Αριθμός 167/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. χήρας Γ. Π., το γένος Σ. και Θ. Ε., και 5) Μ. Π. του Γ. και Κ., κατοίκου Θεσπρωτικού Πρεβέζης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Πανταζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ε. του Σ. και Θ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο και κατέθεσε προτάσεις, και 6) Ε. Π. του Γ. και Κ., κατοίκου Άρτης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες και οι υπό στοιχείο 1 και 5 αναιρεσίβλητοι, παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου και της 5ης των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 1255/2020, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από τις εκθέσεις επίδοσης 8133Θ'/31-8-2021 και 8061Θ'/23-8-2021 του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Μ., 2574/27-10-2021 του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Κ. και 778Δ'/26-10-2021 του Εφετείου Ιωαννίνων Δ. Κ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι επισπεύδοντες αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στους δεύτερη, τρίτο, τέταρτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. Κ.Πολ.Δ.. ΙΙ. Υπόκειται προς κρίση η από 10-7-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην των εφεσιβλήτων Μ. Ε. του Β., Α. Κ. του Α. και Ε. Π. του Γ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 70/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ'αριθμ. 73/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η αγωγή με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν ν'αναγνωριστεί η κυριότητά τους, στο αντίστοιχο περιγραφόμενο για καθένα, μέρος τμήματος του περιγραφομένου γεωτεμαχίου, άλλως ν' αναγνωριστούν συγκύριοι του ως άνω γεωτεμαχίου με αναγωγή στην επιφάνεια του τμήματος που προσδιορίζεται στην αναφερόμενη διαθήκη για τον καθένα σε σχέση με την όλη επιφάνεια αυτού, να αναγνωριστεί η ακυρότητα των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας των πρώτου και πέμπτου των εναγομένων και ήδη πρώτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων και να διορθωθούν οι αρχικές πρώτες εγγραφές και οι μεταγενέστερες. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 503 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις απολειπόμενες κατά την συζήτηση της εφέσεως δεύτερη, τέταρτη και έκτη εφεσίβλητες (βλ. τις 5434Θ και 5445θ/22-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Μ. και την 301Δ/22-6-2020 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Ιωαννίνων Δ. Κ.), χωρίς να έχει ασκηθεί εκ μέρους τους ανακοπή ερημοδικίας (βλ. το 9/26-1-2022 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, Α.Π 917/2020). Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (Α.Π 381/2021, Α.Π 678/2018, Α.Π 1734/2009, Α.Π. 231/2004). Περαιτέρω από τη διάταξη 1710 παρ. 1 του ΑΚ, που ορίζει ότι "κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται είτε με διαθήκη είτε από το νόμο, είναι το σύνολο των δεκτικών χρηματικής αποτιμήσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αποβιώσαντος, με εξαίρεση τα συνδεόμενα στενά με το πρόσωπό του, περιλαμβάνονται δηλαδή όχι μόνον τα δικαιώματα (ή υποχρεώσεις) σε ενσώματα αντικείμενα της κληρονομίας, αλλά κατά τρόπο ενιαίο και όλες οι περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις, είτε μεμονωμένα, είτε ως διακριτές στις συναλλαγές περιουσιακές ομάδες, εφόσον από τη φύση τους ή από ειδική διάταξη νόμου ή από την ιδιωτική βούληση δεν έχουν αποκλεισθεί από την κληρονομική διαδοχή (Α.Π 1302/2019). Επίσης, από τον συνδυασμό των άρθρων 1712, 174 και 239 παρ.1 του ΑΚ, συνάγεται ότι στα περιουσιακά στοιχεία στα οποία κάποιος εγκαθίσταται, πρέπει ν' ανήκουν στον διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης του. Διαφορετικά η διάταξη με την οποία γίνεται η εγκατάσταση είναι άκυρη, λόγω περιεχομένου, διότι αντιβαίνει στον απαγορευτικό κανόνα της μη διαθέσεως δικαιώματος από πρόσωπο που δεν είναι φορέας του. Αν το δικαίωμα αποκτηθεί από τον διαθέτη σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου σύνταξης της διαθήκης εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 239 Α.Κ και η διάταξη της διαθήκης ισχυροποιείται. Η ισχυροποίηση όμως επέρχεται από τη στιγμή που ο διαθέτης αποκτά το δικαίωμα και όχι αναδρομικώς. Ακόμη, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 2, 12 παρ.1, 14, και 21 του Ν. 674/1977 ορίζονται τα εξής: "Άρθρον 2.- 1.Η έγγειος ιδιοκτησία υπόκειται εις αναδασμόν, κατά τας διατάξεις του παρόντος, προς επωφελεστέραν εκμετάλλευσιν αυτής δια της συγκεντρώσεως και ορθολογικής διατάξεως των κτημάτων, αι οποίαι συνδυάζονται και προς τυχόν κατασκευασθέντα ή υπό κατασκευήν έργα εγγείου βελτιώσεως. Ως έργον εγγείου βελτιώσεως νοείται και η αγροτική οδοποιϊα. 2. Δια του αναδασμού παραχωρούνται κτήματα ισάξια των αναδιανεμομένων. 'Αρθρον 12.- 1.`Εκαστος κτηματίας, μετέχων του αναδασμού λαμβάνει το κτήμα του εις εν αγροτεμάχιον, εξ ων απετελείτο τούτο προ του αναδασμού. `Αρθρον 14.- 1. Μετά την κατά τα άνω δημοσίαν ανακοίνωσιν του οριστικού διαγράμματος και των πινάκων του νέου κτηματικού καθεστώτος η Επιτροπή Αναδασμού ορίζει ημερομηνίαν, μεθ` ην δύναται να αρχίση η υπόδειξις των νέων αγροτεμαχίων εις τους δικαιούχους ή τους εκπροσώπους αυτών. Το Τοπογραφικόν Συνεργείον εν συνεχεία προσδιορίζει τακτάς, κατά θέσεις, ημερομηνίας υποδείξεως των αγροτεμαχίων, καλεί δε δι` ανακοινώσεως αναρτωμένης επί αποδεικτικώ εις το Δημοτικόν ή Κοινοτικόν κατάστημα ή εις κεντρικήν θέσιν της πόλεως ή του χωρίου τους κτηματίας όπως παραστούν κατά την υπόδειξιν των νέων των ιδιοκτησίων. Η θέσις εκάστου νέου αγροτεμαχίου σημαίνεται επί του εδάφους. Η μη παράστασις δικαιούχου κατά την υπόδειξιν δεν υποχρεοί την Υπηρεσίαν εις επανυπόδειξιν των νέων αγροτεμαχιών του. 2. Μετά την περάτωσιν της υποδείξεως επί του εδάφους των νέων αγροτεμαχίων η νομή επί των δια του αναδασμού δημιουργηθέντων κτημάτων περιέρχεται εις τους δικαιούχους από της χρονολογίας, ην θέλει ορίσει ειδική περί τούτου απόφασις της Επιτροπής Αναδασμού, σταθμιζούσης τους εν γένει όρους, υφ` ους τελεί η υπό αναδασμόν περιοχή. Από της αυτής χρονολογίας αποσβέννυται αυτοδικαίως το δικαίωμα νομής επί των αναδιανεμηθέντων κτημάτων. Εν τη αυτή αποφάσει ρυθμίζονται τυχόν προκύπτοντα θέματα απολήψεως ηρτημένης εσοδείας. Από την ημερομηνία δημόσιας ανακοίνωσης της απόφασης της Επιτροπής Αναδασμού στο συνήθη χώρο ανακοινώσεων, η διαδικασία εφαρμογής του αναδασμού θεωρείται περαιωμένη. `Αρθρον 15.- 1. Μετά το πέρας του αναδασμού, την υπόδειξιν επί του εδάφους των νέων ιδιοκτησιών και τεχνική επεξεργασίαν των στοιχείων αυτού παρά της Υπηρεσίας Τοπογραφικής ο σχηματισθείς φάκελλος του αναδασμού διαβιβάζεται, μετά σχετικής εισηγήσεως της Διευθύνσεως Γεωργίας, εις τον οικείον Νομάρχην, όστις, ελέγχων το νόμιμον και την ορθότητα του αναδασμού, προβαίνει εις την κύρωσιν τούτου δι` αποφάσεώς του δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, υπογράφων άμα και τους οικείους κτηματολογικούς πίνακας και σχεδιαγράμματα. Παρισταμένης ανάγκης, δύναται, μετά γνώμην της οικείας Διευθύνσεως Γεωργίας, εντός προθεσμίας μη δυναμένης να υπερβή το εξάμηνον από της, κατά τα εν παραγράφω 2 του άρθρου 14, λήξεως των εργασιών αναδασμού ο Νομάρχης προ της κυρώσεως, να αναπέμψη τον αναδασμόν εις την Επιτροπήν Αναδασμού, ανασυνιστών ταύτην προς τούτο, δια μερικήν ή εξ υπαρχής επανάληψιν τούτου ή διόρθωσιν επισημαινομένων τυχόν σφαλμάτων, οπότε η Επιτροπή Αναδασμού, κατά την ητιολογημένην κρίσιν της, επιφέρει, τας τυχόν επιβαλλομένας διορθώσεις, συντασσομένου σχετικού πρακτικού, μετά προηγουμένην ακρόασιν των ενδιαφερομένων. 2. Μεταβιβάσεις εν ζωή ως και μεταβολαί αιτία θανάτου ή συνεπεία δικαστικών αποφάσεων γενόμεναι προ της κυρώσεως και εντός του κατά την προηγουμένην παράγραφον εξαμήνου χρονικού διαστήματος από του πέρατος των εργασιών αναδασμού, δύνανται να επιφέρουν αντιστοίχους μεταβολάς εις τα κτηματολογικά στοιχεία αυτού δι' αποφάσεως της Επιτροπής Αναδασμού. 3. Με απόφαση του Νομάρχη ύστερα από εισήγηση της Υπηρεσίας Γεωργίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης επιτρέπεται, πριν από την κύρωση του αναδασμού, να καταχωρίζονται, στα κτηματολογικά στοιχεία του οι μεταβολές που επέρχονται: α) από μεταβιβάσεις εν ζωή, β) συνεπεία θανάτου ή γ) από δικαστικές αποφάσεις. `Αρθρον 21.- 1. Από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της κατά το άρθρον 15 του παρόντος αποφάσεως του Νομάρχου η κυριότης των κατά τον αναδασμόν δημιουργηθέντων κτημάτων περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους εν τω κυρωθέντι κτηματολογικώ πίνακι αναγεγραμμένους ως δικαιούχους αυτών, αποσβεννυμένου, αυτοδικαίως επίσης, αντιστοίχως του δικαιώματος κυριότητος επί των προ του αναδασμού κτημάτων των. 4. Από της κατά το άρθρον 15 του παρόντος κυρώσεως του αναδασμού, το Δημόσιον απαλλάσσεται πάσης υποχρεώσεως έναντι παντός αξιούντος δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματον δικαίωμα, δυναμένου τούτου να διεκδικήση μόνον το αντί της αποζημιώσεως παρχωρηθέν κτήμα και μόνον κατά του εγγεγραμμένου εις τον κτηματολογικόν πίνακα ως δικαιούχου αυτού. Ακόμη, κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, "μετά την κύρωσιν του αναδασμού ο οικείος Νομάρχης, δι` αποφάσεώς του, εκδιδομένης μετά γνώμην Τριμελούς Επιτροπής..., προβαίνει εις την διόρθωσιν των κτηματολογικών στοιχείων του αναδασμού εις τας κάτωθι περιπτώσεις : α) συνεπεία αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, β) συνεπεία αντικείμενης εις τον Νόμον ή εσφαλμένης καταχωρίσεως, εφ` όσον το τελευταίον τούτο προκύπτει κατ` αναμφισβήτητον τρόπον εκ της όλης διαδικασίας του αναδασμού, γ) επί διαπιστώσεως τεχνικών σφαλμάτων, όσον αφορά τα όρια και το εμβαδόν του αγροτεμαχίου (παρ.1). Μετά την μεταγραφήν των οριστικών τίτλων κυριότητος (παραχωρητηρίων) επιτρέπεται η διόρθωσις ή ακύρωσις τούτων δι` αποφάσεως του οικείου Νομάρχου συνεπεία των δια της προηγουμένης παραγράφου επερχομένων διορθώσεων των κτηματολογικών στοιχείων ή εφ` όσον διαπιστωθή, ότι οι τίτλοι ούτοι δεν ανταποκρίνονται εις τα οικεία κτηματολογικά στοιχεία ή εξεδόθησαν παρά αναρμόδιας αρχής..." (παρ. 2). Εκτός της περιπτώσεως αντιγραφικών σφαλμάτων, η κατά την προηγουμένην παράγραφαν διόρθωσις ή ακύρωσις των τίτλων αποκλείεται εφ` όσον θίγονται δικαιώματα τρίτων νομίμως κτηθέντα ή παρήλθε τριετία από της μεταγραφής των (παρ. 3). "Αποκλειόμενης της διορθώσεως ή ακυρώσεως των τίτλων κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα πας αξιών δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματον δικαίωμα δικαιούται μόνον αποζημιώσεως παρά του υπέρ ου εξεδόθη το παραχωρητηριον (παρ. 4)". Σημειωτέον ότι με το άρθρο 35 του Ν.3147/2003 καταργήθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 22 του ν. 674/1977, με τις οποίες προβλέπονταν χρονικός περιορισμός για την ακύρωση ή διόρθωση των παραχωρητηρίων εάν είχε παρέλθει τριετία από την μεταγραφή των και καθιερώνονταν μόνο δικαίωμα αποζημιώσεως για τον πραγματικό κύριο του αναδιανεμηθέντος ακινήτου. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 33 του ίδιου νόμο (674/1977), "εκδοθείσαι προ της ισχύος του παρόντος αποφάσεις περί διενεργείας αναδασμού παραμένουν ισχυραί (παρ.1). Ο παρών Νόμος, πλην των διατάξεων των άρθρων 25, 28 και 29 αυτού, δεν έχει εφαρμογήν εις περιοχάς δια τας οποίας εξεδόθη προ της δημοσιεύσεως του, η περί διενεργείας του αναδασμού απόφασις, εφαρμοζομένων ως προς τας περιοχάς ταύτας των διατάξεων της προϊσχυούσης περί αναδασμού νομοθεσίας. Η μετά την κύρωσιν διόρθωσις των κτηματολογικών στοιχείων και η έκδοσις παραχωρητηρίων ενεργείται εις πάσαν περίπτωσιν κατά τας διατάξεις του παρόντος. Η εν άρθρω 22 παρ. 3 τριετής προθεσμία δια τα μεταγραφέντα προ της δημοσιεύσεως του παρόντος παραχωρητήρια άρχεται από της ισχύος αυτού (παρ.2)". Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 2, 15 παρ. 1 εδάφ. α' και 21 παρ. 1, 22 και 33 παρ. 1 και 2 ν. 674/1977 "περί αναδασμού της γης και μεγεθύνσεως των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και άλλων τινών διατάξεων" συνάγεται ότι, αν ο αναδασμός έλαβε χώρα μετά την ισχύ του νόμου αυτού, δηλαδή μετά την 1.9.1977 α) η νομή επί των κτημάτων που δημιουργήθηκαν με τον αναδασμό περιέρχεται αυτοδικαίως στους δικαιούχους από τη χρονολογία που θα ορίσει η απόφαση της Επιτροπής Αναδασμού που τυχόν θα εκδοθεί περί τούτου μετά την περάτωση της υποδείξεως επί του εδάφους των νέων αγροτεμαχίων, από την ίδια δε χρονολογία αποσβήνεται, αυτοδικαίως, το δικαίωμα νομής των πρώην νομέων επί των αναδιανεμηθέντων κτημάτων και β) η κυριότητα των κτημάτων που δημιουργήθηκαν με τον αναδασμό περιέρχεται αυτοδικαίως στους αναγραφομένους ως δικαιούχους αυτών στον κυρωθέντα κτηματολογικό πίνακα, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του οικείου Νομάρχη που κυρώνει τον αναδασμό, από τον ίδιο δε χρόνο αποσβήνεται αυτοδικαίως, επίσης, το δικαίωμα κυριότητας των πρώην κυρίων επί των αναδιανεμηθέντων κτημάτων (Α.Π 789/2021, ΑΠ 506/1995). Μετά την ως άνω κύρωση εκείνος που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα μπορεί να διεκδικήσει το κτήμα που παραχωρήθηκε αντί αποζημιώσεως κατά του αναγραφομένου στον πίνακα δικαιούχου. Με την μεταγραφή των οριστικών τίτλων κυριότητος (παραχωρητηρίων) αποκλείεται η διόρθωση ή ακύρωση αυτών με απόφαση του οικείου Νομάρχη, εφόσον θίγονται δικαιώματα τρίτων που έχουν αποκτηθεί νομίμως, ή παρήλθε τριετία από την μεταγραφή τους, με εξαίρεση την περίπτωση αντιγραφικών σφαλμάτων. Στην περίπτωση που αποκλείεται, κατά τα ανωτέρω, η διόρθωση ή ακύρωση των τίτλων κυριότητας, καθένας που αξιώνει δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου που έχει υπαχθεί στον αναδασμό δικαιούται να λάβει μόνο αποζημίωση από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο και δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει το νέο κτήμα απ' αυτόν, είναι δε αδιάφορη, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, οποιαδήποτε άγνοια ή πλάνη σχετικά με τον αναδασμό του κυρίου του αναδιανεμηθέντος κτήματος. Προϋπόθεση, συνεπώς, για την κτήση της κυριότητος στο νέο κτήμα από τον αναφερόμενο ως δικαιούχο, αποτελεί η κυριότητα τούτου επί του κτήματος που υπεβλήθη στη διαδικασία του αναδασμού, σε αντικατάσταση του οποίου εδόθη το νέο ακίνητο. Με τον πιο πάνω τρόπο ο παραχωρησιούχος αποκτά κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο με τον αναδασμό στο νέο αγροτεμάχιο. Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην αποφυγή διαιωνίσεως της εκκρεμότητας, ως προς την οριστικοποίηση των τίτλων κυριότητας και ανατροπής μετά παρέλευση τριετίας των ευεργετικών αποτελεσμάτων του αναδασμού. Τέλος, δεν απαγορεύεται από τον α.ν. 821/1948 ή άλλο νόμο, η δια δικαιοπραξίας μεταβίβαση αναδιανημητέων ακινήτων κατά το διάστημα από την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας για τη διενέργεια της αναδιανομής μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης που κυρώνει (ο ίδιος Υπουργός) το νέο κτηματικό καθεστώς της αναδιανομής και την έκδοση των παραχωρητηρίων (ΑΠ 789/2021, 701/1980). IV. Στην από 26-2-2018 αγωγή τους, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και μετά από παραδεκτή κατ'άρθ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση αυτής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι στις 03.05.1998 απεβίωσε στο Θεσπρωτικό Πρέβεζας ο Σ. Ε. του Π., πατέρας της πρώτης ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου και πάππος των λοιπών διαδίκων, καταλείποντας την υπ' αριθμ. 4.887/19.03.1996 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της αναφερόμενης Συμβολαιογράφου Θεσπρωτικού και δημοσιεύτηκε νόμιμα. Ότι με την εν λόγω διαθήκη εγκατέστησε κληρονόμους του τα τέκνα του: α) Β. Ε., μεταποβιώσαντος πατέρα της δεύτερης εναγομένης, β) Κ. Ε., πρώτο εναγόμενο, γ) Κ. χήρα Γ. Π., το γένος Σ. και Θ. Ε., πρώτη ενάγουσα, δ) Μ. συζ. Κ. Ρ., μεταποβιώσασα μητέρα των δεύτερου τρίτου και τέταρτης των εναγόντων και τους εγγονούς του α) Σ. Ε. του Κ., τρίτο εναγόμενο, β) Θ. Κ. του Α., πέμπτο εναγόμενο, γ) Α. Κ. του Α., τέταρτη εναγόμενη, δ) Μ. Γ. Π., πέμπτη ενάγουσα, ε) Ε. Π. του Γ., έκτη εναγόμενη, στ) Γ. Ρ. του Κ., τρίτο ενάγοντα, ζ) Θ. Ρ. του Κ., δεύτερη ενάγουσα και η) Ε. Ρ. του Κ., τέταρτη ενάγουσα, στους οποίους κατέλειπε τα εδαφικά τμήματα, που περιγράφονται κατ' ακριβή θέση έκταση, όρια και πλευρικές διατάσεις και απεικονίζονται στο από Δεκέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Μ., καθώς και στο από 22.02.2018 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου μηχανικού, που προσαρτάται στο δικόγραφο της αγωγής και αποτελούν αυτοτελή ακίνητα τα οποία (αυτοτελή ακίνητα) προέκυψαν από νόμιμη κατάτμηση στην οποία προέβη ο ίδιος με την διαθήκη του, με την οποία διένειμε την κατ' ευρύτερη έκταση ιδιοκτησία του (αγροτικό ακίνητο), επιφάνειας 55.857,00 τ.μ., όπως ομοίως και αυτό περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής και το ενσωματωμένο σ' αυτήν ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Ειδικότερα εκθέτουν, ότι τα ακίνητα αυτά, όπως περιγράφονται στη διαθήκη, αποτελούν τμήματα του υπ' αριθ. 418 αγροτεμαχίου εκτάσεως 55.857,00 τ.μ., το οποίο προέκυψε από ακίνητα (αγροτεμάχια) που εισέφερε ο προαναφερόμενος διαθέτης στον κηρυχθέντα με την υπ' αριθ. ΓΡ 7751/14.09.1981 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας, που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 596 ΦΕΚ, τ. Β' της 28.09.1981, αναδασμό περιοχής Θεσπρωτικού Ν. Πρέβεζας, από την οποία προέκυψε το ανωτέρω υπ' αριθ. 418 τεμάχιο, του οποίου η νομή παραδόθηκε στον Σωτήριο Ευθυμίου στις 15.04.1995. Επίσης εκθέτουν ότι η τελευταία ανάρτηση των κτηματολογικών κτημάτων του αναδασμού έγινε στις 26.07.1996, χωρίς οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων αυτών, το δε νέο κτηματικό καθεστώς που διαμορφώθηκε με τον αναδασμό κυρώθηκε με την υπ' αριθ. ΓΡ 4119/10.07.2001 απόφαση του Νομάρχη Πρεβέζης, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 948 τ. Β' της 25.07.2001, στην οποία οριστικός δικαιούχος ολόκληρου του ανωτέρω αγροτεμαχίου, εμφαίνεται ο διαθέτης Σ. Ε. υπέρ του οποίου εν συνεχεία εκδόθηκε και ο υπ' αριθ. 10463/04.04.2005 τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διευθύνσεως Εγγείων Βελτιώσεων και Πολιτικής Γης Ν.Α. Πρεβέζης, που καταχωρίστηκε νόμιμα στις 12.06.2007, με αριθμό 262, στα αντίστοιχα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσπρωτικού, φέρον το ως άνω αγροτεμάχιο ΚΑΕΚ .... Ότι, ενώ συνεπεία του θανάτου του ως άνω διαθέτη, επήλθε κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης και ενώ με την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη του κατέλειπε διαιρετά τμήματα του ως άνω υπ' αριθ. 418 τεμαχίου - στη νόμιμη κατάτμηση του οποίου προέβη με την εν λόγω διαθήκη του, όπως ακριβώς περιγράφονται στην αγωγή και συγκεκριμένα : 1) Το περιγραφόμενο υπό στοιχείο (Ε1) τμήμα, επιφάνειας 13,323,64 τ.μ., στη δεύτερη ενάγουσα, 2) Το περιγραφόμενο υπό στοιχείο (Ε2) τμήμα, επιφάνειας 5.124,49 τ.μ., στην τέταρτη ενάγουσα, 3) Το περιγραφόμενο υπό στοιχείο (Ε3) τμήμα, επιφάνειας 5.129,524, στην μητέρα της δεύτερης και τέταρτης των εναγόντων, Μ. Ε., την οποία κληρονόμησαν κατά τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής οι προαναφερόμενες ενάγουσες, συντασσόμενης προς τούτο της υπ' αριθ. 1545/2017 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Θεσπρωτικού Βασιλικής Ταμπούρη, την οποία καταχώρισαν προσωρινά στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, που τηρείται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσπρωτικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7Α § 1 περ. α' του Ν. 2664/1998 (προσωρινή καταχώριση που θα οριστικοποιηθεί με την ευδοκίμηση της υπό κρίση αγωγής), 4) Το περιγραφόμενο υπό στοιχείο (Ε4) τμήμα, επιφάνειας 5.129,524, στην πέμπτη ενάγουσα, 5) Το περιγραφόμενο υπό στοιχείο (Ε5) τμήμα, επιφάνειας 5.129,524, στον πρώτο εναγόμενο, 6) Το περιγραφόμενο υπό στοιχείο (Ε6) τμήμα, επιφάνειας 4.613,820 τ,μ., στην πρώτη ενάγουσα και 7) Το περιγραφόμενο υπό στοιχείο (Ε7) τμήμα, επιφάνειας 17.335,703 τ.μ,, στον τρίτο ενάγοντα και ότι την κληρονομιά αυτού εκ διαθήκης αποδέχτηκαν (οι ενάγοντες) με την υπ' αριθ. 1459/09.03.2017 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Θεσπρωτικού Βασιλικής Δημητρίου Ταμπρούρη, την οποία καταχώρισαν προσωρινά στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, που τηρείται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσπρωτικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7Α § 1 περ. α' του Ν. 2664/1998 (προσωρινή καταχώριση που θα οριστικοποιηθεί με την ευδοκίμηση της υπό κρίση αγωγής), με συνέπεια να έχουν καταστεί έκαστος εξ αυτών αποκλειστικός και πλήρης κύριος των αυτοτελών ως άνω ακινήτων (που προήλθαν από τη νόμιμη κατάτμηση του υπ' αριθ. 418 τεμαχίου), εντούτοις οι πέμπτος και πρώτος των εναγόμενων με τις: α) υπ' αριθ. 10351/25.08.2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του αναφερόμενου τότε Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, που καταχωρίστηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσπρωτικού, (ο πέμπτος εναγόμενος) και β) υπ' αριθ. 16263/2011 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της αναφερόμενης Συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσπωτικού με αριθμό 69 και ημερομηνία 12.04.2011 (ο πρώτος εναγόμενος), θεωρώντας ότι δεν επήλθε κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης, αλλά ότι ο κληρονομούμενος κληρονομήθηκε κατά τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής στην πρώτη τάξη από τα εν ζωή τέκνα του και τον εγγονό του - πέμπτο εναγόμενο, τέκνο της προαποβιωσάσης στις 04.11.1995 θυγατέρας του Ι. Ε. του Σ. (οπότε και επήλθε διαδοχή κατά ρίζες), αποδέχτηκαν την κληρονομιά αυτού, ήτοι τον υπ' αριθμ. 418 αγρό, κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου ο πέμπτος εναγόμενος (εγγονός του) και κατά ποσοστό 1/5 ή 2/10 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εναγόμενος (υιός του), αποδοχές οι οποίες δεν είναι νόμιμες και ουδέν έννομο αποτέλεσμα παράγουν, αφού υφίστατο η προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη και επήλθε κληρονομική διαδοχή εξ αυτής, που αποκλείει την κληρονομική διαδοχή εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή). Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι στο πλαίσιο της δημιουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, ο Δήμος Θεσπρωτικού του Νομού Πρέβεζας, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, υπήχθη στις διαδικασίες κτηματογράφησης, οι οποίες ήδη ολοκληρώθηκαν, και ότι αυτό καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσπρωτικού και το Κτηματολογικό Βιβλίο αυτού, ως αρχική εγγραφή, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, με ΚΑΕΚ ..., πλην όμως ως πρώτη εγγραφή, εσφαλμένα φέρεται αναγραφόμενος ως δικαιούχος του εμπράγματου / δικαιώματος κυριότητας (κατά ποσοστό 100/100), ο προ αυτής αποβιώσας πατέρας και πάππος τους αντίστοιχα, Σ. Ε., εγγραφή η οποία είναι εσφαλμένη, αφού δεν νοείται να είναι φορέας εμπραγμάτων δικαιωμάτων πρόσωπο, το οποίο δεν είναι εν ζωή, κατά το χρόνο αυτό. Επίσης ότι εσφαλμένα φέρονται, με μεταγενέστερες εγγραφές, ο πρώτος εναγόμενος, ως συγκύριος του προαναφερόμενου ενιαίου αγρού κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, καθώς και ο πέμπτος εναγόμενος κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου, αφού επήλθε κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης που έχει προτεραιότητα έναντι της επαγωγής εξ αδιαθέτου. Με αυτό το ιστορικό, επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον και αφού περαιτέρω εξέθεταν ότι εφόσον ο θάνατος του κληρονομούμενου συντελέστηκε πριν την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου, δικαιούχοι του εγγραπτέου δικαιώματος είναι οι κληρονόμοι αυτού, δηλαδή οι ενάγοντες, δεδομένου ότι δε νοείται να είναι φορέας εμπραγμάτων δικαιωμάτων πρόσωπο το οποίο δεν είναι εν ζωή, ζητούσαν : Α) Να αναγνωρισθεί ότι έκαστος των εναγόντων είναι αποκλειστικός και πλήρης κύριος (κατά ποσοστό 100/000) του αντίστοιχου επί μέρους τμήματος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., όπως τα τμήματα αυτά περιγράφονται και απεικονίζονται στο προσαρτώμενο στην ένδικη αγωγή από 22.02.2018 διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του πολιτικού μηχανικού Θ. Μ., με αιτία κτήσης την κληρονομιά εκ διαθήκης και τίτλο κτήσης τις ήδη εγγραφείσες κατ' άρθρο 7 Α παρ. 1 του ν. 2664/1998 πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς. Β) Να αναγνωριστούν άκυρες και μη επαγόμενες έννομες συνέπειες οι προαναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς του πρώτου και πέμπτου των εναγόμενων, αφού μ' αυτές αποδέχτηκαν ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου δυνάμει κληρονομικής διαδοχής εξ αδιαθέτου, η οποία όμως ουδέποτε έλαβε χώρα, αφού η επαγωγή συντελέστηκε δυνάμει της προαναφερόμενης δημόσιας διαθήκης, η οποία έχει προτεραιότητα έναντι της εξ αδιαθέτου επαγωγής. Γ) Να διορθωθούν οι ανακριβείς πρώτες, αλλά και οι μεταγενέστερες εγγραφές, που καταχωρίστηκαν στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσπρωτικού, ως προς το επίδικο ακίνητο, το οποίο εσφαλμένα στο κτηματολογικό φύλλο με Κ.Α.Ε.Κ. ..., φέρεται ότι αρχικά ανήκε, κατά ποσοστό 100% στον αποβιώσαντα πατέρα και πάππου τους αντίστοιχα, Σ. Ε. του Π. και μεταγενέστερα, κατά ποσοστό 1/5 ή 20/100 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο εναγόμενο και κατά ποσοστό 1/10 ή 10/100 εξ αδιαιρέτου στον πέμπτο εναγόμενο, ώστε να δημιουργηθούν διαφορετικά κτηματολογικα, φύλλα για έκαστο των ως άνω αυτοτελών ακινήτων (εδαφικών τμημάτων), στα οποία καθένας εξ αυτών θα αναγραφεί αποκλειστικός και πλήρης κύριος της αντίστοιχης αυτοτελούς ιδιοκτησίας (εδαφικού τμήματος), με αιτία κτήσης την κληρονομιά εκ διαθήκης και τίτλο κτήσης τις ήδη εγγραφείσες κατ' άρθρο 7 Α παρ. I του ν. 2664/1998 πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς. Επικουρικά δε ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι, εξ αδιαιρέτου αυτού, κατά το λόγο της μερίδας τους, καθένας, με αναγωγή της προαναφερόμενης στην διαθήκη επιφάνειας του τμήματος καθ' ενός, σε σχέση με την όλη αναφερόμενη επιφάνεια του ακινήτου αυτού, ήτοι κατά 8,257/100 εξ αδιαιρέτου η πρώτη, 28,441/100 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, 31,193/100 εξ αδιαιρέτου ο τρίτος, 13,761/100 εξ αδιαιρέτου η τέταρτη και 9.174/100 εξ αδιαιρέτου η πέμπτη στο αυτό κτηματολογικό φύλλο, αναγραφόμενου και του πρώτου των εναγόμενων, κατά ποσοστό 9,174/100 εξ αδιαιρέτου, αντί της εσφαλμένης προαναφερόμενης εγγραφής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού αποφάνθηκε ότι στην υπό κρίση αγωγή σωρεύονται αντικειμενικά κατ' άρθρο 218 ΚΠολΔ: α) η αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2α του ν. 2664/1998, δηλαδή η αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή και η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και β) θετική αναγνωριστική αγωγή της ακυρότητας των προαναφερόμενων δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς, στις οποίες προέβησαν οι πρώτος και πέμπτος των εναγόμενων με τα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, για την οποία όμως δεν είχε καθύλην αρμοδιότητα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας του συμβολαίου δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που αφορά το κύρος της αποδοχής κληρονομιάς, συνιστά διαφορά μη αποτιμητή σε χρήμα, η οποία υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 18 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή στο σύνολό της για λόγους οικονομίας της δίκης και ως προς το δεύτερο σκέλος αυτής, χωρίς να παραπέμψει αυτό ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Κατά της ως άνω απόφασης, οι εκκαλούντες - ενάγοντες που ηττήθηκαν, άσκησαν την από 21-6-2019 έφεση, με την οποία ζητούσαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους, για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή τους, έκανε κακή εφαρμογή του νόμου. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 70/2020 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την πιο πάνω έφεση, δεχόμενη τ'ακόλουθα: "Ειδικότερα με τους λόγους έφεσης που εκτιμώνται ενιαία, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή τους, αφού αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το σύνολο των εννόμων σχέσεων που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προσδοκία δικαιώματος, την οποία κατέλειπε ο διαθέτης με την υπ' αριθμ. 4887/19-3-1996 δημόσια διαθήκη του, αφού ο ίδιος δεν είχε καταστεί κύριος των αυτοτελών εδαφικών τμημάτων που κατέλειπε με την διαθήκη του, σε κάθε περίπτωση (κατά τα εκτιθέμενα στην έφεση) συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 239 παρ. 2 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, αν το δικαίωμα αποκτηθεί από τον διαθέτη σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου σύνταξης της διαθήκης του και μέχρι τον χρόνο του θανάτου του, ισχυροποιείται με την έγκριση του δικαιούχου.....Κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής σε συνδυασμό με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθίσταται σαφές ότι ο Σ. Ε. του Π., τόσο κατά τον χρόνο σύνταξης της υπ' αριθ. 4887/19.03.1996 δημόσιας διαθήκης, που συνέταξε ενώπιον της τότε Συμβολαιογράφου Θεσπρωτικού Αφροδίτης Τσάιμου όσο και κατά τον χρόνο θανάτου του, που είναι ο χρόνος επαγωγής της κληρονομιάς, δεν είχε καταστεί κύριος του διανεμητέου με τη διαθήκη του ακινήτου, αφού δεν είχε συντελεστεί από τον οικείο Νομάρχη Πρέβεζας, η κύρωση του αναδασμού, η οποία έλαβε χώρα με την υπ' αριθ. ΓΡ 4119/10.07.2001 απόφαση του Νομάρχη Πρεβέζης, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 948 τ. Β' της 25.07.2001. Συνεπώς ο διαθέτης δεν ήταν φορέας του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας επ' αυτού, με συνέπεια να αδυνατεί κατά νόμο να το διαθέσει στους κληρονόμους του, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, η οποία εμπεριέχει διανεμητική διάταξη. Τούτο δε διότι, μέχρι και τον χρόνο της δημοσίευσης της κύρωσης του αναδασμού από τον οικείο Νομάρχη Πρέβεζας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 25.07.2001, τα παλαιά εισφερθέντα ακίνητα αποτελούσαν τα μόνα υπαρκτά από νομικής άποψης ακίνητα, νομικά πρόσφορα να εκποιηθούν, δηλαδή να αποτελέσουν αντικείμενο μεταβίβασης της κυριότητας έστω και με νομικό ελάττωμα, ενώ το νέο ακίνητο, δηλαδή το υπ' αριθ. 418 επίδικο τεμάχιο, απέκτησε νομική οντότητα το πρώτον στις 25.07.2001, με συνέπεια ο διαθέτης Σ. Ε. του Παναγιώτη μέχρι και τον θάνατό του να μην μπορεί να το διαθέσει. Συνεπώς, εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία εγκαθίσταται κάποιος πρέπει, αφενός μεν να έχουν νομική υπόσταση, αφετέρου δε να ανήκουν στον διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, διαφορετικά η διάταξη με την οποία γίνεται η εγκατάσταση είναι άκυρη λόγω περιεχομένου, διότι αντιβαίνει στον απαγορευτικό κανόνα της μη διαθέσεώς δικαιώματος από πρόσωπο, που δεν είναι φορέας του (ΑΚ 174), η δημόσια διαθήκη του Σ. Ε. του Π., από την οποία αντλούν δικαιώματα οι ενάγοντες κυρίως ως προς την διανεμητική διάταξη της διαθήκης, είναι άκυρη και δεν επάγεται έννομες συνέπειες. Επίσης, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 239 παρ. 2 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, αν το δικαίωμα αποκτηθεί από τον διαθέτη σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου σύνταξης της διαθήκης του και μέχρι τον χρόνο του θανάτου του, της διαθήκης ισχυροποιείται, αφού κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης του Νομάρχη Πρεβέζης περί κύρωσης του επίμαχου αναδασμού, που συντελέστηκε στις 25.07.2001 ο διαθέτης είχε ήδη αποβιώσει και συνεπώς δεν ήταν φορέας του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας ούτε κατά το χρόνο της επαγωγής. Ενόψει δε του ότι η ισχυροποίηση της άκυρης αρχικώς διάθεσης με την απόκτηση του αντικειμένου μεταγενεστέρως από το διαθέσαντα μη δικαιούχο δεν έχει αναδρομική ισχύ, όπως η έγκριση, δεν επήχθη η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου στους κληρονόμους του εκ διαθήκης ως περιουσιακό στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας, αφού τέτοια δεν διέθετε ο πατέρας και πάππος τους αντίστοιχα ούτε κατά τον χρόνο της επαγωγής, δηλαδή κατά το χρόνο του θανάτου του. Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι μέχρι και την συντέλεση του αναδασμού που έλαβε χώρα με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της κυρωτικής απόφασης του Νομάρχη Πρέβεζας στις 25.07.2001, υφίσταται η κυριότητα επί των παλαιών εισφερθέντων κτημάτων και ακολούθως συστήνεται κυριότητα πάνω στο νέο κτήμα που δημιουργείται από τον αναδασμό με δικαιούχους τα πρόσωπα που αναγράφονται στον κυρωθέντα κτηματολογικό πίνακα, δηλαδή δεν υφίσταται καν νομικό και πραγματικό αντικείμενο εμπραγμάτου δικαιώματος, δεν δύναται να γίνει λόγος για κληρονομητή προσδοκία δικαιώματος κυριότητας του διαθέτη και τούτο διότι ναι μεν η κυριότητα είναι κληρονομητή, πλην όμως, ενόψει της ιδιομορφίας του αναδασμού, μέχρι και την δημοσίευση της κυρωτικής απόφασης, δεν υφίσταται καν νομικό αντικείμενο, δηλαδή "πράγμα", προκειμένου να γίνεται λόγος για προσδοκία κτήσεως εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας. Συνεπώς η προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη είναι άκυρη στο σύνολό της (δηλαδή τόσο ως προς την διανεμητική διάταξη, αλλά και ως προς την εγκατάσταση των τετιμημένων ως κληρονόμων αυτού, αφού δεν είχε νομική υπόσταση το υπ' αριθ. 418 νέο τεμάχιο και ο διαθέτης δεν ήταν φορέας εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας, αλλά ούτε και φορέας προσδοκίας δικαιώματος κυριότητας), και συνεπώς οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κληρονόμοι εκ διαθήκης του πατέρα και πάππου τους αντίστοιχα, όπως επικαλούνται στο δικόγραφο της αγωγής τους. Κατόπιν τούτων τόσο το κύριο αίτημα της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, με το οποίο οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστούν αποκλειστικοί και πλήρεις κύριοι των διακριτών και αυτοτελών εδαφικών τμημάτων του υπ' αριθ. 418 ευρύτερου τεμαχίου, το οποίο κατάτμησε και διένειμε ο διαθέτης με την προαναφερόμενη διαθήκη του, εγκαθιστώντας καθέναν εξ αυτών κληρονόμο και κύριο επί εκάστου διακριτού τμήματος της ευρύτερης ιδιοκτησίας του, όσο και το επικουρικό αίτημα αυτής, με το οποίο ζήτησαν να αναγνωριστεί το εμπράγματο δικαίωμα της συγκυριότητας τους επί του ενιαίου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής ιδανικά μερίδια, είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Ενόψει τούτων και εφόσον δεν συντελέστηκε κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης, η οποία θα είχε προτεραιότητα έναντι της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, και η σωρευόμενη υπό στοιχείο (β) αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της υπ' αριθ. 10351/25.08.2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ηλία Μαγκλάρα, που καταχωρίστηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσπρωτικού, με αριθμό 301 και με ημερομηνία 25.11.2008 και της υπ' αριθ. 16263/2011 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ρουτζούνη - Κουρνέτα, που καταχωρίστηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσπρωτικού με αριθμό 69 και ημερομηνία 12.04.2011, με τις οποίες οι πέμπτος και πρώτος των εναγόμενων αντίστοιχα αποδέχτηκαν την κληρονομιά του Σ. Ε. του Π., ήτοι τον υπ' αριθ. 418 αγρό, κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου ο πέμπτος εναγόμενος (εγγονός του) και κατά ποσοστό 1/5 ή 2/10 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εναγόμενος (υιός του), για το λόγο ότι η εκ διαθήκης διαδοχή έχει προτεραιότητα έναντι της εξ αδιαθέτου, πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως μη νόμιμη, χωρίς να παραπεμφθεί στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ανωτέρω προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες κρίνονται ουσία αβάσιμα και απορριπτέα καθώς και η έφεση στο σύνολό της.". Με την απόφαση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων επικυρώνοντας την 73/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο το κύριο αίτημα της αγωγής με το οποίο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωριστούν αποκλειστικοί κύριοι των διακριτών και αυτοτελών εδαφικών τμημάτων του υπ' αριθ. 418 ευρύτερου τεμαχίου, το οποίο κατάτμησε και διένειμε ο διαθέτης πατέρας και πάππος των διαδίκων, με την προαναφερόμενη διαθήκη του, εγκαθιστώντας καθέναν των αναφερομένων, κληρονόμο και κύριο επί εκάστου διακριτού τμήματος του ευρύτερου ακινήτου, όσο και το επικουρικό αίτημα αυτής, με το οποίο ζητούσαν να αναγνωριστεί το εμπράγματο δικαίωμα της συγκυριότητας τους επί του ενιαίου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής ιδανικά μερίδια και να διορθωθούν οι πρώτες και μεταγενέστερες εγγραφές που καταχωρήθηκαν στο οικείο κτηματολογικό γραφείο. Τούτο δε διότι κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής, δεν συντελέστηκε κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης διότι ο διαθέτης Σ. Ε. κατά τον χρόνο σύνταξης της δημόσιας διαθήκης του (19-3-1996) και κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας δεν είχε καταστεί κύριος του διανεμητέου με την διαθήκη του ακινήτου, διότι δεν είχε συντελεστεί με απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας η κύρωση του αναδασμού και εκ του λόγου αυτού δεν ήταν φορέας του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας του ακινήτου το οποίο διέθεσε στους κληρονόμους του με την αναφερόμενη διάταξη τελευταίας βουλήσεως από την οποία αντλούν δικαιώματα οι ενάγοντες, με συνέπεια αυτή να μην επάγεται έννομες συνέπειες. Ενώ περαιτέρω έκρινε ότι δεν τυγχάνει στη προκείμενη περίπτωση εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 239 παρ. 2 του Α.Κ., αφού κατά τον χρόνο δημοσίευσης της κυρωτικής του επίμαχου αναδασμού απόφασης του Νομάρχη Πρέβεζας, ο διαθέτης είχε ήδη αποβιώσει με συνέπεια να μην καταστεί φορέας του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας. Και τέλος ότι ο διαθέτης, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ούτε φορέας του δικαιώματος προσδοκίας κυριότητας ήταν στο νέο κτήμα που δημιουργήθηκε από τον αναδασμό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1και 2, 12 παρ. 1, 14 παρ. 1 και 2, 15, 21 παρ. 1 και 4, 22, 33 παρ.1 και 2 του Ν. 674/1977 και τις διατάξεις των άρθρων 947, 948, 974, 993, 1710 και 1712, εκτός αυτές των άρθρων 239 παρ. 2 Α.Κ. που δεν τυγχάνουν εφαρμογής καθόσον δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις και ως εκ τούτου όσα αντίθετα με τους τρεις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης προβάλλουν οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα. Τούτο διότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, στον διαθέτη Σωτήριο Ευθυμίου κατά τον χρόνο σύνταξης της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του, στις 19-3-1996 αλλά και κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας στις 3-4-1998, είχε περιέλθει μόνο η νομή του νέου κτήματος από 15-4-1995, που θα δημιουργείτο με τον αναδασμό, δυνάμει της απόφασης της Επιτροπής Αναδασμού, δεν είχε όμως απωλέσει κατά τους πιο πάνω χρόνους (σύνταξης της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως και της επαγωγής της κληρονομίας), την κυριότητα του αναδιανεμηθέντος ακινήτου, παρά μόνο τη νομή αυτού. Συνεπώς, μέχρι την συντέλεση του αναδασμού που έλαβε χώρα με την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της κυρωτικής απόφασης του Νομάρχη, δηλαδή στη προκείμενη περίπτωση στις 25-7-2001, όπως στην αγωγή αναφέρεται, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί νόμιμη προσδοκία δικαιώματος κυριότητας του διαθέτη επί του διανεμηθέντος με την διαθήκη αυτού νέου κτήματος, δεδομένης της διατήρησης του δικαιώματος κυριότητας επί των ακινήτων που αυτός (διαθέτης) εισέφερε στον αναδασμό, μέχρι της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα Κυβερνήσεως της προαναφερόμενης κυρωτικής απόφασης, παρά την περιέλευση της νομής του νέου κτήματος, σ'αυτόν, από 15-4-1995, δυνάμει της απόφασης της Επιτροπής Αναδασμού. Το δικαίωμα δε νομής του διαθέτη επί του νέου κτήματος, δεν ήταν αρκετό για την κτήση από αυτόν του δικαιώματος κυριότητας ή του δικαιώματος της προσδοκίας κυριότητας, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός εξακολουθούσε να είναι φορέας του δικαιώματος κυριότητας επί των εισφερθέντων από τον ίδιο στον αναδασμό ακινήτων. Το επιχείρημα δε των αναιρεσειόντων ότι μετά την κύρωση του αναδασμού το μόνο υπαρκτό ακίνητο επί του οποίου υφίστατο δικαίωμα κυριότητας του διαθέτη τους ήταν το διανεμηθέν από αυτόν με την ως άνω διαθήκη ακίνητο, δεν είναι δυνατόν για τους προαναφερόμενους λόγους να καταστήσει αυτόν (διαθέτη) κύριο του ακινήτου σε χρόνο προγενέστερο της κύρωσης του αναδασμού και αυτοί (ενάγοντες- εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες) να καταστούν κληρονόμοι με την προαναφερόμενη διαθήκη του κατά το διακριτό μέρος του νέου ακινήτου ή κατά το ποσοστό που δημιουργείται με βάση την έκταση του καταλειφθέντος με την διαθήκη τμήματος, σε αντίθεση με όσα στις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 674/1977 αναφέρονται. Ούτε βέβαια η προσδοκία δικαιώματος κυριότητας επί του νέου με τον αναδασμό δημιουργηθέντος ακινήτου είναι δυνατόν να γεννηθεί νομίμως, όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, από την αξίωση του διαθέτη να του παραχωρηθεί το νέο ακίνητο ως αποζημίωση για τα ακίνητα του που περιελήφθησαν στον αναδασμό και αναδιανεμήθηκαν και των οποίων την κυριότητα έχανε, καθόσον πριν την κατακύρωση της απόφασης περί αναδασμού εξακολουθούσε να είναι φορέας του δικαιώματος κυριότητας επί των αναδιανεμηθέντων ακινήτων, όπως έχει εκτεθεί και παραπάνω. Τέλος δε, ο διαθέτης Σ. Ε., κατά το χρόνο δημοσίευσης της κατακυρωτικής του επίμαχου αναδασμού απόφασης του Νομάρχη, στις 25-7-2001, είχε αποβιώσει με συνέπεια αυτός να μην έχει αποκτήσει την κυριότητα του νέου ακινήτου ούτε κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 239 παρ. 2 του Α.Κ, σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη αναφέρονται. V. Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 1042/2017). Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει σαφώς ότι, για την ίδρυση τούτου του λόγου αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τούτων, γεννάται η, από την ως άνω διάταξη, πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, αλλά η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη νομική σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 886/2021, ΑΠ 434/2021 ΑΠ 576/2017, ΑΠ 1280/2014). Επομένως, οι ως άνω τρεις λόγοι της αναίρεσης, κατά τα σκέλη των οποίων οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για έλλειψη νόμιμης βάσης, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτοι, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε κρίση του Εφετείου επί της ουσίας, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί. VI. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 10-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 70/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 10-7-2020 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων και των παρισταμένων πρώτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων πρέπει να συμψηφιστούν, κατ'άρθρ. 179 Κ.Πολ.Δ., διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-7-2020 αίτηση των: 1. Κ. χας Γ. Π., το γένος Σ. Ε.. 2. Θ. Ρ. του Κ.. 3. Γ. Ρ. του Κ.. 4. Ε. Ρ. του Κ. και 5. Μ. Π. του Γ., για αναίρεση της 70/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των αναιρεσειόντων και των παρισταμένων πρώτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ