Αριθμός 2342/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Βαρλάμη, περί αναιρέσεως της 36/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με συγκατηγορούμενο τον ...... Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από την 23 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1456/07. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.δ΄ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005).Η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη υπ΄αριθμ. 36 /2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου με την οποία καταδικάστηκε για αγορά, κατοχή,διάθεση κατ' εξακολούθηση και χρήση ναρκωτικών ουσιών σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και τριών (3) μηνών ότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του α) ότι για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύτηκε και κατείχε τα ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες και διέθεσε σε άλλον από αυτή μικρή ποσότητα (άρθρ. 12 Ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 του ν. 2161/1993 και την πρόσθεση της παραγράφου 4 με το άρθρο 9 του ν.2721/1999 ) και β) ότι απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις (άρθρ. 13 Ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά το άρθρο 15 του ν. 2161/1993). Η πληττόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε σε σχέση με τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά. " Εξάλλου αναφορικά με τις ανωτέρω πράξεις του πρώτου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) (αγορά,κατοχή και διάθεση ναρκωτικών ) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτές διεπράχθησαν με τις προυποθέσεις του άρθρου 9 του Ν. 2721/1999 ( προμήθεια μικροποσότητος ναρκωτικών για δική του χρήση και διάθεση σε τρίτο απ' αυτήν μικρής ποσότητας ) ενόψει του ότι η από τον πρώτο κατηγορούμενο αγορασθείσα ποσότητα ( μεγαλύτερη των 515 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης) είναι μεγάλη, αυτός κατά τον επίμαχο χρόνο υπηρετούσε ως σωφρονιστικός υπάλληλος στις Φυλακές Χίου δηλαδή σε ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα και του γεγονότος ότι μέχρι τη σύλληψή του διέθεσε σε 16 με 18 περιπτώσεις ινδική κάνναβη σε τρίτα πρόσωπα , ιδιαίτερα σε στρατιωτικούς της Χίου .Επομένως ο συναφής αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος...Περαιτέρω κατά την πλειψηφήσασα γνώμη , ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις δεν είχε την ιδιότητα του τοξικομανούς .Πιο συγκεκριμένα με βάση τον ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου διατάχθηκε, κατ' άρθρο 13 παρ. 2 ν. 1729/1987, η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τον ειδικευμένο ιατροδικαστή νευρολόγο Dr. ...., ο οποίος στην από 28.11.2005 έκθεσή του ,που αναγνώσθηκε και εκτιμάται ελεύθερα, κατ' άρθρο. 177 παρ. 1 ΚΠοιν.Δ, γνωματεύει, ότι πρόκειται για άτομο, το οποίο ανήκει στο χώρο των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων ,επειδή πληροί τουλάχιστον τρία των κριτηρίων του νόμου κινούμενος στο χώρο των ναρκωτικών κοκαίνης, ηρωίνης και χασίς σε επίπεδο εξάρτησης με τα υφιστάμενα στοιχεία. Οι διαπιστώσεις,όμως αυτές, δεν ακολουθούν μία εξειδικευμένη επιστημονική και αναλυτική τεκμηρίωση με παράθεση πραγματικών περιστατικών, σε συνδυασμό με ιστορικό του κατηγορουμένου ,ώστε να είναι επαρκείς ως προς την αιτιολογία τους και δεν πείθουν, ως εκ τούτου, το δικαστήριο για την επικαλούμενη κατάσταση στην οποία φέρεται να έχει περιέλθει ο τελευταίος. Πράγματι, α)από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ,ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος έκανε κατά το παρελθόν χρήση κοκαίνης και ηρωίνης. Ο χώρος στον οποίο κινήθηκε, ήταν αποκλειστικά αυτός της ινδικής κάνναβης και μάλιστα η αγορά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης καταδεικνύει έμπορο στην αρχή της πορείας του. Το γεγονός, άλλωστε, τούτο ενισχύεται και από το ότι στα ούρα του βρέθηκαν ίχνη ινδικής κάνναβης .Ο ηρωινομανής και ο κοκαινομανής , σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία επί του θέματος,ουδέποτε κατέρχεται στο επίπεδο της ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ώστε να καταστεί τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου με μόνη τη χρήση αυτής ,β)οι αποδιδόμνες στο συγκεκριμένο χρήστη χρήσεις ηρωίνης και κοκαίνης ως διηγηματικό γεγονός και όχι ως πραγματικό δεν αρκούν, γ) η κατάσταση της τοξικομανίας αποτελεί σαφώς ασθένεια, η οποία δημιουργεί κατ' αρχήν πρόβλημα στην καθ'όλου προσωπικότητα του ασθενούς και κατ' επέκταση στην κοινωνική και επαγγελματική του δραστηριότητα. Ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν αποδεικνύεται, ότι είχε επαγγελματικό πρόβλημα, αφού υπηρεσιακώς δεν προκύπτει κάτι τέτοιο και μάλιστα στην περίπτωση ηρωινομανούς ή κοκαινομανούς , αλλ'ούτε και κοινωνικώς .Συνήψε μνηστεία και έχει αποκτήσει τέκνο ,το οποίο μάλιστα και αναγνώρισε συμβολαιογραφικώς, γεγονότα , τα οποία βεβαίως καταδεικνύουν οικογενειακή και κοινωνική δραστηριότητα που δεν μπορεί να σχετίζεται με τοξικομανία,γ) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος έχει ανάγκη ειδικής θεραπευτικής αντιμετώπισης, αφού ούτε και ο πραγματογνώμων δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στη έκθεσή του, δ)δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένη οργανική πάθηση ή συγκεκριμένη ψυχοπαθολογική κατάσταση ή οργανική διατάραξη του νευρικού του συστήματος , η οποία να συνεπάγεται δυσλειτουργία ή ύφεση της συνειδήσεως, ( βλ.Γ.Συλίκος, Αποκλεισμός ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό λόγω διατάραξης της συνειδήσεως, παρατ. στις ΑΠ 1100/2000 ΚΑΙ ΑΠ 462/1999 ΠραξΛογΠοινΔΑ',310-επίσης ΑΠ 865/1993 ΠοινΧρ ΜΓ', 668).Αξίζει να σημειωθεί ,ότι η Ελληνική νομοθεσία (ν. 1729/1987,όπως τα άρθρα 13 και 14 αυτού τροποποιήθηκαν από το άρθρο 20 του ν. 1738/1987) δεν χρησιμοποιεί τον καθιερωμένο στην επιστήμη όρο " τοξικομανής", αλλά τον όρο " χρήστης ναρκωτικών ουσιών που υποβάλλεται σε ειδική μεταχείρηση" ( βλ.Λ Καράμπελα, ο τοξικομανής εγκληματίας ,έκδ. 1988, σελ. 75 επομ.). Παραμένει, όμως , ο όρος "τοξικομανής" ως επιστημονική ορολογία και μάλιστα με την έννοια που είχε καθιερωθεί από το άρθρ. 13ν.δ. 743/1970,παρά την επιστημονική διάσταση ως προς τον όρο της τοξικομανίας ( βλ.ΑΠ 683/1995 ΠοινΧρ ΜΕ',1258)Συνεπώς, η επικαλούμενη επιχείρηση αποτοξίνωσής του στη Φυλακή ακολουθώντας μάλιστα ειδικό πρόγραμμα αποτελεί εφεύρημα της τελευταίας στιγμής και προσπάθεια απόδειξης ανύπαρκτης νοσηράς κατάστασης. Επομένως και ο συναφής αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου πρέπει κατά πλειοψηφία, ν' απορριφθεί" . Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία, πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνημονευθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1 και 2 Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, που εφάρμοσε, γι' αυτό και είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος ο περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510, 1Δ ΚΠΔ μοναδικός αναιρετικός λόγος. Ο ίδιος λόγος ,κατά το μέρος του με το οποίο ,υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας ,προβάλλεται εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων ,είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την αλήθεια των πιο πάνω περιστατικών, τα οποία δέχτηκε . Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23ης Ιουλίου 2007 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2007 O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2007 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ