Αριθμός 1414/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Χ. - Π., το γένος Χ. και Ε. Χ., συζ. Η. Π., 2) Σ. Ζ., θυγατέρας Χ. και Ε. Χ. (Η.), συζ. Α. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Δημακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 934/2018 οριστική (όπως διορθώθηκε με την 10402/2019) του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η από 11-10-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 363/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 28-7- 2015 αγωγή τους, κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (και άλλων πέντε εναγομένων), οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν να αναγνωριστούν (συγ)κυρίες κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου ακινήτου (αγροτεμαχίου), επικαλούμενες παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας τους επ' αυτού, την οποία αμφισβητούσε (ομού μετά των άλλων εναγομένων και) το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και να διαταχθεί η διόρθωση των σχετικών εσφαλμένων πρώτων εγγραφών. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ'αριθ. 934/2018 οριστική απόφαση του (όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 10402/2019 απόφαση), έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 21-11-2019 έφεσή του, την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (Α.Π 148/2016). Οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ. ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως, κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, ε) άλλως, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, στ) άλλως, ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ζ) άλλως, περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (ΑΠ 771/2021, 117/2020, 148/2016). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 771/2021, 148/2016). Εξάλλου, επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή, κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παν. (5-8), 27 Πανδ.(18-1), 10,18 και 48 πανδ (41.3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2- 9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι - διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7- 1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50. 4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που "εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν,δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το όρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (βλ. Ολ.Α.Π 75/1987, Α.Π 7/2019). Στη προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τ'ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Δυνάμει του υπ'αρ. .../1989 συμβολαίου γονικής παροχής, ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τ. …/21 από 20-7-1989), οι ενάγουσες απέκτησαν κατά κυριότητα και ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμία, το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 4.010,14 τ.μ., μέσα στο οποίο υπάρχει μια ισόγεια αποθήκη, επιφάνειας 12 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "Ε." της Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου …, εντός της περιοχής του "… του Κ. Β.", όπως ειδικότερα περιγράφεται στο από τον Σεπτέμβριο 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου- μηχανικού Κ. Σ. και το από τον Φεβρουάριο 2015 διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του ίδιου ως άνω μηχανικού, σύμφωνα με το σύστημα Ε.Γ.Σ.Α. 1987. Ο άμεσος δικαιοπάροχός τους, πατέρας τους, το είχε αποκτήσει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με αγορά από τη Μ. Α., δυνάμει του υπ'αρ. .../1962 συμβολαίου, ενώπιον του συμβολαιογράφου … Λ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τ. …/185), και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με αγορά, δυνάμει του υπ'αρ. .../1974 συμβολαίου, ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου …, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τ. …/361), από την Α. Β., στην οποία είχε περιέλθει με αγορά, δυνάμει του προαναφερόμενου υπ'αρ. .../1962 συμβολαίου ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου …, από τη Μ. Α., κοινή δικαιοπάροχο τους. Στην τελευταία δικαιοπάροχο (Μ. Α.) είχε περιέλθει μείζονα έκταση, με δωρεά εν ζωή, δυνάμει του υπ'αρ. .../1962 συμβολαίου, ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου …, νομίμως ξεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τ. …/168), από τον Χ. Α., στον οποίο είχε περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νεμόταν με διάνοια κυρίου από το έτος 1924 μέχρι το έτος 1962, ασκώντας πάνω σ'αυτό πράξεις νομής, συνιστάμενες στην αμπελοκαλλιέργειά του, στην οριοθέτηση, στον καθαρισμό και στην προστασία του. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες απέκτησαν το επίδικο ακίνητο και με τα προσόντα της τακτικής, διότι το νέμονται με διάνοια κυρίου από το έτος 1989, οπότε καταρτίστηκε το συμβόλαιο γονικής παροχής, μέχρι τον χρόνο έναρξης ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου της περιοχής, που καθορίσθηκε με σχετική απόφαση του Ο.Κ.Χ.Ε. η 26-7-2006, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών, διότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές, είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή, όπως καθορίσθηκε με σχετική απόφαση του Ο.Κ.Χ.Ε. [Ε.Δυτ.Μακεδ.(Μον.)35/2020, Ε.Δωδ(Μον.).2/2020, Ε.Α.600/2016, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Συγκεκριμένα, κατά τα έτη 1990 -1992, οι ενάγουσες ανέγειραν τοίχο αντιστήριξης κατά μήκος του νότιου ορίου του επίδικου ακινήτου, κατασκεύασαν μικρό γήπεδο μπάσκετ, διαδρόμους, κιόσκι και φύτεψαν οπωροφόρα δένδρα. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι το επιτηρούν και το επισκέπτονται από το έτος 1989 μέχρι τον χρόνο έναρξης ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου της περιοχής, 26-7-2006. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι απέκτησαν την κυριότητα αυτού και με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νέμονται με διάνοια κυρίου, κατόπιν προσμέτρησης στον χρόνο της δικής τους νομής του χρόνου νομής των δικαιοπάροχών τους, για χρονικό διάστημα άνω των ογδόντα ετών, ήτοι από το έτος 1924 μέχρι τον χρόνο έναρξης ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου της περιοχής, 26-7-2006. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, καθ'όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κανένας δεν ενόχλησε τις εφεσίβλητες ή τους δικαιοπαρόχους τους, αμφισβητώντας τα εμπράγματα δικαιώματά τους επί του επιδίκου, το οποίο ανέκαθεν αποτελούσε ιδιωτικό ακίνητο. Με βάση, άρα, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες κατέστησαν συγκύριες του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμία από αυτές, δυνάμει του υπ'αρ. .../1989 συμβολαίου γονικής παροχής. Ωστόσο, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, καταχωρίσθηκε στο κτηματολογικό βιβλίο, ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, τμήμα του επίδικου ακινήτου, επιφάνειας 3.364,38 τ.μ., με Κ.Α.Ε.Κ. ...626031/0/0, ενώ τα τμήματα : α) έκτασης 0,57 τ.μ. με Κ.Α.Ε.Κ. ...626326/0/0 και β) έκτασης 24,79 τ.μ. με Κ.Α.Ε.Κ. ...626424/0/0, φέρονται να ανήκουν σε άγνωστο κύριο. Ως προς όλα τα ανωτέρω τμήματα, το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, αμφισβητεί την κυριότητα των εναγουσών, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα κυριότητας, βάσει: α)της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 21.1/3.2.1830,4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλων του Λονδίνου, β)άλλως, των διατάξεων του από 3/15.12.1833 β.δ., γ) άλλως, των διατάξεων του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων" και δ) άλλως, των διατάξεων κτήσης κυριότητας με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Οι ενστάσεις όμως, αυτές, πλην εκείνης περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που επαναλαμβάνονται και ως λόγος έφεσης, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, λόγω αοριστίας. Συγκεκριμένα, για το ορισμένο των εν λόγω ενστάσεων περί ιδίας κυριότητας του Δημοσίου, έπρεπε να αναφέρονται τα ακόλουθα, τα οποία όμως δε μνημονεύονται από το εκκαλούν στις προτάσεις που κατέθεσε πρωτοδίκως, ήτοι: α) βάσει της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλων του Λονδίνου, ότι τα επίδικα τμήματα, δεδομένου ότι αυτά κείνται στην Αττική, είτε κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα, τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκαν από άλλους, είτε ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και τα δήμευσε, β)βάσει των διατάξεων του από 3/15.12.1833 β.δ., ότι είναι λιβάδι ή βοσκότοπος, για τα οποία δεν υπάρχει τίτλος εκδοθέν από το Τουρκικό Δημόσιο και εντάσσονται στην κατηγορία των δημόσιων γαιών, ως πρώην δημόσιων οθωμανικών γαιών, γ)βάσει των διατάξεων του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", πότε έγινε εγκατάλειψη αυτού και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή διά εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες, για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς τον σκοπό παραίτησης της κυριότητος και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασής του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) απαιτείται προς τον σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή (Α.Π. 1.182/2018,Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), και δ) δυνάμει τακτικής χρησικτησίας, δεδομένου ότι επικαλείται νόμιμο τίτλο, βάσει της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλων του Λονδίνου, ότι πρόκειται για κτήματα, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, και τα οποία κατέλαβε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, και τα οποία ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή κατέλαβε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, άρα η διαδοχή αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο. Εξάλλου, η ένσταση αυτή (περί κτήσης κυριότητας, δυνάμει τακτικής χρησικτησίας), κρίνεται απορριπτέα και ως αναπόδεικτη, όπως ως τέτοια κρίνεται απορριπτέα και η ένσταση κτήσης κυριότητας, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, το εκκαλούν ισχυρίστηκε ότι αδιάλειπτα από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τούρκικο ζυγό νεμόταν και εξακολουθεί να νέμεται τα επίδικα ακίνητα, αναφέροντας ως πράξεις νομής: τη φύλαξή τους από τα αρμόδια όργανα, την υποβολή μηνύσεων, την έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κατά των καταπατητών, τη χαρτογράφηση της περιοχής, τις αναδασώσεις, τις παραχωρήσεις εκτάσεων στον Δήμο και σε ιδιώτες για διάφορους σκοπούς, τις εκμισθώσεις, εμβαδομετρήσεις και την έγερση αγωγών και ασφαλιστικών μέτρων διακατοχής στον Εισαγγελέα. Όμως, (το εκκαλούν) προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών του, ότι άσκησε στο επίδικο τις επικαλούμενες ή άλλες διακατοχικές πράξεις, ουδέν αποδεικτικό μέσο επικαλέστηκε και προσκόμισε, μετά ταύτα οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, δεχόμενο κατ'ουσία την αγωγή, αναγνωρίζοντας τη συγκυριότητα των εναγουσών-εφεσίβλητων στην επίδικη έκταση, δυνάμει του υπ'αρ. .../1989 συμβολαίου γονικής παροχής της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, και διατάσσοντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθώς εφάρμοσε και εκτίμησε τον νόμο...". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων και αναγνώρισε τις τελευταίες συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί, τους οποίους προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με τους λόγους εφέσεως του, περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου συνιστούν ενστάσεις, τις οποίες έκρινε απορριπτέες, ως αόριστες, πλην εκείνης περί έκτακτης χρησικτησίας ως μη αποδειχθείσα, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, μετά από και συμπλήρωση των οικείων αιτιολογιών (άρθρ.. 534 Κ.Πολ.Δικ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την διάταξη του αριθμού 13 του όρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμούς περί αποκτήσεως από αυτό της κυριότητας των επιδίκων α) με τη Συνθήκη της Κων/λεως και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου β) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ. δ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ περί διακρίσεως κτημάτων ως αδέσποτο, και ε) άλλως διότι περιήλθαν στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, ισχυρισμούς τους οποίους, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφενός έκρινε ότι συνιστούν ενστάσεις και αφετέρου τους έκρινε απορριπτέους ως αόριστους, πλην του τελευταίου περί έκτακτης χρησικτησίας ως αναπόδεικτο και, στη συνέχεια, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των επικαλουμένων γεγονότων, ότι τα επίδικα ανήκαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τις έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον και όχι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον, αποδίδει στη προσβαλλόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι δεν εφάρμοσε αφενός μεν τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ν, 20 παρ, 6, πανδ, (5,3), ν. 27 Πανδ. (18,1) Β 38 και 48 πανδ. (41,3), ν 5 Πανδ. (41,8), ν 3 Πανδ, (41,10),. 8 παρ, 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ, 7 (Βασ. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.4), v. 6 πανδ. (44.3), v. 76 παρ, 1 πανδ. (18.1) καιν. 7 παρ. 3 πανδ, (23.3)) που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ/1912, και το άρθρο 21 του ΝΔ 29-4-/16-3-1926, και αφετέρου δε τις διατάξεις της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 9ης Ιουλίου 1832 "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" καθώς και των από 21.1/3.2.1830, 4.16.6.1830 και 19.8/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου του έτους 1830, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοστούν. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τις παραδοχές της παραπάνω απόφασης το επίδικο είχε ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα, υπέκειτο σε ιδιωτική εξουσίαση και περιλαμβάνονταν στους τίτλους κτήσης των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους και, ως εκ τούτου, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον η εφαρμογή τους προϋποθέτει παραδοχή ότι τα επίδικα αποτελούσαν δημόσιο κτήμα, την οποία όμως το Εφετείο δεν εξέφερε (ΑΠ 27/2019). Συνεπώς, και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους το αναιρεσείον, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-10- 2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 363/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικό έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ