ΑΡΙΘΜΟΣ 302/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μανιατόπουλο, περί αναιρέσεως της 55761/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2078/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, ισχύοντος από της 11ης Σεπτεμβρίου 1997) η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α΄)... , β΄)... , και γ΄) ενός τουλάχιστον έτους, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενος ή επιρριπτόμενος φόρους και έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα τέσσαρα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δραχμές, όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά... ". Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, i) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους και ii) η καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών, μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και, σε περίπτωση συνδρομής, επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, και των δύο τρόπων τέλεσης, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Κ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5574/2005 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατά το είδος τους αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο, διότι βεβαιώθηκαν σε βάρος του από το ΔΟΥ Αμαρουσίου ως λοιποί φόροι και χρέη στο Δημόσιο το ποσό των 307.328,71 ευρώ, προερχόμενος από πρόστιμα Κ.Β.Σ. δικαστικές αποφάσεις, Ε.Δ.Ε., έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, από τα οποία το ποσό των 306.703,31 ευρώ ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις και το ποσό των 625,40 ευρώ σε δόσεις, με πρόθεση δε κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις από το τελευταίο, αρχής γενομένης από 30-7-1999 και εντεύθεν και μέσα σε δύο μήνες από το τέλος τον μήνα που έγιναν ληξιπρόθεσμα τα πρώτα, αντιστοίχως, δηλαδή από 1.9.1999 και μετά. Με βάση τις παραδοχές αυτές και δεχόμενο περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενο κινήθηκε στη τέλεση της αξιόποινης πράξης αυτής από αίτια μη ταπεινά και ειδικότερα λόγω της οικονομικής του καταστροφής και της αδυναμίας του να αντιμετώπιση τα δημιουργηθέντα χρέη του, κήρυξε αυτόν ένοχο της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 842 παρ. 2 β του ΠΚ και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 19882/1999 όπως, ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, τις οποίες εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις προσδιορίζεται ότι, από το συνολικό ποσό των 307.328,71 α) το ποσό των 625,40 ευρώ αντιστοιχούσε σε χρέος που όφειλε ο κατηγορούμενος να καταβάλει σε τρεις συνεχείς δόσεις ως και ο χρόνος που κατέστη ληξιπρόθεσμη καθεμία από αυτές, με την αναφορά ότι η πρώτη δόση έληγε στις 30/7/1999, β) το ποσό των 306.703,31 ευρώ αντιστοιχούσε σε χρέος που έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ ως και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί αυτό με την αναφορά ότι, ενώ το ποσό αυτό έπρεπε να καταβληθεί σε δύο δόσεις δεν καταβλήθηκε μέσα σε δύο μήνες από τότε που έγινε ληξιπρόθεσμες, δηλαδή από 1/9/1999 και μετά. Δεν δημιουργείται δε καμία ασάφεια και αντίφαση από το γεγονός ότι στο διατακτικό της απόφασης, από προφανή παραδρομή, κατά τη συμπλήρωση του εντύπου, τα παραπάνω ποσά έχουν γραφεί αντιστρόφως. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι ΚΠΔ αναίρεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του ...., για αναίρεση της 55761/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ