Αριθμός 382/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1 , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου, περί αναιρέσεως της 59769/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την .... , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.12.2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 17/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ΄ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον μόνο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 59.769/11-10-1995 απόφαση του κατ' έφεση δικάσανος Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε για υπεξαγωγή εγγράφων σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών η οποία ανεστάλει επί τριετία, για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά. "... Ο κατηγορούμενος συνέστησε με τη μηνύτρια το 1997 ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " .... Ο.Ε" με αντικείμενο την εμπορία μηχανών γραφείου και καταστημάτων και ποσοστό συμμετοχής σ αυτήν 50% ο καθένας τους. Η εταιρία λύθηκε το Δεκέμβριο του 1999 κατόπιν καταγγελίας του X1 και τέθηκε υπό εκκαθάριση, με συνεκκαθαριστές αμφοτέρους, σύμφωνα με το καταστατικό της. Οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων (στις οποίες είχε εμπλακεί και ο σύζυγος της μηνύτριας .... , αφού κατ' ουσία μ' αυτόν συνεργαζόταν ο κατηγορούμενος), οδήγησαν σε εξώδικη αλλά και δικαστική διαμάχη με την αποστολή εξωδίκων, την έγερση αγωγών (κυρίως με αφορμή δάνειο που είχε λάβει αποκλειστικά ο κατηγορούμενος για τις ανάγκες της εταιρίας) και την άσκηση μηνύσεων. Στα πλαίσια της οξύτατης αυτής αντιδικίας ο κατηγορούμενος με σκοπό να παρεμποδίσει την εγκαλούσα από την άσκηση των δικαιωμάτων που απέρρεαν από την προαναφερόμενη εταιρική ιδιότητα, απέκρυψε τα εμπορικά βιβλία της εταιρείας την 5-6-2000 και δεν της τα παρέδωσε παρά τις επανειλημμένες εξώδικες διαμαρτυρίες της. Ο κατηγορούμενος μετά την καταγγελία της εταιρίας πήρε τα βιβλία στην κατοικία του, όπως προκύπτει και από την από 22-12-1999 εξώδικη πρόσκλησή του. Μάλιστα, με αίτησή του που έγινε δεκτή την 3-7-2000 με την 4963/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε την αντικατάσταση της άνω συνεκκαθαρίστριας της εταιρίας. Παρότι δε ο κατηγορούμενος προσκομίζει έγγραφο (ιδιωτικό) με ημερομηνία 12-5-2000 περί παραδόσεως των βιβλίων στο δικηγόρο Ι. Θεοδοσίου, εν τούτοις από κανένα στοιχεί δεν επιβεβαιώθηκε ότι τούτο είχε γνωστοποιηθεί με την αποστολή εξώδικης πρόσκλησης στην μηνύτρια η οποία μέχρι και την 5-6-2000 του απέστελε εξώδικα ζητώντας του να της τα παραδώσει. Από τη σκόπιμη αυτή απόκρυψη των βιβλίων της εταιρίας με την έννοια της δυσχέρανσης πρόσβασης σ' αυτά της μηνύτριας, η τελευταία υπέστη βλάβη γιατί δεν μπόρεσε να τακτοποιήσει τα συνταξιοδοτικά της θέματα αλλά και να υποβάλλει ακριβή φορολογική δήλωση..... Εδώ να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί τυπικής μόνο συμμετοχής της μηνύτριας στην εταιρία, περί της συνεργασίας του κατ' εξοχήν με τον σύζυγό της και των διαφορών του με αυτόν σε σχέση με το προαναφερθέν δάνειο, δεν ασκεί έννομη επιρροή ούτε αναιρεί το σκοπό βλάβης των δικαιωμάτων της εγκαλούσας, όπως αυτά αναφέρθηκαν παραπάνω, αντίθετα επιβεβαιώνει το δόλο του με δεδομένη την οξύτατη διαμάχη τους. Στα επίμαχα βιβλία η εγκαλούσε απέκτησε πρόσβαση μετά την καταδίκη του κατηγορούμενο στο πρωτόδικο δικαστήριο (βλ. και το από 20-5-2004 έγγραφο καθώς και την από 22-5-2004 απόδειξη παραλαβής τους) ...". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 222 του Π.Κ την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου ιδιαιτέρως δε αιτιολογείται στην απόφαση το στοιχείο του σκοπού της βλάβης και εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε τον σκοπό αυτό. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου ότι δεν είχε αποκρύψει τα εμπορικά βιβλία της εταιρίας αλλά τα είχε παραδώσει στον δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου μέχρι να ρυθμισθεί το ζήτημα της εκκαθάρισης της εταιρείας, ως βάλλουσα κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου είναι απαράδεκτη. Εξάλλου δεν συνιστά στοιχείο της αιτιολογίας της αποφάσεως και δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από την μη αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως του ονόματος και επωνύμου του μειοψηφίσαντος δικαστού. Συνεπώς, η κατά τούτο αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-12-2005 αίτηση του X1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 59.769/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ