Αριθμός 994/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΛΙΟΣΙΩΝ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Θεόφιλο Κώτσιου και Θεανώ Σταθοπούλου. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σαρρή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1171/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6420/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1-10-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 12-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (με το άρθρο 38 του Εισ.Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει, όμως, να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν καθορίζεται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας εν γένει και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.ΑΠ 28/2005). Τέλος, ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για τον χαρακτήρα της συμβάσεως από την εκτίμηση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών κάτω από τα οποία λειτούργησε η συγκεκριμένη σχέση, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: Στις 27-11-1996 η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Κοινοπραξία, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, συνήψε προφορικά με τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου ο ενάγων να απασχοληθεί ως διευθυντής του Κεντρικού Σταθμού Υπεραστικών Λεωφορείων της Λεωφόρου Λιοσίων, στην Αθήνα (περιοχή Τρεις Γέφυρες), όπου συστεγάζονται συνολικά ένδεκα ΚΤΕΛ, ένα από τα οποία είναι και το ΚΤΕΛ του νομού Μαγνησίας. Τότε (27-11-1996) ο ενάγων απασχολείτο (ήδη από το έτος 1970) στον παραπάνω Κεντρικό Σταθμό Υπεραστικών Λεωφορείων Αθηνών (επί της Λεωφόρου Λιοσίων) στο ΚΤΕΛ Μαγνησίας ως εκδότης εισιτηρίων, δυνάμει δε της ως άνω από 27-11-1996 συμβάσεως εργασίας προσέφερε τις υπηρεσίες του στη πρώτη εναγόμενη Κοινοπραξία επί δίωρο την ημέρα, μετά το τέλος ή πριν την έναρξη της εργασίας του - πρωινής ή απογευματινής - στο ΚΤΕΛ Μαγνησίας. Το αντικείμενο της εργασίας του ενάγοντος (σύμφωνα με την από 27-11-1996 σύμβαση), για την εκτέλεση της οποίας είχε παραχωρηθεί σ' αυτόν από την πρώτη εναγομένη και η χρήση χώρου - γραφείου εντός του εν λόγω Κεντρικού Σταθμού Υπεραστικών Λεωφορείων (δίπλα στις αποθήκες του ΚΤΕΛ Λάρισας), συνίστατο στην απασχόληση του ενάγοντος με όλα τα θέματα λειτουργίας του Κεντρικού Σταθμού Υπεραστικών Λεωφορείων Αθηνών (επί της Λεωφόρου Λιοσίων) και κυρίως με την είσπραξη από τα μετέχοντα στη Κοινοπραξία υπεραστικά ΚΤΕΛ της συμμετοχής τους στις δαπάνες λειτουργίας του Σταθμού και την πληρωμή των δαπανών αυτών, με την είσπραξη των ενοικίων από τα άνω ΚΤΕΛ, το μπαρ και το εφημεριδοπωλείο του Σταθμού, με την πληρωμή του προσωπικού του Σταθμού (καθαρίστριες, τηλεφωνήτριες, φύλακες) και τον καθορισμό των ρεπό και των αδειών του προσωπικού αυτού, με τη μέριμνα για την καθαριότητα του Σταθμού και την επισκευή και συντήρηση, με τους κατάλληλους τεχνίτες, των μηχανημάτων και εγκαταστάσεων του Σταθμού, με την αντιμετώπιση των παράνομων σταθμεύσεων οχημάτων εντός του Σταθμού και με την παροχή πληροφοριών στον τύπο και την ραδιοτηλεόραση για τα θέματα λειτουργίας του Σταθμού. Γίνεται ακόμη δεκτό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι ο ενάγων ελάμβανε ως μισθό από την πρώτη εναγομένη, αρχικά το ποσό των 50.000 δραχμών μηνιαίως έως το τέλος του 1999, από τον Ιανουάριο του 2000 ο μισθός του ορίσθηκε στο ποσό των 100.000 δραχμών μηνιαίως και από τον Ιανουάριο του 2002 ελάμβανε το ποσό των 295 ευρώ έως τις 31-1-2005, που απολύθηκε, χωρίς την επίδοση έγγραφης καταγγελίας και καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως. Η Κοινοπραξία και ο ενάγων - δέχθηκε ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο - απέβλεψαν στη παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ο δε ενάγων υπέκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την Κοινοπραξία, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα της τελευταίας να δίνει, διά του εκάστοτε προέδρου της, δεσμευτικές για τον ενάγοντα εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες - αναιρεσείουσες. Έτσι, μετ' εξαφάνιση, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως του ενάγοντος, της πρωτόδικης αποφάσεως (1171/2005 του Ειρηνοδικείου Αθηνών), που έκρινε ότι δεν συνέδεε τους διαδίκους σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να του καταβάλουν οι εναγόμενες 6.108,54 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, επιδόματα (δώρα) εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας, δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο εν μέρει την αγωγή αυτή και επιδίκασε στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το ποσό των 5.565,74 ευρώ. Με τη κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 (και όχι 559 που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες) αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση συγχωρείται μόνο για τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άνω άρθρο λόγους, το οποίο (άρθρο 560 ΚΠολΔ) δεν περιέχει διατάξεις αντίστοιχες με εκείνες (και) των αριθμών 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι, στους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνονται η παραμόρφωση από το δικαστήριο του περιεχομένου εγγράφου, ούτε η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως (λόγω πλήρους ελλείψεως αιτιολογιών ή λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μετά από έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμ. 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι απαράδεκτοι, αφού δεν προβλέπεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις ότι μπορούν να προταθούν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, που ηττήθηκαν, να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-10-2012 αίτηση 1) της Κοινοπραξίας, με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΛΙΟΣΙΩΝ" και 2) της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6420/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ