Αριθμός 1239/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων: 1) Χ1 και 2) Χ2 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Λυκουρέζο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 5168/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 147/07. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 128/20.3.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντες, συμφώνως προς τα άρθρα 525 § 1 εδ. 2, 527 § 1α και 3 και 528 § 1α του Κ.Π.Δ., την από 29-1-2007 αίτηση των 1) Χ1 , και 2) Χ2 , με την οποία ζητούν την επανάληψη προς το συμφέρον τους, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ΄αριθ. 5168/2005, ερήμην αυτών, αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), με την οποία κρίθηκαν ένοχοι χρήσης υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης κατ΄εξακολούθηση (έδρα 98, 220 § 1β΄ του Π.Κ.) και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως, εκθέτομεν τα εξής: Κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, το οποίο, ταυτοχρόνως, αποτελεί και το αιτιολογικό αυτής, δοθέντος ότι σ΄αυτό μόνο εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, οι αιτούντες κηρύχθηκαν ένοχοι, διότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο του έτους 1998 έως την 06 Μαρτίου 2002 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (χρήση υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαίωσης), με πρόθεση χρησιμοποίησαν ψευδείς βεβαιώσεις, δηλαδή δημόσια έγγραφα στα οποία είχαν πετύχει με εξαπάτηση να βεβαιωθούν αναληθώς περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, για να εξαπατήσουν άλλους σχετικά με τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα, ο πρώτος των κατηγορουμένων, Χ1 και η δεύτερη των κατηγορουμένων, Χ2 . εξακολουθητικά έκαναν χρήση -επιδεικνύοντας σε δημόσιες αρχές, υπηρεσίες και τρίτους- α) της υπ΄ αριθμ. πρωτοκόλλου ...... απόφασης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής περί καθορισμού ιθαγένειας του Χ1 , της συζύγου του Χ2 και των παιδιών τους,..... και ....., και β) o μεν Χ1 , του υπ΄ αριθμ. ......Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας που εξέδωσε την 09-04-1996 το Αστυνομικό Τμήμα Άνω Λιοσίων Αττικής, η δε Χ2 , του υπ΄ αριθμ. ..... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας που εξέδωσε την 09-04-1996 το Αστυνομικό-Τμήμα Άνω Λιοσίων Αττικής, για να εξαπατήσουν τους. αρμοδίους υπαλλήλους και τρίτους σχετικά με τα εξής ψευδή περιστατικά που περιείχαν (βεβαίωναν) τα δημόσια αυτά έγγραφα: α) η υπ' αριθμ. ..... απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής, ότι ο Χ1 που γεννήθηκε το έτος 1966 στη "Σοβιετική Ένωση έχει την ελληνική ιθαγένεια από τη γέννηση του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 εδ. γ΄ του Κ.Ε.Ι. διότι γεννήθηκε από ελληνίδα μητέρα του οποίου ο πατέρας έγινε Έλληνας υπήκοος από 30-1-23 σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,3 και 7 της Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που κυρώθηκε με το από 25-08-1923 Ν.Δ., περαιτέρω ότι η γυναίκα του Χ2 που γεννήθηκε, το έτος 1967 στη Σοβιετική Ένωση απέκτησε την Ελληνική Ιθαγένεια από τη γέννηση της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 εδ. α' του K.Ε.Ι., διότι γεννήθηκε από Έλληνα πατέρα, του οποίου ο πατέρας έγινε Έλληνας Υπήκοος από 30-1-23 σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,3 και 7 της Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που. κυρώθηκε με το από 25-08-1923 Ν.Δ., ακόμα δε ότι τα παιδιά τους, .... και ....., που γεννήθηκαν τα έτη 1989 και 1994 στην Ε.Σ.Σ.Δ., έχουν την Ελληνική Ιθαγένεια από τη γέννηση τους, γιατί γεννήθηκαν από Έλληνα πατέρα, ως ανωτέρω εκρίθη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 1438/84, β) το μεν υπ΄αριθμ. ...... Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας, που εκδόθηκε την 09-04-1996 από το Αστυνομικό Τμήμα Άνω Λιοσίων, ότι ο Χ1 έχει την ελληνική υπηκοότητα, το δε υπ΄ αριθμ. ...... Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας, που εκδόθηκε την 09-04-1996 από το Αστυνομικό Τμήμα ΄Ανω Λιοσίων ότι η Χ2 έχει την ελληνική υπηκοότητα. Όπως προκύπτει, ωστόσο, από το υπ' αριθμ. Φ. 88949/40300/29-12-2000 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών ΔΔΑ και το σχετικό σ' αυτό υπ' αριθμ. 1040/2/4/67-ΞΒ/17-04-2001 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής-1° Τμήμα Συντονισμού, η υπ' αριθμ.1415π/14-02-96 προξενική θεώρηση παλιννόστησης στο υπ' αριθμ. .... Νο .......διαβατήριο πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. του Χ1 είναι πλαστή, αφού χορηγήθηκε την 20-02-96 επί του υπ' αριθμ. .....διαβατηρίου με στοιχεία ..... ΑΛΛΑ του ...., η υπ' αριθμ. 1416π από 14-02-96 προξενική θεώρηση παλιννόστησης στο υπ' αριθμ.... No .......διαβατήριο πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. της Χ2 είναι πλαστή, αφού χορηγήθηκε την 20-02-96 επί του υπ' αριθμ. .... διαβατηρίου με στοιχεία ........... Επίσης. οι άδειες παραμονής των ανωτέρω είναι πλαστές, αφού δεν έχουν εκδοθεί .από το Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 4000/5/794/5-ΡOZ και από 29-12-2000 έγγραφα του. Για τους ανωτέρω λόγους ανακλήθηκε η υπ' αριθμ...... απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής περί καθορισμού ιθαγένειας του Χ1 , της συζύγου του Χ2 και των παιδιών τους, .... και......, με την υπ' αριθμ. .... Απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής καθώς και τα παραπάνω δελτία αστυνομικής ταυτότητας. Από την ανάγνωση του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όπως αναφέρθηκε αποτελεί και το αιτιολογικό αυτής, είναι σαφές, ότι οι αιτούντες καταδικάστηκαν για χρήση υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαιώσεως, κατ΄εξακολούθηση και δη των σ΄αυτή αναφερομένων εγγράφων, χωρίς να διαλαμβάνεται στην απόφαση ούτε μία δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή τρίτοι, στους οποίους χρησιμοποιήθηκαν τα εν λόγω έγγραφα. ΄Όπως, δε προκύπτει από το υπ΄αριθμ. 170/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για τα ίδια έγγραφα κατά των αιτούντων είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως, ωστόσο έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη κατ΄αυτών λόγω παραγραφής. Οι αιτούντες την επανάληψη της διαδικασίας προβάλλουν ότι, κατά το χρονικό διάστημα που κατά την άνω απόφαση, χρησιμοποίησαν τα ανωτέρω έγγραφα, δηλαδή από τον Ιούλιο του 1998 μέχρι τις 6-3-2002, δεν ευρίσκοντο ούτε εισήλθαν για ορισμένο χρονικό διάστημα στην Ελλάδα. Συνεπώς, ισχυρίζονται, δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσουν τα κατόπιν υφαρπαγής αποκτηθέντα έγγραφα. Προς τούτο, προσκομίζουν τα εξής νέα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν είχε υπόψη του το Δικαστήριο που τους κατεδίκασε. 1) Τα διαβατήρια του πρώτου με αριθμούς α) .... Νο .....και με περίοδο ισχύος από 25-5-93 έως 25-5-98, β)....Νο .... και με περίοδο ισχύος από 26-9-1995 έως 26-9-2000, γ) .... Νο .... και με περίοδο ισχύος από 05-12-1997 έως 15-12-2002, δ).... Νο .... και με περίοδο ισχύος από 10-8-1999 έως 10-8-2004, από τα οποία, εκ του ότι δεν υπάρχουν σφραγίδες εισόδου-εξόδου από τα ελληνικά σύνορα, προκύπτει, ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεν εισήλθε αυτός στην Ελλάδα. Αλλά και από τα διαβατήρια της δεύτερης με αριθμούς α) .... Νο .... και με περίοδο ισχύος από 9-6-98 έως 9-6-2003 και β) ... Νο ....περίοδο ισχύος από 27-7-1999 έως 27-7-2004, για τον ίδιο λόγο προκύπτει, ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεν εισήλθε αυτή στην Ελλάδα. 2) Το υπ΄αριθμ. πρωτ. 25069/26-7-2006 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, το οποίο με βάση τα μνημονευόμενο στο έγγραφο αυτό διαβατήρια, βεβαιώνει ότι οι αιτούντες κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεν επεσκέφθησαν την Ελλάδα. 3) Τα από .....πιστοποιητικά δέκα (πέντε για κάθε αιτούντα) πιστοποιητικά του τμήματος Διεθνούς Συνεργασίας και Ανταλλαγής Πληροφόρησης, από τα οποία προκύπτει ότι οι αιτούντες κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα φορολογήθηκαν στη Ρωσία. 4) Τις από 11 και 13-12-2006 ένορκες βεβαιώσεις των ...., ......και...., εκ των οποίων ο πρώτος τυγχάνει Υπουργός Μεταφορών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ο δεύτερος Πρόεδρος της Ρωσικής Ολυμπιακής Επιτροπής. Με βάση τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, οι αιτούντες κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα δεν ήλθαν στην Ελλάδα. Παραλλήλως βεβαιώνεται ότι αυτoί τυγχάνουν ευηπόληπτα πρόσωπα στη Ρωσία, ο πρώτος μάλιστα των αιτούντων τυγχάνει μέλος του Δ.Σ. της υπό κρατικό έλεγχο εταιρείας με την επωνυμία "RAO UES OF Russiα" (Ενοποιημένο Ενεργειακό Σύστημα της Ρωσίας). Από τα ανωτέρω νέα αποδεικτικά στοιχεία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην ανωτέρω απόφαση δεν αναφέρονται αρχές ή υπηρεσίες ή τρίτοι έναντι των οποίων έγινε χρήση των άνω υφαρπασθέντων εγγράφων αποδεικνύεται κατά τρόπο πρόδηλο, ότι οι αιτούντες είναι αθώοι και αδίκως καταδικάστηκαν με την ανωτέρω απόφαση, για την αναφερθείσα πράξη. Συνεπώς, η αμετακλήτως εκδοθείσα υπ΄αριθμ. 79714/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), πρέπει να ακυρωθεί. Δεδομένου ότι από τον χρόνο που άρχισε η κατ΄εξακολούθηση πράξη, δηλαδή από τον Ιούλιο του 1998 μέχρι σήμερα (19-3-2007) τμήμα της πράξεως και δη το αρχόμενο από τον Ιούλιο του 1998 και φθάνει μέχρι τις 19-3-1999, παρεγράφη, διότι από τότε μέχρι σήμερα, παρήλθε πλήρης οκταετία και, συνεπώς, γι΄αυτό το διάστημα νόμιμο κατά τα άρθρα 111 § § 1,3, 112 και 113 § § 1,3 του Π.Κ. και 309 § ιβ, 310 § ιβ και 370 του Κ.Π.Δ. είναι, να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά των αιτούντων, για την ανωτέρω πράξη. Καθόσον, όμως αφορά το υπόλοιπον του χρόνου τελέσεως της πράξεως, δηλαδή από τις 20-3-1999 μέχρι τις 6-3-2002, νόμιμο είναι να κηρυχθούν οι αιτούντες αθώοι, χωρίς παραπομπή της υποθέσεως προς νέα συζήτηση, καθόσον αυτή εν όψει της πρόδηλης αθωότητός των, κρίνεται εντελώς ανώφελη και περιττή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝ 1) Να γίνει δεκτή η από 29-1-2007 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2 , περί επαναλήψεως προς το συμφέρον τους της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄αριθμ. 5168/2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των). 2) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή. 3) Να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά των ανωτέρω για χρήση υφαρπασθείσης ψευδούς βεβαιώσεως, κατ΄εξακολούθηση, πράξη φερομένη ως υπ΄αυτών τελεσθείσα στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα Ιούλιος του 1998 έως τις 19-3-1999. Και 4) Να κηρυχθούν αθώοι οι ίδιοι για την ίδια πράξη, που φέρεται ως τελεσθείσα στην Αθήνα από τις 20-3-1999, μέχρι τις 6-3-2002. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η υπό κρίση από 29-1-2007 αίτηση των 1) Χ1 , και 2) Χ2 , με την οποία ζητούν την επανάληψη προς το συμφέρον τους, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 5168/2005, αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), με την οποία κρίθηκαν ένοχοι χρήσης υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης κατ'εξακολούθηση, (άρθρα 98, 220 § 1β' του Π.Κ.) και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, ισχυριζόμενοι, ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ'αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την 5168/2005 αμετάκλητη ήδη απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους αιτούντες Χ1 , και Χ2 για χρήση υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης, κατ'εξακολούθηση, (άρθρα 98, 220 § 1β' του Π.Κ.) και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών τον καθένα, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τριετία, διότι: Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο του έτους 1998 έως την 06 Μαρτίου 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (χρήση υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαίωσης), με πρόθεση χρησιμοποίησαν ψευδείς βεβαιώσεις, δηλαδή δημόσια έγγραφα στα οποία είχαν πετύχει με εξαπάτηση να βεβαιωθούν αναληθώς περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, για να εξαπατήσουν άλλους σχετικά με τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα, ο πρώτος των κατηγορουμένων, Χ1 και η δεύτερη των κατηγορουμένων, Χ2 , εξακολουθητικά έκαναν χρήση, επιδεικνύοντας σε δημόσιες αρχές, υπηρεσίες και τρίτους- α) της υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου .... απόφασης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής περί καθορισμού ιθαγένειας του Χ1 , της συζύγου του Χ2 και των παιδιών τους, .... και ...., και β) ο μεν ......, του υπ' αριθμ. ....... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας που εξέδωσε την 09-04-1996 το Αστυνομικό Τμήμα Άνω Λιοσίων Αττικής, η δε Χ2 , του υπ' αριθμ...... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας που εξέδωσε την 09-04-1996 το Αστυνομικό-Τμήμα Άνω Λιοσίων Αττικής, για ναεξαπατήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους και τρίτουςσχετικά με τα εξής ψευδή περιστατικά που περιείχαν(βεβαίωναν) τα δημόσια αυτά έγγραφα: α) η υπ' αριθμ....απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής, ότι ο Χ1 , που γεννήθηκε το έτος 1966 στη Σοβιετική Ένωση έχει την ελληνική ιθαγένεια από τη γέννησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 εδ. γ' του Κ.Ε.Ι. διότι γεννήθηκε από ελληνίδα μητέρα του οποίου ο πατέρας έγινε Έλληνας υπήκοος από 30-1-23 σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,3 και 7 της Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που κυρώθηκε με το από 25-08-1923 Ν.Δ., περαιτέρω ότι η γυναίκα του Χ2 που γεννήθηκε, το έτος 1967 στη Σοβιετική Ένωση απέκτησε την Ελληνική Ιθαγένεια από τη γέννηση της, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 1 εδ. α' του Κ.Ε.Ι., διότι γεννήθηκε από Έλληνα πατέρα, του οποίου ο πατέρας έγινε Έλληνας Υπήκοος από 30-1-23 σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,3 και 7 της Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που κυρώθηκε με το από 25-08-1923 Ν.Δ., ακόμα δε ότι τα παιδιά τους, .... και ...., που γεννήθηκαν τα έτη 1989 και 1994 στην Ε.Σ.Σ.Δ., έχουντην Ελληνική Ιθαγένεια από τη γέννηση τους, γιατίγεννήθηκαν από Έλληνα πατέρα, ως ανωτέρω εκρίθη,σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 1438/84, β) το μεν υπ'αριθμ...... ΔελτίοΑστυνομικής Ταυτότητας, που εκδόθηκε την 09-04-1996από το Αστυνομικό Τμήμα Άνω Λιοσίων, ότι ο Χ1 έχει την ελληνικήυπηκοότητα, το δε υπ' αριθμ. .....ΔελτίοΑστυνομικής Ταυτότητας, που εκδόθηκε την 09-04-1996από το Αστυνομικό Τμήμα Άνω Λιοσίων ότι η Χ2 έχειτην ελληνική υπηκοότητα. Όπως προκύπτει, ωστόσο, απότο υπ' αριθμ. Φ. 88949/40300/29-12-2000 έγγραφο τουΥπουργείου Εσωτερικών ΔΔΑ και το σχετικό σ'αυτό υπ'αριθμ. 1040/2/4/67-ΞΒ/17-04-2001 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής-1ο Τμήμα Συντονισμού, η υπ'αριθμ. 1415π/14-02-96 προξενική θεώρηση παλιννόστησης στο υπ'αριθμ.....Νο..... διαβατήριο πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. του Χ1 είναι πλαστή, αφού χορηγήθηκε την 20-02-96 επί του υπ' αριθμ. ..... διαβατηρίου με στοιχεία..... ΑΛΛΑ του ...., η υπ' αριθμ. 1416π από 14-02-96 προξενική θεώρηση παλιννόστησης στο υπ' αριθμ..... Νο ..... διαβατήριο πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. της Χ2 είναι πλαστή, αφού χορηγήθηκε την 20-02-96 επί του υπ'αριθμ. ..... διαβατηρίου με στοιχεία ...... Επίσης, οι άδειες παραμονής τωνανωτέρω είναι πλαστές, αφού δεν έχουν εκδοθεί από τοΤμήμα Αλλοδαπών Αθηνών, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 4000/5/794/5-ΡΟΖ και από 29-12-2000 έγγραφα του. Γιατους ανωτέρω λόγους ανακλήθηκε η υπ' αριθμ. ...... απόφαση της Νομαρχιακής ΑυτοδιοίκησηςΔυτικής Αττικής περί καθορισμού ιθαγένειας του Χ1, της συζύγου του Χ2 καιτων παιδιών τους, ..... και ....., με την υπ' αριθμ. .... Απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής καθώς και τα παραπάνω δελτία αστυνομικής ταυτότητας. Από την ανάγνωση του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο αποτελεί και το αιτιολογικό αυτής, είναι σαφές, ότι οι αιτούντες καταδικάστηκαν για χρήση υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως, κατ'εξακολούθηση και δη των σ'αυτή αναφερομένων εγγράφων, χωρίς να διαλαμβάνεται στην απόφαση ούτε μία δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή τρίτοι, ενώπιον των οποίων χρησιμοποιήθηκαν τα εν λόγω έγγραφα. Όπως δε προκύπτει από το 170/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για τα ίδια έγγραφα κατά των αιτούντων είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως, ωστόσο έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη κατ'αυτών, λόγω παραγραφής. Οι αιτούντες την επανάληψη της διαδικασίας προβάλλουν ότι, κατά το χρονικό διάστημα, που, κατά την άνω απόφαση, χρησιμοποίησαν τα ανωτέρω έγγραφα, δηλαδή από τον Ιούλιο του 1998 μέχρι τις 6-3-2002, δεν βρίσκονταν ούτε εισήλθαν για ορισμένο χρονικό διάστημα στην Ελλάδα. Συνεπώς, ισχυρίζονται, δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσουν τα κατόπιν υφαρπαγής αποκτηθέντα έγγραφα. Προς τούτο, προσκομίζουν τα εξής νέα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν είχε υπόψη του το Δικαστήριο που τους καταδίκασε. 1) Τα διαβατήρια του πρώτου με αριθμούς α) ....Νο .... και με περίοδο ισχύος από 25-5-93 έως 25-5-98, β) ....Νο .... και με περίοδο ισχύος από 26-9-1995 έως 26-9-2000, γ) ....Νο .... και με περίοδοισχύος από 05-12-1997 έως 15-12-2002, δ) .... Νο ...... και με περίοδο ισχύος από 10-8-1999 έως 10-8-2004, από τα οποία, εκ του ότι δεν υπάρχουν σφραγίδεςεισόδου-εξόδου από τα ελληνικά σύνορα, προκύπτει, ότι,κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεν εισήλθε αυτός στην Ελλάδα. Αλλά και από τα διαβατήρια της δεύτερης με αριθμούς α) .... Νο ..... και με περίοδο ισχύος από 9-6-98 έως 9-6-2003 και β) .... Νο .... και με περίοδο ισχύος από 27-7-1999 έως 27-7-2004, από τα οποία για τον ίδιο λόγο, προκύπτει, ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεν εισήλθε αυτή στην Ελλάδα. 2) Το υπ' αριθμ. πρωτ. 25069/26-7-2006 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, το οποίο, με βάση τα μνημονευόμενο στο έγγραφο αυτό διαβατήρια, βεβαιώνει ότι οι αιτούντες, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεν επισκέφθηκαν την Ελλάδα. 3) Τα από ..... πιστοποιητικά δέκα (πέντε για κάθε αιτούντα) πιστοποιητικά του τμήματος Διεθνούς Συνεργασίας και Ανταλλαγής Πληροφόρησης, από τα οποία προκύπτει ότι οι αιτούντες, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, φορολογήθηκαν στη Ρωσία. 4) Τις από 11 και 13-12-2006 ένορκες βεβαιώσεις των ....., ....., ...... και ....., εκ των οποίων ο πρώτος τυγχάνει Υπουργός Μεταφορών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ο δεύτερος Πρόεδρος της Ρωσικής Ολυμπιακής Επιτροπής. Με βάση τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, οι αιτούντες, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα δεν ήλθαν στην Ελλάδα. Παραλλήλως βεβαιώνεται ότι αυτοί τυγχάνουν ευπόληπτα πρόσωπαστη Ρωσία, ο πρώτος μάλιστα των αιτούντων τυγχάνει μέλος του Δ.Σ. της υπό κρατικό έλεγχο εταιρείας με την επωνυμία "RΑΟ UΕ5 ΟF Russia". (Ενοποιημένο Ενεργειακό Σύστημα της Ρωσίας). Από τα ανωτέρω νέα αποδεικτικά στοιχεία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην ανωτέρω απόφαση δεν αναφέρονται αρχές ή υπηρεσίες ή τρίτοι, έναντι των οποίων έγινε χρήση των άνω υφαρπασθέντων εγγράφων, αποδεικνύεται, κατά τρόπο πρόδηλο, ότι οι αιτούντες είναι αθώοι και αδίκως καταδικάστηκαν με την ανωτέρω απόφαση, για την αναφερθείσα πράξη. Επομένως, πρέπει να γίνει και ουσιαστικά δεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη 5168/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να ακυρωθεί η καταδικαστική αυτή απόφαση. Δεν κρίνεται όμως αναγκαία η παραπομπή της υποθέσεως στο ακροατήριο για νέα συζήτηση, δεδομένου ότι, από τον χρόνο που άρχισε η κατ'εξακολούθηση πράξη, δηλαδή από τον Ιούλιο του 1998 μέχρι σήμερα (5-6-2007, ημερομηνία δημοσιεύσεως αυτής της αποφάσεως), τμήμα της πράξεως και δη αυτό που αρχίζει από τον Ιούλιο του 1998 και φθάνει μέχρι τις 5-6-1999, έχει παραγραφεί, διότι από τότε μέχρι σήμερα, παρήλθε πλήρης οκταετία και, συνεπώς, γι'αυτό το διάστημα, πρέπει, κατά τα άρθρα 111 § § 1,3, 112 και 113 § § 1,3 του Π.Κ. και 309 § ιβ, 310 § ιβ και 370 του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των αιτούντων, για την ανωτέρω πράξη. Καθόσον αφορά τις υπόλοιπες επί μέρους πράξεις του κατ΄εξακολούθηση εγκλήματος της χρήσεως υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως, για τις οποίες καταδικάστηκαν, δηλαδή γι' αυτές που ο χρόνος τελέσεως είναι από τις 5-6-1999 μέχρι τις 6-3-2002, και οι οποίες δεν έχουν παραγραφεί, δεν κρίνεται και γι'αυτές η παραπομπή της υποθέσεως στο ακροατήριο για νέα συζήτηση διότι ενόψει της πρόδηλης αθωότητάς των αυτής, κρίνεται εντελώς ανώφελη και περιττή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 29-1-2007 αίτηση των Χ1 και β) Χ2 , για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 5168/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ακυρώνει την 5168/ 2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά τωνανωτέρω για την αναφερόμενη στο σκεπτικό πράξη της χρήσης υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτούς στην Αθήνα, κατά το χρονικόδιάστημα από Ιούλιο του 1998 έως τις 5-6-1999. Και Κηρύσσει αυτούς αθώους για την ίδια πράξη, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα από τις 5-6-1999, μέχρι τις 6-3-2002. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2007. Ο AΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ