Αριθμός 1851/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α3' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου και Ηλία Γιαρένη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μ. Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1)Σ. Π. του Ιωάννη, 2)Ά. Π. του Ι., 3)Ε. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Καραμπάσογλου κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία Καραγεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 8/9/2014 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 24/9/2014 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18/11/2019 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 172/2023 Πράξη του Προέδρου του Α2' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 674/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017). Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η από 18-11-2019 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 172/2023 πράξη του Προέδρου του Α2' Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα σ' αυτούς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης για την εν λόγω αίτηση αναίρεσης, η οποία είχε συζητηθεί ωσαύτως κατ' αντιμωλία των διαδίκων, στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21ης-2-2022 ενώπιον του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χρήστου Τζανερρίκου. 2.-Από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία (ΑΠ 550/2015, ΑΠ 1728/2014). Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 του ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως όταν είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους (ΑΠ 49/2021), δηλαδή όταν τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μ' αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρο 352§2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρο 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα, κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272§2 ΑΚ, είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση (ΑΠ 304/2010, ΑΠ 1432/2005, ΑΠ 1666/2003, ΑΠ 523/2001). Κατά κανόνα όμως με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα με την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρα 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 1663/2013, ΑΠ 1360/2013, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 237/2009, ΑΠ 232/2009, ΑΠ 779/2004, ΑΠ 843/2000). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης κάθε φορά σύμβασης, αν η επερχόμενη μ' αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει καταρχήν να είναι έγκυρη (άρθρο 437 ΑΚ).Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς επίλυση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής αποτελεί κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1576/2022, AΠ 1569/2022, ΑΠ 1379/2022, ΑΠ 999/2022). Εξάλλου, για την πληρότητα της αγωγής από αιτιώδη αναγνώριση χρέους, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωριζόμενο χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι' αυτήν (ΑΠ 999/2022, ΑΠ 759/2021, AΠ 49/2021, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 878/2018, ΑΠ 239/2009). Περαιτέρω, η νομική ανεπάρκεια των αναφερόμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 628/2023). Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επιπλέον δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε ως ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται το συγκεκριμένο αίτημα παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελειών (ΑΠ 1223/2022). 3.-Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του οικείου δικογράφου, ο αναιρεσίβλητος εξέθετε με την ένδικη αγωγή του τα εξής: Ότι διατηρεί πρακτορείο διεξαγωγής τυχερών παιγνίων στην … και ότι ο αποβιώσας την 9-8-2008 και κληρονομηθείς από τους αντιδίκους του Α. Π., με τον οποίον είχε αναπτύξει στενή φιλική σχέση λόγω της γειτονίας και της μακρόχρονης γνωριμίας τους, συμμετείχε συστηματικά στη διεξαγωγή των εν λόγω παιγνίων, το αντίτιμο των οποίων του κατέβαλε στο τέλος εκάστου μηνός, κατόπιν της μεταξύ τους εκκαθάρισης-αφαίρεσης των δοθεισών προκαταβολών και των εκατέρωθεν αποκομιζομένων εκ των παιγνίων κερδών. Ότι για το χρονικό διάστημα μεταξύ της 11ης-6-2008 έως και τις 20-7-2008, ο ανωτέρω όφειλε σ' αυτόν, από τη συμμετοχή του στα περιγραφόμενα στην αγωγή τυχερά παίγνια, το συνολικό ποσό των 94.946 €, το οποίο δεν είχε προλάβει να του καταβάλει λόγω της στο μεταξύ αιφνίδιας εισαγωγής του στο νοσοκομείο, όπου και τελικώς απεβίωσε. Ότι ο αποβιώσας κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, λίγο πριν από το θάνατό του, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον αναιρεσίβλητο, αναγνώρισε το χρέος του από την ανωτέρω αιτία και δήλωσε ότι θα μεριμνούσε, ώστε με τη συνδρομή υπαλλήλου του, να περιέλθει στα χέρια του αναιρεσιβλήτου το οφειλόμενο για την εν λόγω αιτία ποσό, συνάμα δε του δήλωσε ότι είχε γνωστοποιήσει την ύπαρξη του χρέους και στον εναγόμενο Γ. Π., τέκνο προαποβιώσαντος αδελφού του, ώστε σε περίπτωση θανάτου του να ανταποκριθούν στην εκπλήρωση της οικονομικής υποχρέωσής του οι κληρονόμοι του, ενώ τούτο δεν συνέβη. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος τη θεμελίωση της αγωγής του στην αιτιώδη αναγνώριση χρέους, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος, να καταβάλουν σ' αυτόν το παραπάνω ποσό, καθένας ανάλογα με την κληρονομική του μερίδα. Με το ως άνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, επαρκώς ορισμένη αφού έχει ως νόμιμη βάση την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, κατάρτιση σύμβασης επιβεβαίωσης υφιστάμενης ενοχής με συνακόλουθο, από τη φύση της σύμβασης αυτής, αποτέλεσμα τη μη καθίδρυση ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία της, αλλά, αντίθετα, την εξάρτηση της καταρτισθείσας αιτιώδους αναγνώρισης χρέους από την προαναφερόμενη αιτία, ήτοι, την ως άνω προφορική συμφωνία διεξαγωγής των τυχηρών παιγνίων εκ μέρους του αναιρεσίβλητου πράκτορος κατ' εντολή και για λογαριασμό του αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από τις αναιρεσείουσες, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται και εξειδικεύεται ως προς το γενεσιουργό λόγο και το είδος της, καθόσον περιέχει: την άτυπη εκ μέρους του κληρονομουμένου (με προφορική δήλωσή του στον αναιρεσίβλητο, λίγο πριν το θάνατό του) αναγνώριση του επίδικου χρέους (ποσού 94.946,00€), την αιτία από την οποία ακριβώς προήλθε το συγκεκριμένο χρέος και δη οφειλές του κληρονομουμένου για την αξία παιγνίων ΚΙΝΟ, ΛΟΤΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ και ΠΡΟΤΟ που διεξήγαγε κατά το διάστημα 11-6-2008 ως 20-7-2008 για λογαριασμό και κατ' εντολήν του ο αναιρεσίβλητος στο πρακτορείο του και την ιδιότητα των αναιρεσειουσών ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος, καθώς και την κληρονομική μερίδα καθεμίας τούτων. Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα της παράλειψης παρά το νόμο να κηρύξει την πιο πάνω αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και τον δεύτερο λόγο αυτής κατά το τρίτο σκέλος του, που ως εκ τούτου τυγχάνουν αβάσιμοι, πέραν του ότι ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι και αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της αναίρεσης περί της παραδεκτής προβολής του συναφούς περί αοριστίας ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας. 4.- Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). 5.- Εν προκειμένω, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: "... Ο ΟΠΑΠ χορήγησε στον ενάγοντα, το έτος 1985, άδεια λειτουργίας πρακτορείου ΟΠΑΠ, το οποίο ο ενάγων έκτοτε διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην πόλη …. Βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της πόλης αυτής, επί της οδού .... Την οδό αυτή τέμνει καθέτως, παρεκεί του ως άνω πρακτορείου, η οδός .... Επί οικοδομής, κείμενης στον αριθμό 1 της τελευταίας αυτής οδού, κατοικούσε, ενόσω ζούσε, ο Α. Π.. Ο ανωτέρω, γεννηθείς στις …-1929, τουλάχιστον από το 1995 και μέχρι τον θάνατό του (9-8-2008), ασκούσε εμπορική δραστηριότητα, που είχε σχέση με την επεξεργασία σιτηρών, την παραγωγή αλεύρων και εμπορία αυτών, μέσω της, εδρεύουσας στην πόλη ... της Βουλγαρίας, υγιούς και κερδοφόρας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας ήταν μεγαλομέτοχος, διευθύνων σύμβουλος και Πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου. Λόγω της έδρας της εταιρίας αυτής στη Βουλγαρία, ο ανωτέρω κατοικούσε (από το έτος 1995) κυρίως στη Βουλγαρία και όχι στην …, της οποίας ήταν δημότης, στην οποία … διέμενε, μαζί με τη σύζυγό του - 1η εναγόμενη, μόνο τα καλοκαίρια, κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών του. Όμως, κατά τα τρία τελευταία χρόνια πριν από το θάνατό του, λόγω κλονισμού της υγείας του (έπασχε από χρόνια πνευμονοπάθεια), κατοικούσε σχεδόν μόνιμα στην …, στην πιο πάνω διεύθυνση, ενώ μετέβαινε ενίοτε και στη Βουλγαρία για να επιμεληθεί των υποθέσεων της άνω ανώνυμης εταιρίας, λαμβάνοντας μέρος στις συνεδριάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, του οποίου ήταν Πρόεδρος. Αυτό υποδηλώνει ότι ο ανωτέρω ο Α. Π. δεν υπέστειλε εντελώς, λόγω της άνω πάθησής του, τις εμπορικές δραστηριότητές του, ούτε και τις κοινωνικές του επαφές και συναναστροφές με φίλους και συγγενείς του. Η διανοητική του κατάσταση και ψυχική του υγεία δεν επλήγησαν λόγω της ως άνω πάθησής του. Είχε πλήρη συνείδηση των πράξεων που επιχείρησε κατά τη διάρκεια της άνω νόσου του και έως το θάνατό του, που επήλθε στις 9-8-2008. Ενόσω διέμενε στην …, από το 2006 και εντεύθεν, κατά τα προαναφερόμενα σχεδόν μόνιμα, επισκεπτόταν τακτικά το ως άνω πρακτορείο του ενάγοντος, που ήταν πάρα πολύ κοντά στην κατοικία του. Το επισκεπτόταν τουλάχιστον 2 με 3 ημέρες κάθε εβδομάδα, από τις αρχές του 2006 και εντεύθεν, και από το τέλος του 2006 συχνότερα, και δοκίμαζε την τύχη του, παίζοντας τα τυχερά παιχνίδια ΚΙΝΟ, ΛΟΤΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ και ΠΡΟΤΟ, ξοδεύοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, από 3.000 έως 5.000 ευρώ κατά μέσο όρο κάθε φορά που επισκεπτόταν το πρακτορείο, καθόσον ήταν οικονομικά εύρωστος και αθεράπευτα εξαρτημένος από το τζόγο των ανωτέρω τυχερών παιχνιδιών. Την τύχη του αυτή δοκίμασε έως 20-07-2008, γιατί στη συνέχεια επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του, όταν διαπιστώθηκε ότι έπασχε και από καρκίνο του πνεύμονα (Ca Πνεύμονα). Κατόπιν τούτου, διανύοντας ήδη την ηλικία των 80 ετών, εισήλθε στο νοσοκομείο … για θεραπεία, όπου όμως απεβίωσε στις 9-8-2008, θάνατος που επήλθε από Ca Πνεύμονα και καρδιοαναπνευστική ανακοπή (βλ. …/Β/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου που εκδόθηκε από τη Ληξίαρχο …). Ο ανωτέρω θανών, παίζοντας τα προαναφερθέντα, αντί σημαντικού τιμήματος, παιχνίδια, έγινε ο καλύτερος πελάτης του πρακτορείου του ενάγοντος. Επειδή το αντίτιμο των παιχνιδιών που κάθε φορά ο Π. έπαιζε ήταν αρκετά σημαντικό, τύχαινε αυτός να μην έχει μαζί του πάντοτε το αντίστοιχο χρηματικό ποσό για να το καταβάλει άμεσα, το οποίο όμως στη συνέχεια, σε 2 - 3 ημέρες ή και περισσότερες, πάντοτε πλήρωνε στον ενάγοντα, ο οποίος, με τον τρόπο αυτό, διευκόλυνε οικονομικά, για το χρονικό αυτό διάστημα, τον εν λόγω παίκτη, τον οποίο δεν ήθελε να "χάσει από πελάτη". Σε κάθε πάντως περίπτωση η εκκαθάριση των οφειλών ενός μηνός του Π. προς τον ενάγοντα, γινόταν εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός. Η κατά τα ανωτέρω διευκόλυνση συνίστατο, στο να πληρώνει ο ενάγων, με δικά του χρήματα, τον ΟΠΑΠ, την αξία των παιχνιδιών που έπαιζε στο πρακτορείο του ο Π., χρήματα που ο τελευταίος στη συνέχεια κατέβαλε στον ενάγοντα. Δηλαδή επρόκειτο στην ουσία για άτυπη ολίγων ημερών πίστωση, εκ μέρους του ενάγοντος προς τον Π., των χρημάτων που άξιζαν τα δελτία (ΚΙΝΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ) που κάθε φορά "έπαιζε" ο Π. και δεν επρόκειτο για συμβάσεις δανείου που κατάρτιζε ο ενάγων με τον Π., σε εκτέλεση των οποίων και του δάνειζε χρήματα για να παίζει ο τελευταίος τα εν λόγω τυχερά παιχνίδια. Τέτοιες συμβάσεις δανείου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψαν, γι αυτό και οι σχετικοί περί τούτου ισχυρισμοί των εναγομένων, περί σύναψης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα συμβάσεων δανείου μεταξύ του ενάγοντος και του Α. Π., δυνάμει των οποίων ο πρώτος δάνειζε στο δεύτερο χρήματα για να παίζει τυχερά παιχνίδια, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι (αναπόδεικτοι). Η εκ μέρους του ενάγοντος, με τον ως άνω τρόπο, οικονομική διευκόλυνση του Α. Π., συντέλεσε ώστε ο δεύτερος να περιβάλλει με μεγάλη συμπάθεια τον πρώτο για την εμπιστοσύνη που του έδειχνε για την ανωτέρω πίστωση και αυτό είχε ως συνέπεια, μετά από λίγο χρονικό διάστημα και οπωσδήποτε από τις αρχές του 2008, να αναπτυχθεί μεταξύ τους μια πολύ ισχυρή και ιδιαίτερη φιλική σχέση, που την διέκρινε η εμπιστοσύνη, η ειλικρίνεια και η ευθύτητα του ενός προς τον άλλον. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ανωτέρω Π. είχε, παίζοντας τα ανωτέρω παιχνίδια (εκτός του ΚΙΝΟ που κληρωνόταν ανά πέντε λεπτά), προτίμηση σε συγκεκριμένους ίδιους αριθμούς που έπαιζε (στο ΤΖΟΚΕΡ είχε προτίμηση και σε συγκεκριμένα συστήματα), που είχε θέσει υπόψη του ενάγοντος και ο τελευταίος τα είχε σημειώσει στο τετράδιο των πελατών του. Έτσι, πριν από τις κληρώσεις του ΛΟΤΤΟ- ΠΡΟΤΟ που γίνονταν κάθε Τετάρτη και Σάββατο και τις κληρώσεις του ΤΖΟΚΕΡ που γίνονταν κάθε Πέμπτη και Κυριακή, ο Π. έδινε εντολή στον ενάγοντα, ενίοτε και τηλεφωνικώς όταν δεν μπορούσε να παραβρεθεί στο πρακτορείο λόγω της αρρώστιας του ή της απουσίας του στη Βουλγαρία για τις ανάγκες της εταιρίας του, να του συμπληρώσει τα δελτία των άνω παιχνιδιών, με τα γνωστά νούμερα και συστήματα των εν λόγω παιχνιδιών για να τα καταθέσει (χτυπήσει στη μηχανή του ΟΠΑΠ) ενόψει των κληρώσεων που θα ακολουθούσαν, όπως και γινόταν. Η με τον παραπάνω τρόπο "συνεργασία", ανάμεσα στον ενάγοντα και τον Π., εξελίχθηκε απολύτως ομαλά μέχρι το τέλος του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Ιουνίου 2008, όταν ο Π. "τακτοποίησε" οικονομικά τον ενάγοντα, με την καταβολή στον τελευταίο των χρημάτων που μέχρι τότε του χρωστούσε, από το "παίξιμο" επί πιστώσει των εν λόγω παιχνιδιών του ΟΠΑΠ στο πρακτορείο του. Στη συνέχεια ο Α. Π.: 1) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ, που θα γινόταν στις 11-06-2008 (ημέρα Τετάρτη), κατέθεσε 1.300 δελτία ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ, αξίας 3,35€ του καθενός και συνολικής αξίας (1.300 X 3,35€ =) 4.355,00€. Την ίδια ημέρα έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 600,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα τα ως άνω ποσά, που ανήλθαν συνολικά σε (4.355,00 + 600,00 =) 4.955,00€, ποσό που πιστώθηκε. 2) Για την κλήρωση του ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 12-06-2008 (ημέρα Πέμπτη) κατέθεσε 700 δελτία, αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€. Την ίδια ημέρα έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 437,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα τα ως άνω ποσά, που ανήλθαν συνολικά σε (4.410,00 + 437,00 =) 4.847,00€, που πιστώθηκε. 3) Στις 13-06-2008 (ημέρα Παρασκευή) έπαιξε ΚΙΝΟ αξίας 2.396,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ποσό αυτό, οπότε πιστώθηκε. 4) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ που θα γινόταν στις 14-06-2008 (ημέρα Σάββατο) κατέθεσε 1.300 δελτία, αξίας 3,35€ του καθενός και συνολικής αξίας (1300 X 3,35 =) 4.355,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε 1.360,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.355,00 - 1360,00€ =) 2,995,00€. Την ίδια ημέρα ο Π. έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 649,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα την αξία τους. Συνεπώς, ο Π., για τα ως άνω παιχνίδια, που έπαιξε στις 14-06-2008, χρωστούσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (2,995.00 + 649,00 = ) 3.644,00€, που πιστώθηκε. 5) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 15-06-2008 (ημέρα Κυριακή) ο Α. Π. κατέθεσε 700 δελτία, αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 4.000,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.410,00 - 4.000,00€ =) 410,00€. Την ίδια ημέρα ο Π. έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 556,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα την αξία τους. Συνεπώς, ο Π., για τα ως άνω παιχνίδια, που έπαιξε στις 15-06-2008, χρωστούσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (410.00 + 556,00 =) 966,00€, που πιστώθηκε. 6) Στις 16-06-2008 (ημέρα Δευτέρα) έπαιξε ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 2.356,00€, στις 17-06-2008 (ημέρα Τρίτη) έπαιξε ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 2.625,00€ και στις 18-06-2008 (ημέρα Τετάρτη) έπαιξε ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 2.865,00€, δηλαδή συνολικά τις παραπάνω 3 ημέρες έπαιξε ΚΙΝΟ, αξίας (2.356,00 + 2.625,00 + 2.865,00 =) 7.846,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα την αξία τους, οπότε και το ποσό αυτό πιστώθηκε. 7) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ, που θα γινόταν στις 19-06-2008 (ημέρα Πέμπτη), κατέθεσε 700 δελτία, αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30=) 4.410,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 1.540,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.410,00 - 1.540,00€ =) 2.870,00€. Την ίδια ημέρα έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 609,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Συνεπώς, ο Π., για τα ως άνω παιχνίδια, που έπαιξε στις 15-06-2008, χρωστούσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (2.870.00 + 609,00 =) 3.479,00€, που πιστώθηκε. 8) Στις 20-06-2008 (ημέρα Παρασκευή) έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 2.055,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, οπότε πιστώθηκε. 9) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ που θα γινόταν στις 21-06-2008 (ημέρα Σάββατο) ο Α. Π. κατέθεσε 1.300 δελτία, αξίας του καθενός 3,35€ και συνολικής αξίας (1.300 X 3,35 =) 4.355,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 845,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.355,00 - 845,00€ =) 3.510,00€. Την ίδια ημέρα έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 444,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Συνεπώς, ο Π., για τα ως άνω παιχνίδια, που έπαιξε στις 21-06-2008, χρωστούσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (3.510.00 + 444,00 =) 3.954,00€, που πιστώθηκε. 10) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 22-06-2008 (ημέρα Κυριακή), κατέθεσε 700 δελτία, αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€. Την ίδια ημέρα έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 650,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα τα ως άνω ποσά, που ανήλθαν συνολικά σε (4.410,00 + 650,00 =) 5.060,00€, ποσό που πιστώθηκε. 11) Στις 23-06-2008 (ημέρα Δευτέρα) έπαιξε παιχνίδια ΚΙΝΟ, αξίας 2.152,00€, ενώ στις 24-06-2008 (ημέρα Τρίτη) έπαιξε επίσης ΚΙΝΟ, αξίας 1.434,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα τα ως άνω ποσά, που ανήλθαν συνολικά για τις δύο αυτές ημέρες σε (2.152,00 + 1.434,00 =) 3.586,00€, ποσό που πιστώθηκε. 12) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ που θα γινόταν στις 25-06-2008 (ημέρα Τετάρτη), ο Α. Π. κατέθεσε 1.300 δελτία, αξίας 3,35€ του καθενός και συνολικής αξίας (1.300 Χ.3.35 =) 4.355,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 423,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.355,00 - 423,00€ =) 3.932,00€, που πιστώθηκε. 13) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 26-06-2008 (ημέρα Πέμπτη), κατέθεσε 700 δελτία, αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, οπότε αυτό πιστώθηκε. 14) Στις 28-06-2008 (ημέρα Σάββατο) έπαιξε ΚΙΝΟ, αξίας 2.514,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, οπότε αυτό πιστώθηκε. 15) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 29-06-2008 (ημέρα Κυριακή) κατέθεσε 700 δελτία ΤΖΟΚΕΡ αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 2.724,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.410.00 - 2.724,00 =) 1.686,00€, που πιστώθηκε. Επίσης, την ίδια πιο πάνω ημέρα ο Π. έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 899,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Συνεπώς, ο Π., για τα ως άνω παιχνίδια, που έπαιξε στις 29-06-2008, χρωστούσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (1.686.00 + 899,00 =) 2.585,00€, που πιστώθηκε. 16) Την 01-07-2008 (ημέρα Τρίτη) ο Π. έπαιξε ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 2.000,00€, ενώ στις 02-07-2008 (ημέρα Τετάρτη) έπαιξε επίσης ΚΙΝΟ συνολικής αξίας 167,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα τα ως άνω ποσά, συνολικά 2.167,00€, οπότε και το συνολικό αυτό πιστώθηκε. 17) Για την κλήρωση του ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 03-07-2008 (ημέρα Πέμπτη) ο Α. Π. κατέθεσε 700 δελτία ΤΖΟΚΕΡ αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 670,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.410.00 - 670,00 =) 3.740,00€, που πιστώθηκε. 18) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ που θα γινόταν στις 05-07-2008 (ημέρα Σάββατο) κατέθεσε 1.300 δελτία, αξίας 3,35€ του καθενός και συνολικής αξίας (1.300 X 3.35 =) 4.355,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Επίσης, την ίδια πιο πάνω ημέρα ο Π. έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 645,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Συνεπώς, ο Π., για τα ως άνω παιχνίδια, που έπαιξε στις 5-07-2008, χρωστούσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (4.355,00 + 645,00 =) 5.000,00€, που πιστώθηκε. 19) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 06-07-2008 (ημέρα Κυριακή) ο Α. Π. κατέθεσε 700 δελτία ΤΖΟΚΕΡ αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€ χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, οπότε και αυτό πιστώθηκε. 20) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΛΟΤΤΟ- ΠΡΟΤΟ που θα γινόταν στις 09-07-2008 (ημέρα Τετάρτη) κατέθεσε 1.300 δελτία, αξίας 3,35€ του καθενός και συνολικής αξίας (1.300 X 3.35 =) 4.355,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 374,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.355,00 - 374,00=) 3.081,00€, που πιστώθηκε. Επίσης, την ίδια πιο πάνω ημέρα ο Π. έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 1.015,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Συνεπώς, ο Π., για τα ως άνω παιχνίδια, που έπαιξε στις 5-07-2008, χρωστούσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (3.081,00 + 1.015,00 =) 4.996,00€, που πιστώθηκε. 21) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 10-07-2008 (ημέρα Πέμπτη) ο Α. Π. κατέθεσε 700 δελτία ΤΖΟΚΕΡ αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€ χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, οπότε και αυτό πιστώθηκε. 22) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ που θα γινόταν στις 12-07-2008 (ημέρα Σάββατο) κατέθεσε 1.300 δελτία, αξίας 3,35€ του καθενός και συνολικής αξίας (1.300 X 3.35 =) 4.355,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 342,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.355,00 - 342,00=) 4.013,00€, που πιστώθηκε. 23) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 13-07-2008 (ημέρα Κυριακή) ο Α. Π. κατέθεσε 700 δελτία ΤΖΟΚΕΡ αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€ χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, οπότε και αυτό πιστώθηκε. 24) Στις 14-07-2008 (ημέρα Δευτέρα) ο Π. έπαιξε και ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 672,00€. Την ημέρα εκείνη έτυχε να έχει μαζί του το ποσό των 5.000,00€, με το οποίο πλήρωσε αμέσως το ως άνω αντίτιμο του ΚΙΝΟ (672,00€), ενώ το υπόλοιπο ποσό (5.000,00- 672,00 =) 4.328,00€ ζήτησε να καταλογιστεί στο μέχρι τότε χρέος του, προς μερική αποπληρωμή αυτού. Με βάση όσα προεκτέθηκαν, στις 14-07-2008 το συνολικό χρέος του Π. προς τον ενάγοντα είχε ανέλθει στο ποσό των (4.955,00€ + 4.847,00€ + 2.396,00€ + 3.644,00€ + 966,00€ +7.846,00€ + 3.479,00€ + 2.055,00€ + 3.954,00€ + 5.060,00€ + 3.586,00€ + 3.932,00€ + 4.410,00€ + 2.514,00€ + 2.585,00€ + 2.167,00€ + 3.740,00€ + 5.000,00€ + 4.410,00€ + 4.996,00€ + 4.410,00 + 4.013,00€ + 4.410,00€ =) 89.375,00€ και αφαιρουμένου του ως άνω ποσού των 4.328,00€, απέμεινε χρέος, στις 14-7-2008, ποσού (89.375,00€ - 4.328,00€ =) 85.047,00€. 25) Την επόμενη ημέρα, στις 15-07-2008 (ημέρα Τρίτη) ο Π. έπαιξε ΚΙΝΟ, συνολικής αξίας 2.050,00€, χωρίς να καταβάλει άμεσα στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, οπότε και αυτό πιστώθηκε. 26) Για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 17-07-2008 (ημέρα Πέμπτη), ο Π. κατέθεσε 700 δελτία ΤΖΟΚΕΡ αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 579,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.410.00 - 579,00 =) 3.831,00€, που πιστώθηκε. 27) Τέλος, για την κλήρωση του παιχνιδιού ΤΖΟΚΕΡ που θα γινόταν στις 20-07-2008 (ημέρα Κυριακή) κατέθεσε 700 δελτία ΤΖΟΚΕΡ αξίας 6,30€ του καθενός και συνολικής αξίας (700 X 6,30 =) 4.410,00€. Από τα ως άνω δελτία ο Π. κέρδισε συνολικά 392,00€, που παρακράτησε αμέσως ο ενάγων και έτσι απέμεινε προς καταβολή, στο άμεσο μέλλον, από τον Π. προς τον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των (4.410.00 - 392,00=) 4.018,00€, που πιστώθηκε. Έτσι κατά την ημερομηνία αυτή (20-07-2008) το τελικό συνολικό χρέος του Π. προς τον ενάγοντα διαμορφώθηκε στο ποσό των (85.047,00€ + 2.050,00€ + 3.831,00€ + 4.018,00€ =) 94.946,00€. Μετά την 20-7-2008 ο ανωτέρω Αντ. Π. δεν ξανάπαιξε τυχερά παιχνίδια. Και αυτό γιατί είχε επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του και εισήλθε για θεραπεία στο νοσοκομείο …. Το άνω χρέος "απασχολούσε" τον Π., ενόσω βρισκόταν νοσηλευόμενος στο νοσοκομείο, γι' αυτό και αποφάσισε να τηλεφωνήσει, 3 ημέρες πριν από τον θάνατό του, στον ενάγοντα για να τον καθησυχάσει. Αναγνώρισε, τηλεφωνικώς, το χρέος του αυτό και υποσχέθηκε να το πληρώσει. Μάλιστα, μετέφερε στον ενάγοντα την πληροφορία ότι ήδη είχε γνωστοποιήσει το χρέος του αυτό και στον ανιψιό του Γ. Π. του Α. (3° των εναγομένων), που τον επισκεπτόταν συχνά στο νοσοκομείο και επίσης του διεμήνυσε ότι θα φρόντιζε να του στείλει τα χρήματα για το εν λόγω χρέος του, μέσω ενός υπαλλήλου του. Μετά το θάνατό του, ο ενάγων συναντήθηκε με τον ανωτέρω ανιψιό του ενάγοντος και του υπενθύμισε το χρέος του θανόντος θείου του και εκείνος (ανιψιός) αναγνώρισε το χρέος του θείου του και υποσχέθηκε πως θα φρόντιζε για την πληρωμή του, από το τίμημα που θα έπαιρναν οι κληρονόμοι από το υπό πώληση μερίδιο του εργοστασίου αλεύρων που ο θανών θείος του διατηρούσε στη Βουλγαρία, υπόσχεση όμως που δεν τήρησε. Ο ενάγων ισχυρίζεται, με την αγωγή του, ότι ο θανών έστειλε, πριν πεθάνει, στο πρακτορείο του, έναν υπάλληλό του από τη Βουλγαρία, με 95.000,00€ για να του τα δώσει προς εξόφληση του ως άνω χρέους, αλλά επειδή αυτός απουσίαζε από το πρακτορείο, δεν άφησε τα χρήματα αυτά στον υπάλληλό του, που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο πρακτορείο, αλλά τα πήρε μαζί του και είπε ότι θα τα δώσει στη σύζυγο του Π. (1η εναγόμενη) για να πάει εκείνη στο πρακτορείο και να τα παραδώσει η ίδια στον ενάγοντα. Με βάση μάλιστα τον ισχυρισμό αυτό, οι εναγόμενοι (πλην της 1ης τούτων) άσκησαν κατά της συζύγου του ως άνω θανόντος (Μ. χήρας Α. Π.) τις προαναφερθείσες παρεμπίπτουσες αγωγές, που απορρίφθηκαν, κατά τα προαναφερθέντα, ως νόμω αβάσιμες με την εκκαλουμένη. Ο ανωτέρω ένδικος ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε. Ο θανών το μοναδικό υπάλληλο της εταιρίας "... ΑΕ", της οποίας ήταν διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, τον οποίο εμπιστευόταν απόλυτα, ήταν ο S. C. του P.. Ο τελευταίος είχε προσληφθεί από την ως άνω εταιρία στις 03-04-1995, ως οδηγός αυτοκινήτου, με έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (βλ. τη με αριθμό 5/03- 04-1995 σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της ... ΑΕ, εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο του ΔΣ αυτής, δηλαδή τον ήδη θανόντα και του S. C.). Μετά την εν λόγω πρόσληψη, ο ήδη θανών απασχολούσε αποκλειστικά ως οδηγό του αυτοκινήτου του τον ως άνω S. C., που τον εμπιστευόταν απόλυτα, σε όλες τους αποστολές που του ανέθετε. Ο ανωτέρω S. C. κατέθεσε ενόρκως (βλ. 21708/26-02-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αυτού στη συμβολαιογράφο … Ε. Κ.-Π.), εκτός άλλων, τα εξής: "... Αρνούμαι κατηγορηματικά, ότι ο Α. Π. με έστελνε στο πρακτορείο του Ι. Κ., τον οποίο καν δεν γνωρίζω. Ουδέποτε μου έδωσε χρήματα για να πάω στον ως άνω κύριο αφού δεν ήμουν αρμόδιος για οποιαδήποτε πληρωμή, δεν είχα λάβει ποτέ τέτοια εντολή, δεν είχα πληρεξουσιότητα, ούτε υπέγραψα ποτέ ή παρέλαβα οποιοδήποτε έγγραφο, που να αποδεικνύει την παραλαβή από τον Α. Π. και παράδοση στον Κ. χρημάτων ...". Από όλα τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε α) ότι ο Α. Π. δημιούργησε, κατά το χρονικό διάστημα από 11-06-2008 έως 20-07-2008, χρέος συνολικού ποσού 94.946,00€ προς τον ενάγοντα, ο οποίος διατηρούσε και εκμεταλλευόταν πρακτορείο του ΟΠΑΠ, από τα παιχνίδια ΚΙΝΟ, ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ που έπαιξε στο εν λόγω πρακτορείο, κατά τη διάρκεια του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, ποσό το οποίο ο ενάγων είχε πιστώσει στον Α. Π., προς διευκόλυνση του τελευταίου για να παίξει τα εν λόγω παιχνίδια, β) ότι Α. Π. αναγνώρισε, 3 ημέρες πριν από τον θάνατό του, το εν λόγω χρέος του, με σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, χρέος που είχε προέλθει από την προαναφερθείσα συγκεκριμένη αιτία (αξία παιχνιδιών από κατάθεση δελτίων ΚΙΝΟ, ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ) και δεν προήλθε από συμβάσεις δανείου που δήθεν συνήψε ο ενάγων με τον Α. Π., κατά το παραπάνω χρονικό (11-06-2008 έως 20-07-2008), όπως αναποδείκτως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, γ) ότι Α. Π. απεβίωσε, χωρίς διαθήκη, στις 09-08-2008, χωρίς να προλάβει να πληρώσει στον ενάγοντα το εν λόγω χρέος του, ποσού 94.946,00€, ώστε το ποσό αυτό κατέστη χρέος (παθητικό) της κληρονομιαίας περιουσίας του και για την πληρωμή του ενέχονται οι κληρονόμοι του, καθένας κατά το κληρονομικό του μερίδιο (άρθρο 1885 ΑΚ). Σημειώνεται, ενταύθα, ότι, αν και το ως άνω χρέος υπερβαίνει το ποσό των 20.000,00€ και αυτό οφείλεται με βάση τη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, και η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ' αρχήν να αποδειχθεί με μάρτυρες (393§1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το Ν. 4335/2015), το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι για την ανωτέρω (άτυπη) σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους ο ενάγων αδυνατούσε, λόγω ηθικής αδυναμίας, να αποκτήσει έγγραφο για την εν λόγω αιτιώδη αναγνώριση του επίμαχου χρέους, διότι α) ο ενάγων συνδεόταν με τον Α. Π. με ισχυρή και ιδιαίτερη φιλική σχέση και β) ο Π. κατά το χρόνο αναγνώρισης του χρέους του βρισκόταν βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο (ειδικές συνθήκες), οπότε, και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η αξίωση του ενάγοντος προς τον ασθενούντα ιδιαίτερο φίλο του Α. Π., να αναγνωρίσει ο τελευταίος εγγράφως το χρέος του, παρίστατο αδικαιολόγητη και ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία, σύμφωνα με τις κρατούσες περί ηθικής εν γένει αντιλήψεις, αλλά και από τη φύση της άνω σύμβασης αναγνώρισης χρέους και υπό τις ειδικές συνθήκες που η δικαιοπραξία αυτή έγινε. Κατά συνέπεια των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο επιτρέπει την κατ' εξαίρεση με μάρτυρες απόδειξη της εν λόγω σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους πλέον του ποσού των 20.000,00€ και συγκεκριμένα του ποσού των 94.946,00€, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 394§1 περιπτ. β' και δ' του ΚΠολΔ ...". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειουσών. 6.-Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, της οποίας συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που η διάταξη αυτή απαιτεί για την εφαρμογή της, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία υπάχθηκαν στην προαναφερόμενη διάταξη και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την παραδοχή της ένδικης αγωγής. Και τούτο διότι σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, λίγες ημέρες πριν από την επέλευση του θανάτου του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, καταρτίστηκε μεταξύ του τελευταίου και του αναιρεσιβλήτου, άτυπη σύμβαση (για την ανάληψη υποχρέωσης που δεν απαιτούσε την τήρηση τύπου), με προφορική δήλωση του πρώτου και την σιωπηρή αποδοχή του δευτέρου (συναγομένη από τις παραδοχές περί της όχλησης, μετά το θάνατο του οφειλέτη του, ενός εκ των κληρονόμων του για το χρέος και από την άσκηση της αγωγής που επακολούθησε), επιτρεπτή κατά το άρθρο 361 ΑΚ, με περιεχόμενο την επιβεβαίωση της υφιστάμενης ενοχής, από τη μεταξύ τους συμφωνία διεξαγωγής από τον αναιρεσίβλητο πράκτορα, με έξοδά του, τυχηρών παιγνίων κατ' εντολή και για λογαριασμό του Α. Π. για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με ρητή αναγνώριση εκ μέρους του αποβιώσαντος της υποχρέωσης εξόφλησης του εκ της άνω συμβάσεως χρέους των 94.946 ευρώ, η ύπαρξη και η καταβολή του οποίου τον απασχολούσε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο και τον οδήγησε στην μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον αναιρεσίβλητο, αντίστοιχη ως άνω δήλωση. Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Και τούτο διότι εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση περί της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης, προς επιβεβαίωση εκ μέρους του κληρονομηθέντος από τις αναιρεσείουσες του χρέους προς τον αναιρεσίβλητο, το οποίο προήλθε από τη διεξαγωγή των παρατιθέμενων τυχηρών παιγνίων για το επίμαχο χρονικό διάστημα εκ μέρους του τελευταίου και με δικά του έξοδα, κατ' εντολή και για λογαριασμό του θανόντος και προς διευκόλυνσή του, κατά την απουσία του από το πρακτορείο του, ως εκ των στενών μεταξύ τους φιλικών σχέσεων, με τις υποστηρίζουσες το αποδεικτικό αυτό πόρισμα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) ο Α. Π., που ήταν οικονομικά εύρωστος και εξαρτημένος από τον τζόγο των τυχηρών παιγνίων ΚΙΝΟ, ΛΟΤΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ και ΠΡΟΤΟ, έγινε ο καλύτερος πελάτης του πρακτορείου του αναιρεσιβλήτου, παίζοντας συχνά κάθε εβδομάδα τα προαναφερθέντα παιχνίδια αντί σημαντικού τιμήματος, β) από τις αρχές του 2008 είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μια ιδιαίτερη φιλική και σχέση εμπιστοσύνης, γ) ο Α. Π. είχε προτίμηση σε συγκεκριμένους αριθμούς και συστήματα που ο αναιρεσίβλητος είχε καταχωρήσει στο τετράδιο των πελατών του και πριν τις κληρώσεις του ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΤΟ που γίνονταν Τετάρτη και Σάββατο και τις κληρώσεις του ΤΖΟΚΕΡ που γίνονταν Πέμπτη και Κυριακή, ο αναιρεσίβλητος με εντολή του Α. Π., όταν η φυσική του παρουσία στο πρακτορείο δεν ήταν εφικτή, συμπλήρωνε τα δελτία επιλογής του με τα συγκεκριμένα νούμερα και τα κατέθετε προς συμμετοχή στις γενόμενες κληρώσεις, πληρώνοντας την αξία τους με δικά του χρήματα, τα οποία εν συνεχεία του κατέβαλε ο Α. Π., η δε "εκκαθάριση" των οφειλών ενός μηνός του Π. προς τον ενάγοντα, γινόταν εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός, δ) ο Α. Π. μέχρι το τέλος του α' δεκαημέρου του μηνός Ιουνίου 2008, είχε πληρώσει στον αναιρεσίβλητο τις οφειλές του από τη διεξαγωγή των εν λόγω παιγνίων, ε) για το επόμενο χρονικό διάστημα από 11-6-2008 ως 20-7-2008 που ήταν και η τελευταία φορά που ο Α. Π. συμμετείχε σε τυχηρά παίγνια, διότι εισήλθε λόγω της επιδείνωσης της πάθησής του (καρκίνος του πνεύμονα) στο νοσοκομείο, το συνολικό χρέος του προς τον αναιρεσίβλητο για τη διεξαγωγή εκ μέρους του τελευταίου με δικές του δαπάνες, των συγκεκριμένων μνημονευόμενων στις ως άνω παραδοχές τυχηρών παιγνίων για λογαριασμό του Α. Π., ανήλθε στο ποσό των 94.946 ευρώ, στ) η εκκρεμότητα του συγκεκριμένου χρέους απασχολούσε τον Α. Π. κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, ζ) προκειμένου να καθησυχάσει τον αναιρεσίβλητο για την καταβολή του, τρεις ημέρες πριν το θάνατό του που επήλθε στις 9-8-2008, του τηλεφώνησε, αναγνώρισε με σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, το εν λόγω χρέος του, που είχε προέλθει από την προαναφερθείσα συγκεκριμένη αιτία (αξία παιγνιδιών από κατάθεση δελτίων ΚΙΝΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ), υποσχέθηκε ότι θα το πληρώσει στέλνοντας τα χρήματα μέσω ενός υπαλλήλου του και του γνωστοποίησε ότι είχε ήδη ενημερώσει για το χρέος αυτό τον ανηψιό του Γ. Π. (3ο εναγόμενο), η) σε συνάντηση του αναιρεσιβλήτου με τον ως άνω ανηψιό του, μετά το θάνατο του Α. Π., ο πρώτος του υπενθύμισε το χρέος του θανόντος και ο δεύτερος του υποσχέθηκε πως θα φρόντιζε για την πληρωμή του από το τίμημα που θα λάμβαναν εκ της πωλήσεως του εργοστασίου του αποβιώσαντος στη Βουλγαρία, υπόσχεση που δεν τηρήθηκε. Σύμφωνα λοιπόν με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την προφορική αναγνώριση του επίδικου χρέους ο αποβιώσας και κληρονομηθείς από τις αναιρεσείουσες επιβεβαίωσε την γεννηθείσα από 11-6-2008 μέχρι 20-7-2008 οφειλή του έναντι του αναιρεσιβλήτου, αφού διαλαμβάνεται κατά τα ανωτέρω η ακριβής αιτία αυτής, χωρίς να προκαλείται αντίφαση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι καταρτίστηκε ατύπως σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, προς την παραδοχή ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών δήλωσε στον αναιρεσίβλητο ότι θα φρόντιζε να του στείλει το οφειλόμενο χρηματικό ποσό μέσω υπαλλήλου του, δεδομένου ότι οι προαναφερόμενες κρίσιμες για τη συγκρότηση του αποδεικτικού πορίσματος πραγματικές παραδοχές εναρμονίζονται και δεν τελούν σε σχέση λογικής και νομικής ανακολουθίας μεταξύ τους, αφού η τελευταία ως άνω παραδοχή ανάγεται στον από τον αποβιώσαντα σκοπούμενο τρόπο υλοποίησης της αναληφθείσας με την άνω σύμβαση υποχρέωσης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, όπως επίσης και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. 7.-Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται από τις αναιρεσείουσες στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του και αριθ. 8 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεσή τους και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε κατ' ουσίαν την υπό κρίση αγωγή, το μεν α) παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 20 της υπουργικής απόφασης 25148/1999 (ΦΕΚ Β' 2004/1999), σύμφωνα με την οποία, ο πράκτορας είναι υποχρεωμένος να μην κάνει εκπτώσεις ή προεξοφλήσεις δελτίων άλλων πρακτορείων, ή και οποιεσδήποτε άλλες οικονομικές ευκολίες στους διαγωνιζόμενους και 4 παρ. 2 εδ. α' του νόμου 3601/2007 (ΦΕΚ Α' 178/2007), σύμφωνα με την οποία, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας, απαγορεύεται επίσης η κατ' επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, εφόσον δεν έχει παρασχεθεί προς το σκοπό αυτόν ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, το δε β) διότι δεν έλαβε υπόψη του το σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης που αποτελεί αντικείμενο της ένδικης αγωγής ως αντίθετης στις ως άνω διατάξεις, τον οποίον προέβαλαν με το συναφή λόγο της έφεσής τους. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, και δεν μπορεί να θεμελιώσει τις ανωτέρω πλημμέλειες, διότι σε περίπτωση παραβίασης εκ μέρους του πράκτορα του ΟΠΑΠ του άρθρου 3 παρ. 20 της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης (που, σημειωτέον, κρίθηκε αντισυνταγματική με την ΟλΣτΕ 1776/2007 και εν συνεχεία καταργήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 60 του νόμου 4141/2013), ήτοι σε περίπτωση που γίνονταν διευκολύνσεις στους διαγωνιζομένους από τον πράκτορα, ως μόνη κύρωση προβλεπόταν η επιβολή προστίμου ή η προσωρινή ανάκληση της άδειας του πράκτορα, από το περιεχόμενο δε και το σκοπό των ως άνω διατάξεων, καθώς και των λοιπών διατάξεων της Υπουργικής αυτής Απόφασης δεν συναγόταν άλλη κύρωση, ως συνέπεια της παραπάνω παραβίασης, δεδομένου ότι η θεσπιζόμενη με την παρ. 20 του άρθρου 3 απαγόρευση τέθηκε προς προστασία των συμφερόντων του ΟΠΑΠ από ζημιογόνες γι' αυτόν ενέργειες των πρακτόρων του, όπως είναι και οι οικονομικές διευκολύνσεις προς τους παίκτες, με πίστωση του αντιτίμου των δελτίων συμμετοχής τους σε κάποιο παιχνίδι του ΟΠΑΠ και δεν ασκούσε οποιαδήποτε έννομη επιρροή, ούτε καθιστούσε άκυρη τη συμφωνία πίστωσης μεταξύ του πράκτορα και του παίκτη. Πέραν των ανωτέρω, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 2076/1992 (που καταργήθηκε με το άρθρο 92 του νόμου 3601/2007, πριν από τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο, ο τελευταίος δε καταργήθηκε με το νόμο 4261/2014), αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος δεν χορηγούσε κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση δάνεια στον Α. Π., ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές, η διευκόλυνση στον αποβιώσαντα δεν γινόταν υπό τον "απαγορευμένο" κατά τα ανωτέρω, για τους πράκτορες τρόπο πίστωσης σε βάρος του ΟΠΑΠ, αλλά ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος πλήρωνε με δικά του χρήματα στον ΟΠΑΠ την αξία των παιγνιδιών και συμμετείχε στις κληρώσεις κατ' εντολή και για λογαριασμό του πελάτη και φίλου του Α. Π., ο οποίος εν συνεχεία εξοφλούσε σ' αυτόν το αντίτιμό τους. Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, αφενός μεν διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, οπότε το Εφετείο σε κάθε περίπτωση δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε μη λυσιτελή ισχυρισμό (ΟλΑΠ 14/2004), πέραν του ότι έλαβε υπόψη τον συναφή ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί του ότι "επρόκειτο για κατ' επάγγελμα δανεισμό του αναιρεσιβλήτου προς τον αποβιώσαντα" και τον απέρριψε για ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2003), εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 229/2014). 8.- Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο τότε ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Ο λόγος αυτός μπορεί να συρρέει και με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν παραδεκτά προβλήθηκε ενδεχόμενος ισχυρισμός σχετικά με το ανεπίτρεπτο ορισμένου αποδεικτικού μέσου και το δικαστήριο, χωρίς να ερευνήσει τον ισχυρισμό, έλαβε υπόψη του ή δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 366/2023). Εξάλλου, κατά το άρθρο 394 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε και ισχύει, τόσο πριν από την τροποποίηση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, όσο και μετά την τροποποίηση αυτή, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο (ΑΠ 82/2023, ΑΠ 1161/2020). Η συνδρομή αδυναμίας κτήσης εγγράφου απόκειται στην ελεύθερη και εκ των ενόντων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 366/2023, ΑΠ 1822/2012). 9.- Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ (κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση, και όχι από τον αριθ. 12) κατά το πρώτο σκέλος, καθώς και η εκ του αριθ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά το δεύτερο σκέλος, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αφενός μεν, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά παράβαση των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ (μαρτυρικές καταθέσεις), σχετικά με το αντικείμενο της σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους που δέχθηκε ότι καταρτίστηκε και υπερέβαινε τις 20.000 ευρώ, αφετέρου δε διότι δεν έλαβε υπόψη του το σχετικό λόγο έφεσής τους, όσον αφορά τη διεξαγωγή της μη επιτρεπόμενης από τις άνω διατάξεις εμμάρτυρης απόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την επιτρεπτή διεξαγωγή εμμάρτυρης απόδειξης, εξαιτίας της ύπαρξης ηθικής αδυναμίας κτήσης εγγράφου, κατά κύριο λόγο διότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών με ισχυρή και ιδιαίτερη φιλική σχέση, αλλά και λόγω των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση, ως εκ της νοσηλείας του Α. Π. στο νοσοκομείο, συνεπεία επιδείνωσης της πάθησής του, σύμφωνα με τις παραδοχές που διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, πέραν του ότι είναι και αβάσιμος (κατά το δεύτερο σκέλος του), ενόψει του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απάντησε επί του ως άνω ισχυρισμού περί αποκλεισμού του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης. 10.- Επίσης, κατά τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλαδή σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του που έχει διαγνωστεί σωστά, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πραγματικά στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 724/2021, ΑΠ 791/2020). Έγγραφα δε, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο αυτό, είναι τα κατά τα άρθρα 339, 432, 445-449 του ίδιου Κώδικα χρησιμοποιούμενα ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα, όχι δε και τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 42/2014), στα οποία συγκαταλέγονται τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής, έφεσης, οι αιτήσεις και οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1731/2022, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 300/2022), ή εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων, κατά το μέρος που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1246/2022, ΑΠ 724/2021), όπως επίσης και οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, κατά το μέρος που περιλαμβάνονται σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται από τους μάρτυρες (ΑΠ 551/2023, ΑΠ 273/2022). 11.- Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στα οποία έχει περιληφθεί η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, και των ενώπιον συμβολαιογράφου ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων που μνημονεύονται στο αναιρετήριο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο ως άνω έγγραφα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα και επομένως δεν είναι δεκτικά παραμόρφωσης, ώστε να ιδρύεται η εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια. 12.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. 13.- Από τη διάταξη του άρθρου 579 ΚΠολΔ, τέλος, προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας εκτέλεσης με βάση τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 162/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με την αίτηση αναίρεσης και τις προτάσεις τους, οι οποίες νόμιμα κατατέθηκαν πριν από τη συζήτηση, στις 24-8-2022, υπέβαλαν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και ζήτησαν, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος στην επιστροφή των ποσών που κατασχέθηκαν συντηρητικά στα χέρια τρίτων (τραπεζικών ιδρυμάτων), όπως τα ποσά αυτά εξειδικεύονται στις προτάσεις τους. Μετά την απόρριψη όμως της αναίρεσης, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων είναι απαράδεκτη και απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 162/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 821/2022). 14.- Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες που ηττήθηκαν, σε ίσα μέρη καθεμία, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-11-2019 αίτηση των: Σ. Π., Ά. Π. και Ε. Π. για αναίρεση της με αριθμό 67/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υποβληθείσα με το αναιρετήριο αίτηση των αναιρεσειουσών για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες, σε ίσα μέρη καθεμία, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ