Αριθμός 140/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Της Αμερικανικής Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία AMEΡIKAN LAIΦ INΣOYΡANΣ KOMΠANY (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY) που εδρεύει στις …, που εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της. Γεώργιο Μπούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 852/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4073/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4073/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 6-7-2009 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 852/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως αόριστη την από 15-1-2008 από αγωγή της τελευταίας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των 22.620,18 ευρώ για δαπάνες νοσοκομειακής περίθαλψης, την κάλυψη των οποίων είχε αναλάβει με σχετική σύμβαση ασφάλισης. Στη συνέχεια η αγωγή έγινε και εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν με την ως άνω εφετειακή απόφαση, με την οποία και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 21.220,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1 παρ. 1 ν. 2496/1997 "περί ασφαλιστικής σύμβασης ...", το οποίο έχει εφαρμογή εν προκειμένω ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης και της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση ασφαλιστικής αποζημίωσης, λόγω επέλευσης του ασφαλισθέντος κινδύνου, αρκεί η επίκληση της ασφαλιστικής σύμβασης κατά το περιεχόμενό της και δη των στοιχείων αυτής που προβλέπονται από το ως άνω άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2496/1997, ήτοι της σύμβασης, δυνάμει της οποίας ο ασφαλιστής ανέλαβε έναντι ασφαλίστρων την υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης. Άρα, δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνεται στην αγωγή αυτή, αν ο ασφαλιστής ανέλαβε την κάλυψη των εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης σε περίπτωση ασθένειας του ασφαλισμένου, και α) ο χρόνος πραγματοποίησης κάθε δαπάνης, β) το είδος των δαπανών, αν δηλαδή αυτές αφορούν παροχή ιατρικών υπηρεσιών, έξοδα νοσηλείας ή φάρμακα και γ) οι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τα τιμολόγια καταβολής των δαπανών. Συνεπώς, η παράλειψη της επίκλησης των στοιχείων τούτων, τα οποία θα προκύψουν από τις αποδείξεις, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη και, επομένως, απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά της αντιδίκου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η ενάγουσα ανέφερε σ'αυτήν ότι με σύμβαση ασφάλισης, που καταρτίστηκε ανάμεσα σε αυτή και την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η τελευταία έναντι ασφαλίστρου ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής των εξόδων πλήρους νοσοκομειακής περίθαλψης σε περίπτωση ασθένειάς της. Ότι, κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης, επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, με την εκδήλωση της αναφερόμενης (στην αγωγή) ασθένειάς της, εξαιτίας της οποίας νοσηλεύτηκε στη κλινική W. της Ελβετίας κατά το διάστημα από 20-4-2006 έως 2-7-2006. Ότι για την ως άνω νοσηλεία της εκδόθηκαν από την κλινική τα αναφερόμενα (στην αγωγή) τιμολόγια, ποσού συνολικώς 35.320 ελβετικών φράγκων, τα οποία υπέβαλε προ της 11-7-2006 στην εναγομένη, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να της καταβάλει την αξία τους. Ότι μετά την άρνηση αυτή της εναγομένης, κατέβαλε η ίδια στη κλινική, από 15-6-2006 μέχρι 26-7-2006, το ποσό των 35.320 ελβετικών φράγκων ή 22.620,18 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να της καταβάλει το ασφάλισμα, ήτοι το ποσό των 22.620,18 ευρώ, νομιμοτόκως από της 28-6-2007, οπότε υπέβαλε τα δικαιολογητικά σε αυτή ζητώντας τη καταβολή του ποσού. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται από τα προαναφερθέντα άρθρα 216 παρ. 1 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1 παρ.1 του Ν. 2496/1997 για τη νομική θεμελίωση και τη δικαστική της εκτίμηση. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 2496/1997 και 361 ΑΚ, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που προβλέπει ο νόμος και δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όπως όφειλε κατά την αναιρεσείουσα. Είναι, συνεπώς, απορριπτέος ο σχετικός, από τους αριθ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. 3.- Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα "Μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας καταρτίσθηκε σύμβαση κλάδου ζωής, αορίστου χρόνου, δυνάμει του ... ασφαλιστηρίου ... Σύμφωνα με το "ασφαλιστήριο σύνθετης προστασίας", ο όρος "Νοσοκομείο" δηλώνει το ίδρυμα που, 1) έχει άδεια νοσηλευτικού ιδρύματος ή θεραπευτηρίου (εφόσον απαιτείται τέτοια άδεια), 2) λειτουργεί βασικά για την υποδοχή, περίθαλψη και νοσηλεία ασθενών και τραυματιών που νοσηλεύονται σαν εσωτερικοί ασθενείς, 3) παρέχει 24ωρη υπηρεσία από διπλωματούχους νοσοκόμους, 4) διαθέτει κάθε στιγμή προσωπικό από έναν ή περισσότερους ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμα, 5) διαθέτει οργανωμένες εγκαταστάσεις για διαγνώσεις και σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις, 6) δεν είναι βασικά εξωτερικό ιατρείο, αναπαυτήριο ή αναρρωτήριο ή ανάλογο ίδρυμα, ούτε ίδρυμα για αλκοολικούς ή τοξικομανείς, 7) δεν είναι η κατοικία του καλυπτόμενου μέλους... Η ενάγουσα, γεννηθείσα στις 17-10-1941, νοσηλεύθηκε στη κλινική W.- G. στη πόλη ... της Ελβετίας από 20-4-2006 έως 2-7-2006 για ορθοπεδική αποκατάσταση και ιατρική νοσηλεία, κατόπιν χειρουργικής επεμβάσεως ολικής αρθροπλαστικής επιφανείας ισχίου, τύπου resutgasage (Μac Min), πραγματοποιηθείσης την 12-4-2006. Η αποκατάσταση της υγείας της ήταν ικανοποιητική, αλλά αργή. Μετά το χειρουργείο παρουσίασε σοβαρή υπόχρωμη μικροκυτταρική αναιμία με τιμές αιμοσφαιρίνης 76 gr/lit συνοδευομένη από μία γενική εξάντληση των δυνάμεων της και αδυναμία βαδίσεως, εκ του λόγου δε αυτού υπεβλήθη σε φαρμακευτική αγωγή με αμπούλες Εprex, η οποία συνεχίσθηκε στη κλινική W., όπου εκρίθη απαραίτητη η νοσηλεία της με παραπεμπτικό του υπευθύνου χειρουργού Χ. - Α. Σ.. Κατά τις μετεγχειρητικές οδηγίες, το επιτρεπόμενο βάρος στο δεξιό κάτω άκρο της ενάγουσας περιορίσθηκε στα 5 Κg για τις επόμενες 8 εβδομάδες, εισήχθη δε (η ενάγουσα) στη κλινική W.- G. με σοβαρό οίδημα στη περιοχή της τομής, εκτεινόμενο στο μηρό και στη δεξιά γάμπα έως τον αστράγαλο, πράγμα που επέβαλε τη χρήση ειδικών ελαστικών καλτσών, τις οποίες αδυνατούσε να φορέσει μόνη της, της παρουσιάσθηκε δε σοβαρό αιμάτωμα σε όλο το κάτω άκρο και κυρίως στην οπίσθια επιφάνεια του γόνατος της, το οποίο εμπόδιζε σημαντικά τη κάμψη - έκταση και περιόριζε τη λειτουργικότητα του. Λόγω της ακαμψίας, του οιδήματος και της μειωμένης κινητικότητας, η ενάγουσα τελούσε υπό συνεχή και στενή ιατρική παρακολούθηση για το κίνδυνο εμβολών, εξ ου και κρίθηκε απαραίτητη η λήψη καθημερινών δόσεων ηπαρίνης 5.000 μονάδων ημερησίως επί 8 εβδομάδες, ενώ την 14η μετεγχειρητική ημέρα η τομή παρουσίασε φλεγμονή. Έγινε καλλιέργεια λόγω υποψίας υπάρξεως μικροβιακής μολύνσεως, η οποία είχε αρνητικά αποτελέσματα και αυξήθηκε η δόση των αντιφλεγμονωδών φαρμάκων που ελάμβανε η ενάγουσα. Στις 27-5-2006 υπεβλήθη σε ραδιολογικό και ορθοπεδικό έλεγχο από τον ανωτέρω ιατρό Σ., ο οποίος πρότεινε προοδευτική αύξηση του βάρους κατά 10 κιλά εβδομαδιαίως και επέκταση της νοσηλείας επί 6 εβδομάδες μέχρι πλήρους αποκαταστάσεως με ταυτόχρονη μείωση της χρήσης των αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Ακολούθως, η υγεία της ενάγουσας παρουσίασε σημαντική βελτίωση με προοδευτική αύξηση της αιμοσφαιρίνης έως 110 gr/lit και συρρίκνωση του οιδήματος και του αιματώματος, η χορήγηση δε σε αυτήν των καθημερινών ενέσεων ηπαρίνης συνεχίσθηκε μέχρι τις 12-6-2006, οπότε διαπιστώθηκε βελτίωση της κινητικότητας. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στη προαναφερθείσα κλινική και εξαιτίας των μετεγχειρητικών επιπλοκών, η ενάγουσα εμφάνισε ψυχική διαταραχή με έντονα στοιχεία καταθλιπτικής συνδρομής, για την αντιμετώπιση της οποίας της χορηγήθηκε αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή (Denoxat, 20 mgr/ ημερησίως). Την 8η μετεγχειρητική εβδομάδα η ενάγουσα παρουσίασε σημαντική αύξηση της μυϊκής δυνάμεως κατόπιν φυσιοθεραπευτικών συνεδριών με τιμές (Μ:4) για τον τετρακέφαλο και λαγονοψοίτη, χωρίς να εξαφανισθεί πλήρως η μυϊκή αδυναμία στο επίπεδο του μέσου γλουτιαίου (Μ:3), η δε κάμψη-έκταση του ισχίου στο τέλος της νοσηλείας έφθασε τις 90° ενεργητικά και 95° παθητικά, η απαγωγή είναι 25° ενεργητικά και παθητικά. Υπήρχε ένα ακόμη μικρό οίδημα περιορισμένο στον αστράγαλο της ενάγουσας χωρίς αιμάτωμα, ο δεύτερος δε ραδιολογικός έλεγχος υποδειχθείς από τον ανωτέρω ιατρό Σ., πραγματοποιήθηκε στις 27-6-2006, οπότε η νοσηλεία της ενάγουσας κρίθηκε ικανοποιητική και της προτάθηκε ημερομηνία εξόδου με παράλληλη συνέχιση των φυσιοθεραπευτικών συνεδριών 2 φορές εβδομαδιαίως σε ένα φυσιοθεραπευτικό κέντρο (συνολικά 18 συνεδρίες), με σκοπό τη πλήρη αποκατάσταση της υγείας της, εξήλθε δε της κλινικής στις 2-7-2006. Για τη νοσηλεία της αυτή εκδόθηκαν από τη προαναφερθείσα κλινική ... τιμολόγια ... ποσού συνολικώς 35.320,00 ελβετικών φράγκων, τα οποία (τιμολόγια) υπέβαλε στην εναγομένη ..., πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να της καταβάλει την, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση, αποζημίωση των εξόδων της, δηλαδή την αξία των τιμολογίων, ισχυριζόμενη ότι η κλινική που νοσηλεύθηκε δεν αποτελεί Νοσοκομείο κατά τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά αναρρωτήριο και ειδικότερα αποκατάστασης νευρολογικών, ορθοπεδικών και καρδιολογικών παθήσεων, το οποίο εξαιρείται της ασφαλιστικής καλύψεως βάσει του όρου 6 των Ορισμών του ανωτέρω ασφαλιστηρίου σύνθετης προστασίας. Ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το από 5-4-2007 έγγραφο της κλινικής W.-G., σε ακριβή μετάφραση, η τελευταία ιδρυθείσα το έτος 1905, έχει άδεια από το Υπουργείο Υγείας της Ελβετίας, διαθέτει 85 κλίνες και δέχεται για νοσηλεία ασθενείς και τραυματίες, οι οποίοι εισάγονται ως εσωτερικοί ασθενείς. Ανήκει στον όμιλο νοσοκομείων G. SWISS MEDICAL NETWORK και καλύπτει τις ειδικότητες της νευρολογίας, καρδιολογίας, ορθοπεδικής και φυσικής αποκατάστασης. Στη κλινική αυτή μεταφέρονται επίσης ασθενείς για συνέχιση της νοσηλείας τους από όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία της Ελβετίας. Οι εισαγωγές γίνονται με εντολή του θεράποντος ιατρού, κατόπιν μελέτης του οικείου φακέλου. Η κλινική W.- G. παρέχει 24ωρη εξυπηρέτηση από διπλωματούχους νοσοκόμους, ως και συνεχή ιατρική κάλυψη με 24ωρες εφημερίες των ιατρών εντός της κλινικής. Διαθέτει τρεις διαφορετικές ιατρικές ομάδες, απαρτιζόμενες από τον διευθυντή και τους κατάλληλους βοηθούς, συνολικά επτά ιατρούς. Η κλινική διαθέτει τις απαιτούμενες ιατρικές εγκαταστάσεις, εξοπλισμένες και οργανωμένες για την πραγματοποίηση διαγνώσεων και την παροχή νοσηλείας. Είναι καταχωρημένη στον τηρούμενο από τον Ελβετικό Ιατρικό Σύλλογο (FΜΗ) επίσημο κατάλογο των αναγνωρισμένων ελβετικών νοσοκομείων και κλινικών, οι οποίες δικαιούνται να παρέχουν μεταπτυχιακή εκπαίδευση στους ειδικευόμενους ιατρούς ... Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι η κλινική W.- G. είναι Νοσοκομείο κατά την έννοια της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης υπ' αριθ. .../24-7-2000 ασφαλιστικής συμβάσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη- αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 21.220,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της. Με το να κρίνει το Εφετείο, ότι η ανωτέρω κλινική W.- G. είναι Νοσοκομείο κατά την έννοια της μεταξύ των διαδίκων επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Ειδικότερα δεν υπάρχει αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση αν η ανωτέρω κλινική W.- G. διαθέτει οργανωμένες εγκαταστάσεις για την πραγματοποίηση σοβαρών χειρουργικών επεμβάσεων. Η ύπαρξη δε των ως άνω εγκαταστάσεων (για την πραγματοποίηση σοβαρών χειρουργικών επεμβάσεων) αποτελεί, σύμφωνα τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγκαία συμβατική προϋπόθεση, προκειμένου να χαρακτηρισθεί η ανωτέρω κλινική W.-G. ως "Νοσοκομείο" κατά την έννοια της ασφαλιστικής σύμβασης. Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. 4.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Ας σημειωθεί ότι υπάρχει η εν λόγω δικονομική δυνατότητα (για παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο) και μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 ΚΠολΔ με το ν. 4055/0212. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ). 5.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης αρκεί κατά την αληθινή έννοιά της η εκούσια εκτέλεση όχι μόνο καταψηφιστικής απόφασης αλλά και απόφασης απλώς αναγνωριστικής που αναιρέθηκε κατά τούτο, εφόσον και ο συμμορφούμενος σε μια τέτοια τελεσίδικη απόφαση χωρίς να περιμένει καταψήφιση σε βάρος του εύλογα πρέπει να δικαιούται να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση αν ευδοκιμήσει αναίρεση του κατά της απόφασης αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αίτησή της και με τις από 18-10-2012 προτάσεις της που κατατέθηκαν, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως σ' αυτές, στις 19-10-2012, υπέβαλε παραδεκτώς αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή του ποσού των 26.534,66 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε, σε εκούσια εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, (για επιδικασθέν κεφάλαιο και τόκους αυτού και για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα), με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του ποσού αυτού, άλλως από την επίδοση της αίτησης αναίρεσης, άλλως από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του ως άνω άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το αίτημα όμως για επιδίκαση τόκων υποβάλλεται αορίστως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Τούτο δε διότι, κατά το άρθρο 296 παρ.1 εδ. α. ΑΚ "για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή' και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο: η συμφωνία για την πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή χρήση", η δε αναιρεσείουσα, ενώ αναφέρει ότι στο καταβληθέν από αυτήν στην αναιρεσίβλητη ποσό περιλαμβάνονται και τόκοι δεν διευκρινίζεται το ποσό αυτών, πράγμα που είναι αναγκαίο, αφού-με βάση τη ρηθείσα διάταξη-, δεν δικαιούται να απαιτήσει τόκους επί του τόκου. Όπως προαποδεικνύεται, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 22-9-2010 απόδειξη η τελευταία κατέβαλε, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην Ευσταθία Μακρή, δικηγόρο, η οποία, καθώς δεν αμφισβητείται, ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, το συνολικό ποσό των 26.534,66 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο και τόκους αυτού και για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα. Πρέπει, συνεπώς, το ως άνω αίτημα επαναφοράς να γίνει δεκτό και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ανωτέρω ποσό των 26.534,66 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 4073/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΔΕΧΕΤΑΙ το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη αυτών κατάσταση. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (26.534,66). ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ