ΑΡΙΘΜΟΣ 620/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. συζ. Δ. Ρ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Δέσποινας Καλογήρου, περί αναιρέσεως της 8198/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 919/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδαφ. α1 του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, ενώ κατά το εδάφ. β' του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) Ευρώ. Κατά την παράγ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτό είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Κατά το άρθρο 21 παρ. 2 εδάφ. γ' και 10 εδάφ. β' του ίδιου ως άνω νόμου, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του νόμου αυτού η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, η δε παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, (της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή) και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά αυτά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή απαιτείται και για την παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορούμενου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις (άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ),υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο αόριστο αυτό αίτημα. Από τις ως άνω διατάξεις [των άρθρων 352, 353] και αυτή του 139 του ΚΠοινΔ, ειδικότερα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις με σκοπό να προσκομιστούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει, όμως, αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του, αλλιώς ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 οτοιχ.Δ1 του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, ενώ αν ακολούθως το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα της αναβολής, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Η' του ΚΠοιν.Δ, λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στη προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών [που δίκασε σε δεύτερο βαθμό], όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη με αριθμό 8198/2012 απόφαση του, καταδίκασε την αναιρεσείουσα για φοροδιαφυγή κατ'εξακολούθηση με τη μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ'είδος αναφέρει προέκυψαν τα ακόλουθα. Στις 17-7-2005, οπότε θεωρήθηκε η από 15-7-2005 έκθεση ελέγχου που διενήργησε το ΣΔΟΕ, για το χρονικό διάστημα από 22-8-1999 έως 28-12 -2001, στην ατομική επιχείρηση της κατηγορουμένης "κατασκευές ψευδοροφών" διαπιστώθηκε ότι η τελευταία ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της επιχειρήσεως της φορολογικά στοιχεία [παρατιθέμενα στο διατακτικό της αποφάσεως], εκδόσεως των επιχειρήσεων " …", " … ΕΠΕ" και " …", τα οποία είναι εικονικά, αφού εκδόθηκαν για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, γεγονός το οποίο γνώριζε κατηγορουμένη και αποδέχθηκε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ακολούθως, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη του ότι Στην …την 17-7-2005, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 15-7-2005 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο (Σ.Δ.Ο.Ε.) Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 παρ. 8,9 Ν.2954/01, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 22-8-1999 έως 28-12-2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα απεδέχθη εικονικό φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχειά που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα, με την ιδιότητα της ασκούσης ατομικής επιχείρησης "Κατασκευές ψευδοροφών" στην οδό ….Ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω και είναι εκδόσεως των επιχειρήσεων " … ΕΠΕ" και " …" ήτοι: Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν. Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ1 εξακολούθηση, για το οποίο καταδίκασε την κατηγορούμενη, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 του ΠΚ και 10, 19 και 21 του Ν.2523/1997, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρει α)τα εικονικά φορολογικά στοιχεία [τιμολόγια πωλήσεως και δελτία παροχής υπηρεσιών) που αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της ατομικής επιχειρήσεως της η κατηγορούμενη, β) τη γνώση της κατηγορουμένης για την εικονικότητα των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων, αφού αναφέρει συγκεκριμένα "ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα φορολογικά βιβλία εικονικά φορολογικά στοιχεία, αφού εκδόθηκαν για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, γεγονός το οποίο γνώριζε η κατηγορουμένη και αποδέχθηκε αυτά..." , χωρίς να απαιτείται και παράθεση περαιτέρω πραγματικών περιστατικών για τις εικονικές συναλλαγές (είδος και περιεχόμενο αυτών), δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, αυτές ήσαν ανύπαρκτες. Η αναιρεσείουσα πλήττει, περαιτέρω, την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας [άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η Κ.Ποιν.Δ], με την ειδικότερη αιτίαση ότι απορρίφθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας αιτήματα αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως, που αυτή υπέβαλε, χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία, με μόνη αναφορά στο διατακτικό "απορρίπτει αίτημα αναβολής για κρείσσονες", στη συνέχεια δε το δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και την κήρυξε ένοχη. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ήδη αναιρεσείουσα υπέβαλε αιτήματα αναβολής και ειδικότερα κατά μεν τα εκτιθέμενα στην τρίτη σελίδα αυτών " ζήτησε να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να προσέλθει ο μάρτυρας που έκανε τον έλεγχο αλλά και ο κος Ράντος συνήγορος της κατηγορουμένης που χειρίζεται την υπόθεση στα διοικητικά δικαστήρια", κατά δε τα καταχωρηθέντα στην τέταρτη σελίδα υπέβαλε [εγγράφως] "αίτημα αναβολής για κρείσσονες λόγω ασκήσεως προσφυγών συζητουμένων 5-3-2012". Τα αιτήματα, όμως, αυτά υποβλήθηκαν κατά τρόπο αόριστο, αφού δεν προσδιορίζονται σ'αυτά 1]τί περαιτέρω θα προσέφερε στη διαλεύκανση της υποθέσεως η εκ νέου [πέραν της πρωτόδικης] εμφάνιση και [αναγνωσθείσα στο δευτεροβάθμιο] κατάθεση του μάρτυρα που έκανε τον έλεγχο, 2]τί στοιχεία θα κατέθετε εμφανιζόμενος στην ένδικη ποινική υπόθεση ο συνήγορος της κατηγορουμένης στα διοικητικά δικαστήρια,3] πόσες είναι, τί αντικείμενο έχουν, πού απευθύνονται και κατά ποίων πράξεων στρέφονται οι προσφυγές. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν είχε υποχρέωση να αποφανθεί επί των ως άνω αορίστως υποβληθέντων αιτημάτων αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως. Συνεπώς, οι σχετικοί με τις ως άνω πλημμέλειες λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχεία Δ και Η Κ.Ποιν.Δ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-7-2012 αίτηση της Μ. Ρ., περί αναιρέσεως της με αριθμό 8198/2012 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (€250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ