Αριθμός 982/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1533/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 19/15 Απριλίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελπινίκης Τσιφτσή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 489/2013. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαϊδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 125/23.4.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγουμε, ενώπιον Σας, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 485 ΚΠΔ, την με αριθ. 19/2013 αίτηση μας, με την οποία ζητούμε να αναιρεθεί το με αριθ. 1533/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. II. Για την βασιμότητα των λόγων για τους οποίους ασκήθηκε η υπό κρίση αναίρεση, αναφερόμαστε εξ' ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως. Για τους λόγους αυτούς Α) Να γίνει δεκτή η με αριθ. 19/2013 αίτηση αναιρέσεως την οποία ασκήσαμε κατά του με αριθ. 1533/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Β) Να αναιρεθεί το ως άνω βούλευμα Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 483 παρ. 3 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστικού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο, καίτοι συντρέχουν οι όροι για την άσκηση της δικαιοδοσίας του, τούτο αρνείται να την ασκήσει, ήτοι όταν αποποιείται την εξουσία του κηρύσσοντας εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη ενώ ήταν αρμόδιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 213 παρ. 1 του ΠΚ, η δήμευση των παραχαραγμένων ή κίβδηλων νομισμάτων...διατάσσεται και αν ακόμα δεν διωχθεί και καταδικασθεί ορισμένο πρόσωπο και ανεξάρτητα από το αν αυτά ανήκαν ή όχι στον αυτουργό ή το συναίτιο της παραχαράξεως ή κιβδηλείας. Κατά δε το άρθρο 76 του ιδίου Κώδικα, αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο,...επίσης και αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξεως μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους... Αν από τα ανωτέρω αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξεως, η δήμευση τους επιβάλλεται υποχρεωτικά σε όποιον τα κατέχει, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την πράξη που τελέστηκε... Αν δεν προηγήθηκε καταδίκη ορισμένου προσώπου ή δεν μπορούσε να γίνει δίωξη, τη δήμευση διατάσσει είτε το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση είτε το δικαστήριο πλημμελειοδικών, με πρόταση του εισαγγελέα. Σε κάθε περίπτωση δημεύσεως, το δικαστήριο αποφασίζει αν αυτά που δημεύθηκαν πρέπει να καταστραφούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι από την κατοχή παραχαραγμένων ή κίβδηλων νομισμάτων δημιουργείται κίνδυνος για τη δημόσια τάξη και υποχρεωτικά επιβάλλεται η δήμευση τους ως μέτρο ασφαλείας για την προστασία του εθνικού νομίσματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 307 ΚΠοινΔ, κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει α) ..., β) όταν πρόκειται να κανονισθεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα όπως η κατάσχεση κλπ. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι και στην περίπτωση που ενεργήθηκε αυτεπάγγελτη προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για την πράξη της κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος εκ προθέσεως και στη συνέχεια με διάταξη του Εισαγγελέως, που ενέχει άσκηση ποινικής διώξεως (αρθρ. 245 παρ. 3 του ΚΠοινΔ), η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο αγνώστων δραστών, διότι ο δράστης δεν αποκαλύφθηκε, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αφού δεν υπάρχει άλλη δικονομική διάταξη, αρμόδιο για τη δήμευση και την καταστροφή των κατασχεθέντων παραχαραγμένων νομισμάτων κατά την άνω προδικασία, που παραμένει εκκρεμής, είναι το Δικαστικό Συμβούλιο κατ' ανάλογη εφαρμογή του άνω άρθρου 307 β' και 310 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, η οποία είναι επιτρεπτή και στη σφαίρα του ποινικού δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2013, ΟλΑΠ 36/1990), διότι άλλως η τύχη των κατασχεθέντων παραχαραγμένων νομισμάτων θα έμενε αρρύθμιστη. Επομένως, η κρινόμενη 19/15 Απριλίου 2013 έκθεση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 1533/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως καθόσον ασκήθηκε μέσα σε ένα μήνα από την 1 Απριλίου 2013, που εκδόθηκε, το προσβαλλόμενο 1533/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο κηρύχθηκε αυτό αναρμόδιο να αποφανθεί σχετικά με τη δήμευση και καταστροφή παραχαραγμένου νομίσματος επί της ποινικής υποθέσεως με ABM: Z-2011/4611 και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ήτοι εκείνων της αστυνομικής προανακρίσεως και της προκαταρκτικής εξετάσεως που ακολούθησε, προέκυψε ότι στις 4.5.2010 παραδόθηκε στο Τμήμα Ασφαλείας Ηρακλείου Αττικής, από τη Διευθύντρια του καταστήματος Super Market …επί της ... στο ... το με αριθμό σειράς ... και με αριθμό κλισέ ... χαρτονόμισμα των πενήντα (50) ευρώ, το οποίο είχε κατατεθεί στα ταμεία του ως άνω καταστήματος από συναλλασσόμενο-κομιστή, που προσήλθε ως πελάτης, το οποίο κατασχέθηκε και τελικώς διαπιστώθηκε ότι είναι παραχαραγμένο. Μετά από τη διενέργεια της διαταχθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, δεν προέκυψε η ταυτότητα του δράστη που έθεσε σε κυκλοφορία το παραχαραγμένο τούτο χαρτονόμισμα και αυτός παραμένει άγνωστος, ο δε Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Αθηνών με την από 18.12.2012 πράξη του, η οποία επέχει θέση ασκήσεως ποινικής διώξεως εναντίον αγνώστου δράστη, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 245 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, για το πλημμέλημα της ιδιαίτερα ελαφρός περιπτώσεως κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος εκ προθέσεως (αρθρ. 208 παρ.1 περ. β' του ΠΚ), έθεσε τη δικογραφία στο αρχείο αγνώστων δραστών, ενώ με την από 18.12.2012 και με αριθμό ΕΓ 91-12/285/58 πρόταση του προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών πρότεινε να διαταχθεί η δήμευση και η καταστροφή του άνω παραχαραγμένου χαρτονομίσματος. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών όμως με το προσβαλλόμενο 1533/2013 βούλευμα του έκρινε ότι είναι αναρμόδιο να αποφανθεί για τη δήμευση και την καταστροφή του κατασχεθέντος κατά τα ανωτέρω παραχαραγμένου χαρτονομίσματος διότι, κατ' αυτό, δεν διενεργείται κυρία ανάκριση και ότι αρμόδιος προς τούτο είναι ο εποπτεύων την αστυνομική προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Αθηνών και κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί για τη δήμευση και την καταστροφή του. Με βάση όμως τα ανωτέρω, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού εξάλλου για την άνω τελεσθείσα πράξη απειλείται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή, και συνεπώς η πράξη αυτή δεν εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2β' του ν. 4043/2012 που αναφέρεται σε πλημμελήματα κατά των οποίων απειλείται φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και οι δύο, οπότε επί θέσεως της δικογραφίας στο αρχείο λόγω παραγραφής για πράξεις που τελέσθηκαν μέχρι 31-12-2011 για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνεται ο αρμόδιος Εισαγγελεύς και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης, υφίστατο αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών να αποφανθεί για τη δήμευση και καταστροφή του παραχαραγμένου τούτου χαρτονομίσματος. Συνεπώς, εφόσον το άνω Συμβούλιο έπραξε τα αντίθετα, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, είναι βάσιμος και πρέπει, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το προσβαλλόμενο 1533/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ