Αριθμός 16/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Α. χήρας Ν. Μ., το γένος Θ. και Φ. Μ., 2) Ε. Μ. του Ν. και της Α., 3) Κ. Μ. του Ν. και της Α., κατοίκων ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Φ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Άννας Ντάφη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3572/2015 μη οριστική, 966/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της με αριθμό 488/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά ως και της με αριθμό 966/2019 πρωτόδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-1-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 576 ΚΠολΔ "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη Συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι". Στη προκείμενη περίπτωση την συζήτηση επισπεύδουν οι αναιρεσειούσες, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν, οπότε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη, η υπόθεση θα συζητηθεί σαν να ήταν και αυτές παρούσες. Από το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσία, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ.ΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά της 488/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553 παρ.1, 556, 558, 564 παρ.3, 566 § 1 ΚΠολ και 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ.Α.Π.32/1996). Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε κατ' ουσία ισχυρισμό, για τον οποίο, σύμφωνα με τον περί τούτου αναιρετικό λόγο, δεν είχαν προταθεί ή είχαν προταθεί ελλιπώς στις προτάσεις τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται τα περιστατικά που ο διάδικος επικαλέσθηκε προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού (ΑΠ 256/2012, 253/2011). Ακόμη πρέπει να αναφέρεται ποια ουσιώδη επιρροή είχε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, πως δηλ. συνέβαλε η παραδοχή του στη διαμόρφωση του διατακτικού (ΑΠ 841/2014, 155/2010) όπως και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ούτω προταθέντος ισχυρισμού, προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ή εάν αντιθέτως, τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν απλώς προσδιοριστικά στοιχεία παραδεκτώς προβληθέντος νομίμου ισχυρισμού ( ΑΠ 235/2019, 34/2015). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο ("από την περίπτωση δ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ", όπως αναφέρουν) λόγο αναίρεσης σχετικά με την παραδοχή της περί διανομής κοινού ακινήτου αγωγής του αναιρεσίβλητου, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν είχαν προταθεί, δεχόμενη ειδικότερα ότι "με τις προτάσεις τους εκδήλωσαν την επιθυμία τους να περιελθεί σ' αυτές ο πρώτος όροφος της οικοδομής". Ωστόσο ο προκείμενος λόγος κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος αφού κατ' αρχήν δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που διαφαίνεται μεν ότι τείνει να θεμελιωθεί στην περ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ("λήψη υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων"), χωρίς ωστόσο να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνονται ούτε τα περιστατικά που ο αντίδικός τους επικαλέσθηκε, ούτε ποια ουσιώδη επιρροή είχαν τα γενόμενα ως δεκτά μη προταθέντα στην έκβαση της δίκης, πως δηλ. συνέβαλε η παραδοχή τους στη διαμόρφωση του διατακτικού, αλλά και ούτε και οι πλήρεις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου σχετικώς, προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο εν λόγω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω ελλιπούς αιτιολογίας ως προς τον καθορισμό των εκατέρωθεν καταβλητέων ποσών προς εξίσωση των μερίδων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν α) ο κανόνας ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) οι σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά γ) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, καθώς και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, όπως και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20.1.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 488/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και της υπ' αριθμ. 966/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ