Αριθμός 1754/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Πέππα - Ανδριτσοπούλου, περί αναιρέσεως της 7031/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 842/2005. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, επομένως και για έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ. Π. Δ., κατά την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί κυρία ανάκριση ή προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Στην έννοια όμως της ανώτερης βίας, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση της εκκαλούμενης απόφασης από μέρους του εκκαλούντος, γιατί στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογούντα την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης. Τέλος, για την ύπαρξη της κατά τα άνω επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, δεν αρκεί η αόριστη αναφορά της απόφασης σ'αυτά, χωρίς κανένα άλλο ειδικότερο προσδιορισμό τους και, πολύ περισσότερο, η παράλειψη οιασδήποτε αφοράς αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 7031/2005 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από αυτήν, απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (ο οποίος είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη από τη συνήγορό του, Αλίκη ΜΠΟΚΙΑ), κατά της υπ' αριθμό 97667/1994 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών είχε καταδικασθεί για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών και χρηματική ποινή 100.000 δραχμών, με την εξής αιτιολογία: "Το Δικαστήριο, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν πείστηκε ότι, παρά τα όποια σοβαρά προβλήματά του ο κατηγορούμενος - εκκαλών, δεν έλαβε εγκαίρως γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του, αλλά ήσκησε αυτήν 9 χρόνια μετά τη νομότυπη επίδοσης της αποφάσεως σ'αυτόν". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρει σ'αυτήν το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, εκείνον της ασκήσεως της εφέσεως, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, ούτε διέλαβε κρίση επί του προβληθέντος με την έφεση λόγου ακυρότητας της επιδόσεως, κατά τον οποίο η εκκαλουμένη του είχε επιδοθεί ακύρως, ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός κατά το χρόνο επιδόσεως αυτής ήταν γνωστής διαμονής, ως διαμένων στο ....., επί της οδού ....., αριθ. ..., ούτε επίσης γίνεται αναφορά, τουλάχιστον γενικώς κατά το είδος τους, των αποδεικτικών μέσων, αν και από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι εξετάστηκε μάρτυρας. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠΔ), το οποίο θα κρίνει για το παραδεκτό της εφέσεως και ακολούθως, για την εξάλειψη του αξιοποίνου ή όχι, συνεπεία παραγραφής, του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την εκκαλούμενη απόφαση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 7031/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ