιά στροφή, από την επί της διασταύρωσης "Μπαφάκη" κείμενη δημοτική οδό, στην επαρχιακή οδό Ζακύνθου - Μαχαιράδου, με την ίδια κατεύθυνση (προς Μαχαιράδο) και προορισμό την εργασία του. Δεν αντιλήφθηκε, όμως, έγκαιρα, το ακινητοποιημένο επί της οδού όχημα του πρώτου εναγομένου, το οποίο, σημειωτέον, βρισκόταν ήδη εκεί ακινητοποιημένο περί τα δέκα περίπου λεπτά, με αποτέλεσμα να μη καταφέρει να το αποφύγει, παρά την πραγματοποίηση από μέρους του, κατά την ύστατη στιγμή, αριστερού ελιγμού. Έτσι, προσέκρουσε με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της σιδερένιας καρότσας (τρέϊλερ) και επέπεσε επί του οδοστρώματος, όπου και ακινητοποιήθηκε, μαζί με τη μοτοσυκλέτα του, η οποία τον καταπλάκωσε, σε απόσταση περί τα 4 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, στο απέναντι άκρο του οδοστρώματος, στο ρεύμα πορείας προς Ζάκυνθο. Αμέσως μετά τη σύγκρουση, και δη περί ώρα 18.10, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, Ε. Ζ., διακομίστηκε με το ΕΚΑΒ στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Ζακύνθου, όπου και απεβίωσε περί ώρα 18.56 (βλ. σχετ. το με Α.Π. 6005/13-10-2016 πιστοποιητικό του ΓΝΖακύνθου) συνεπεία κακώσεων θώρακος, κοιλίας, δεξιού άνω και κάτω άκρου, που επήλθαν εξαιτίας του παραπάνω τροχαίου ατυχήματος (βλ. σχετ. την με αριθμ. πρωτ. 485/20-4-2016 Ιατροδικαστική Έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών). Το θανατηφόρο αυτό τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο του εναγομένου, οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου όσο και του ίδιου του θανόντος, γιατί αυτοί ενήργησαν κατά παράβαση των Κανόνων Οδικής κυκλοφορίας και από αμέλεια τους δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες (άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ). Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, από αμέλειά του : α. στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητο του επί του οδοστρώματος σε σημείο της οδού που λόγω της στενότητάς της, εφόσον το πλάτος του ρεύματος πορείας προς Μαχαιράδο ήταν τρία (3) μέτρα και το σταθμευμένο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο κατελάμβανε 1,5 περίπου μέτρα, το εναπομείναν πλάτος ήταν μικρότερο των τριών (3) μ., ενώ ακολουθούσαν, σε απόσταση μερικών μέτρων, διαδοχικές επικίνδυνες στροφές, (άρθρα 12 παρ. 1 και 4, 34 παρ. 2η και ζ ΚΟΚ), β. δεν κατέβαλε κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, παρότι θα μπορούσε ευχερώς να πράξει τούτο, ενόψει και των ισχυρισμών του ότι δεν είχε σταματήσει η λειτουργία της μηχανής του, και υφίστατο τέτοιος χώρος, όπου και τελικά μετακινήθηκε μετά το ατύχημα, απέναντι ακριβώς από το σημείο της σύγκρουσης (άρθρ. 29 παρ. 3 Κ.Ο.Κ.), γ. δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, για την ειδοποίηση περί του κινδύνου των οδηγών που πλησιάζουν, με την τοποθέτηση σχετικής πινακίδας σε απόσταση πενήντα (50) μέτρων (άρθρ. 34 παρ. 9 Κ.Ο.Κ.) και δ. είχε προσαρτήσει παράνομα στο όχημά του αυτοσχέδια σιδερένια καρότσα (τρέιλερ), η οποία δεν διέθετε ηλεκτρική εγκατάσταση και φωτιστικά (βλ. την από 30-9-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από 29-9-2016 πράξη βεβαίωσης παράβασης του Αστ/κα Σ. Κ.), και περαιτέρω αυτή απέκρυπτε τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) του αυτοκινήτου του, που χρησιμοποιούσε σε περίπτωση ακινητοποίησης του οχήματος του και δημιουργίας κινδύνου για τους τρίτους από την ακινησία του, ώστε αυτά, δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τους οδηγούς των κινουμένων όπισθεν αυτού οχημάτων, ενώ με την προσάρτηση της εν λόγω καρότσας είχε επιμηκύνει το οριζόμενο εκ του κατασκευαστή του οχήματος, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές αυτού, μήκος του κατά τρία (3), επιπλέον, μέτρα (άρθρ. 71 Κ.Ο.Κ.). Η αμέλεια του θανόντος, οδηγού του δικύκλου, συνίσταται στο ότι οδηγούσε την άνω μοτοσυκλέτα του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχε. διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ανά πάσα στιγμή και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (διαδοχικές επικίνδυνες στροφές, οδήγηση με τον ήλιο έμπροσθέν του), ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε προβλεπτό εμπόδιο εντός του πεδίου ορατότητάς του, δεν αντέδρασε δε εγκαίρως, αν και μπορούσε να αντιληφθεί από απόσταση πενήντα (50) και πλέον μέτρων, που το οπτικό του πεδίο ήταν ανοιχτό, το ακινητοποιημένο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, να μειώσει την ταχύτητά του και τελικά να ακινητοποιηθεί στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος με τροχοπέδηση ή με αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, δυνατό λόγω της ευελιξίας του δικύκλου, αλλά συνέχισε να κινείται με την ίδια ταχύτητα και επιχείρησε αργοπορημένα, και δη όταν ήδη βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από αυτό, αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το δεξιό τμήμα του μοτοποδηλάτου του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του τρέιλερ του ήδη ακινητοποιημένου αυτοκινήτου (12 παρ. 1,19 παρ. 1, 2 ΚΟΚ). Οδηγούσε δε, χωρίς να έχει τις απαραίτητες γνώσεις οδήγησης και χωρίς να γνωρίζει τους κανόνες της ορθής οδηγικής συμπεριφοράς, καθόσον στερείτο την κατά νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης (άρθρο 94 παρ. 1 και 3 του Κ.Ο.Κ). Οι πιο πάνω παραβάσεις των οδηγών συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός ανέρχεται σε 50% για τον πρώτο εναγόμενο και 50% για τον θανόντα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι με την 123/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου ο πρώτος εναγόμενος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών για ανθρωποκτονία από αμέλεια του οδηγού του δίκυκλου μοτοποδηλάτου Ε. Ζ.. Η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν προέκυψε ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, καθώς και ότι το σώμα του θανόντος δεν εκτινάχθηκε, αλλά βρέθηκε στην ίδια, περίπου, ευθεία με το σημείο σύγκρουσης, πλησίον της μοτοσυκλέτας, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα είχε αναπτύξει ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ώρα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια ως προς την υπαιτιότητα του τροχαίου ατυχήματος, ορθά εφάρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι που προβάλλουν οι εκκαλούντες και των τριών εφέσεων και δη οι εκκαλούντες της από 7-5-2018 (αρ. έκθ. κατάθ. 46/15-5-2018) έφεσης, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, και οι εκκαλούντες των από 2-5-2018 (αρ. έκθ. κατάθ. 40/4-5-2018) και 11-7- 2018 (αρ. έκθ. κατάθ. 59/11-7-2018), εφέσεων, αντίστοιχα, ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος σε ποσοστό 95% είναι ο ίδιος ο θανών, οδηγός της μοτοσυκλέτας, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι ...". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, κρίνοντας ομοίως προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, απέρριψε τον πρώτο λόγο της από 2-5-2018 έφεσης της αναιρεσείουσας που αφορούσε στην υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 ΑΚ (σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΟΚ που εφάρμοσε), ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της, περιγραφόμενης στην προσβαλλόμενη απόφασή του αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου (όγδοου αναιρεσιβλήτου) και του ατυχήματος, καθόσον α) θεμελίωσε την αμέλεια του τελευταίου στην ακινητοποίηση του οχήματός του επί του οδοστρώματος, με την κατάληψη 1,5 μέτρου από το (3 μέτρων) πλάτος του ρεύματός του, σε σημείο που ακολουθούσαν διαδοχικές επικίνδυνες στροφές, αν και μπορούσε να το μετακινήσει εκτός οδοστρώματος, όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος, στη μη σήμανση με σχετική πινακίδα του ακινητοποιημένου οχήματός του, για την προειδοποίηση των λοιπών χρηστών της οδού, παρότι είχαν μεσολαβήσει 10 λεπτά από την ακινητοποίησή του και στη σύνδεση στο αυτοκίνητό του καρότσας μήκους 3 μέτρων κατά τρόπο που τα πίσω φώτα του αυτοκινήτου να μην είναι ορατά από τους άλλους οδηγούς και β) η οδηγητική αυτή συμπεριφορά του ως άνω οδηγού, συνολικά εκτιμώμενη, ευρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο προς το ένδικο ατύχημα. Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά άλματα και κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη υπαγωγής των περιστατικών που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου και το πραγματικό των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε α) αναφορικά με τη συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (όγδοου αναιρεσιβλήτου) ότι αυτός ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του λόγω βλάβης σε σημείο της οδού που ακολουθούσαν διαδοχικές επικίνδυνες στροφές, καταλαμβάνοντας το μισό από το πλάτος του ρεύματός του (1,50 μ.), χωρίς να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την προειδοποίηση των οδηγών που ακολουθούσαν και του θανατωθέντος, αν και βρισκόταν στο σημείο επί 10 περίπου λεπτά και χωρίς να φροντίσει να μετακινήσει το όχημά του δεξιότερα, όπως μπορούσε, αφού υπήρχε επαρκής χώρος, ώστε να μην παρεμποδίζει την κυκλοφορία, επιπλέον δε είχε συνδέσει στο αυτοκίνητό του αυτοσχέδια καρότσα, μήκους 3 περίπου μέτρων, η οποία κάλυπτε τα φώτα έκτακτης ανάγκης αυτού, ώστε δεν ήταν ορατά από τους οδηγούς των άλλων οχημάτων και β) αναφορικά με τη συντρέχουσα αμέλεια του θανατωθέντος, ότι αυτός, οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων την ώρα, η οποία ήταν αυξημένη για την περιοχή (διαδοχικές επικίνδυνες στροφές) και τις συνθήκες που επικρατούσαν (ήλιος απέναντί του) και μη διαθέτοντας την απαιτούμενη οδηγητική ικανότητα, καθόσον στερείτο άδειας οδήγησης, από έλλειψη σύνεσης και προσοχής και μη έχοντας τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα, αν και μπορούσε, από απόσταση 50 και πλέον μέτρων, το ευρισκόμενο σε διακοπή πορείας επί του οδοστρώματος λόγω βλάβης ΙΧΕ αυτοκίνητο του όγδοου αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να αντιδράσει καθυστερημένα και μην κατορθώσει να το αποφύγει, διακόπτοντας την πορεία του ή διερχόμενος από αριστερά του, όπως ευχερώς θα μπορούσε λόγω της ευελιξίας του οχήματός του. Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και μη αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανατωθέντος, χωρίς να απαιτείται άλλη διευκρίνιση. Οι φερόμενες ως αντιφάσεις και ελλείψεις γιατί το Εφετείο α) ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ακινητοποίησε αυτό σε απόσταση 100 μέτρων περίπου μετά τη διασταύρωση "Μπαφάκη", αξιολογώντας τα περιθώρια ορατότητας και του οδηγού της μοτοσικλέτας (θανατωθέντος), δέχεται ότι ο τελευταίος μπορούσε να αντιληφθεί το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο από απόσταση 50 και πλέον μέτρων, β) ενώ δέχτηκε ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας δεν προέκυψε ελλείψει ιχνών τροχοπεδήσεως, δέχτηκε περαιτέρω ότι αυτή ανερχόταν σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, βασίζοντας την κρίση του στη σφοδρότητα της σύγκρουσης και τη θέση που βρέθηκε το σώμα του θανατωθέντος χωρίς άλλη επεξήγηση, πολλώ δε μάλλον που από τη νομίμως προσκομισθείσα από την ίδια έκθεση των τεχνικών της συμβούλων προέκυψαν στοιχεία που συνηγορούσαν υπέρ της μεγάλης έντασης της πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας επί του αυτοκινήτου, γ) αλυσιτελώς διέλαβε, σε σχέση με τον καθορισμό της ταχύτητα της μοτοσικλέτας, το επιχείρημα ότι το σώμα του θανόντος δεν εκτινάχθηκε αλλά βρέθηκε στην ίδια περίπου ευθεία με το σημείο σύγκρουσης, πλησίον της μοτοσικλέτας, δ) παρέλειψε να συσχετίσει τις εκτεταμένες σωματικές βλάβες του θανατωθέντος με τη δεδομένη σφοδρότητα της σύγκρουσης, καταλήγοντας σε εσφαλμένο πόρισμα αναφορικά με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας και ε) δεν διευκρινίζει τί εμπόδισε το θανατωθέντα να αντιληφθεί έγκαιρα και από ικανή απόσταση το αυτοκίνητο και να το αποφύγει με την ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων την ώρα που, κατά τις παραδοχές, εκινείτο, γιατί η μοτοσικλέτα δεν διήλθε από αριστερά του αυτοκινήτου, γιατί ο θανατωθείς δεν τροχοπέδησε ούτε αντέδρασε όταν είδε, από απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων, το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου και στην πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το προκύπτον από τις οποίες πόρισμα σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα του ασφαλισμένου της εκτίθεται με σαφήνεια. Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι "η κρίση της προσβαλλομένης επί της υπαιτιότητας παραβιάζει στοιχειώδη διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής", ήτοι ότι: α) η παράτυπη μεν αλλά αναγκαστική ακινητοποίηση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου δεν ενείχε αντικειμενικά προσφορότητα παρεμπόδισης ή αιφνιδιασμού του θανατωθέντος, καθόσον (υπό τις παραδοχές) ο τελευταίος εκινείτο σε ευθεία, με κανονική ταχύτητα, υπό φως ημέρας και ανεμπόδιστη ορατότητα, δυνάμενος να αντιληφθεί το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο από ικανή απόσταση, β) τυχόν αιφνιδιασμός του δικυκλιστή θα μπορούσε να τεθεί ως ζήτημα προς διερεύνηση εφόσον οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, γ) η έλλειψη φώτων σήμανσης του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν είναι ανεκτό να θεωρηθεί, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, λόγος αιφνιδιασμού του δικυκλιστή, δ) η παραδοχή ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο ήταν ακινητοποιημένο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος επί δέκα περίπου λεπτά, δεικνύει ότι αυτό δεν μπορούσε, κατ' αντικειμενική κρίση, να αποτελέσει στοιχείο αιφνιδιασμού των χρηστών της οδού και ε) η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αν και έλαβε υπόψη, ωστόσο υποβάθμισε τις συνέπειες έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού της μοτοσικλέτας, που αποτέλεσε τον μόνο παράγοντα πρόκλησης του ατυχήματος, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί, τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα κοινής πείρας δεν συνιστούν τέτοια, η δε αναιρεσείουσα, με την κατ' επίφαση επίκληση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επιχειρεί να πλήξει την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχονται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 800/2021, ΑΠ 940/2020, ΑΠ 255/2020, 750/2018). Στην κρινόμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αμέλεια του ασφαλισμένου της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ειδικότερα ότι το όχημα που αυτός οδηγούσε ήταν ακινητοποιημένο στο σημείο του ατυχήματος 10 λεπτά πριν την πρόκληση του ατυχήματος, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία το Εφετείο στήριξε τις πραγματικές παραδοχές του. Μετά δε την απόρριψη των παραπάνω αναιρετικών λόγων καθίσταται απορριπτέος ως άνευ αντικειμένου ο επικουρικός και κατά του όγδοου των αναιρεσιβλήτων στρεφόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ζητείται, επί παραδοχής της ένδικης αίτησης αναίρεσης ή αναίρεσης των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής ως προς την κυρία ή την παρεμπίπτουσα αγωγή, η αναίρεση της προσβαλλομένης και ως προς το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής της. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 579 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο 'Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την αίτηση αναίρεσης και τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν την 1-2-2023, πριν τη συζήτηση, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλομένης, να υποχρεωθούν ο πρώτος έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων σε επιστροφή των ποσών που αυτή τους κατέβαλε σε εκτέλεσή της, όπως τα ίδια ποσά εξειδικεύονται στις προτάσεις της. Μετά όμως την απόρριψη της αναίρεσης, δεν συντρέχει λόγος έρευνας της αίτησης επαναφοράς και συνεπώς η τελευταία κρίνεται απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου. Πρέπει, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (πρώτου έως και έβδομης), που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-8-2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 42/2020) αίτηση για αναίρεση της της 240/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ