Αριθμός 917/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Κ. Τ. του Ι., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Τέλιου και 2)Ε. Α. του Κ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά, για αναίρεση της υπ'αριθ.468/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Σ. του Κ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Φεβρουαρίου 2011 και 2 Φεβρουαρίου 2012 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 739/2012. Αφού άκουσε Τις πληρεξούσιες δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 468/2011) οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως 1)από 14 Φεβρουαρίου 2011 του Κ. Τ. και 2)από 2 Φεβρουαρίου 2012 του Ε. Α. Α. Επί της αιτήσεως του Κ. Τ.. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Ως εκ τούτου απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη ως άνω αίτηση του Κ. Τ., η οποία ασκήθηκε με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού και περί της οποίας συντάχθηκε η 132/14-2-2011 έκθεση, δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, αλλά παρατίθενται ως λόγοι αναιρέσεως τα ακόλουθα κατά λέξη "...Ειδικώτερον έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αντιφατικές αιτιολογίες. Εν συνδυασμώ με τα άρθρα 170 και 171 Κ.Ποιν.Δ, δι' απόλυτος ακυρότητας ως και υπέρβαση εξουσίας. Σας γνωρίζω ότι θα αναπτύξω τους λόγους αναιρέσεως ως και τους πρόσθετους λόγους δι' μεταγενεστέρου δικογράφου εντός των νομίμων προθεσμιών...". 'Ετσι, όμως, διατυπούμενοι οι αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι σημειωτέον δεν αναπτύχθηκαν με μεταγενέστερο κατατεθέν δικόγραφο, όπως διατείνεται με την αίτηση ο αναιρεσείων, είναι εντελώς αόριστοι και επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εν λόγω αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, με παράλληλη καταδίκη του ως άνω αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Β. Επί της αιτήσεως του Ε. Α. Κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδαφ. 2 και 3 ΚΠοινΔ, ".... Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ` έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ` αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική, πλην όμως η μη ανάγνωση αυτών επάγεται ακυρότητα μόνον αν ζητηθεί η ανάγνωση τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή. Αντίθετα, καμία ακυρότητα επάγεται η ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των εμπεριεχομένων στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου καταθέσεων των μαρτύρων. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο ανωτέρω αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών για σωματεμπορία από κοινού κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση και συμμορία. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο της ουσίας, "παρά την εναντίωσή του, απέρριψε το αίτημα του, μη αναγνώσεως της περικοπής των πρακτικών της εκκαλουμένης αποφάσεως που περιείχαν την κατάθεση της μάρτυρος Y. K. και το όμοιο της εμφανίσεώς της στο ακροατήριο για να της υποβάλει ερωτήσεις, χωρίς να δεχθεί ούτε προκύπτει ότι ήταν αδύνατη η εμφάνισή της για κάποια αιτία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 365 παρ. 1 ΚΠοινΔ, στερώντας έτσι κατά το λόγο αυτό τα υπερασπιστικά του δικαιώματα από τα άρθρα 171 παρ. 1δ, 358 ΚΠοινΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. Δ` της ΕΣΔΑ. Ανεξαρτήτως του ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.96) το εν λόγω αίτημα μη αναγνώσεως των πρακτικών υποβλήθηκε από το συνήγορο του πέμπτου συγκατηγορουμένου του Δ. Ν. και όχι από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος, ο οποίος μάλιστα δήλωσε αναφορικά με το αίτημα αυτό ότι "επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου" και ως εκ τούτου στερείται εννόμου συμφέροντος για την προβολή του προκειμένου αναιρετικού λόγου, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον η ανάγνωση της καταθέσεως της ανωτέρω μάρτυρος που περιείχετο στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠοινΔ, υποχρεωτική και κατ' ακολουθίαν με την ανάγνωσή της δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου από τα άρθρα 358 ΚΠΔ και 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, αφού μάλιστα το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να βεβαιώσει το ανέφικτο της εμφανίσεως της ως άνω μάρτυρος ενώπιόν του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3064/2002, "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από τον άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων, ή το παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά η συνδρομή περισσοτέρων μορφών, εφόσον το παθόν πρόσωπο είναι ένα, στοιχειοθετεί ένα έγκλημα, οι λοιπές δε μορφές λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, πρέπει ο δράστης χρησιμοποιώντας κάποιο από τους ανωτέρω τρόπους, να εξαναγκάζει ή να παραπείθει άτομο να εκπορνευτεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 187 παρ. 3 ΠΚ, όπως αυτό ισχύει, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξη μηνών....". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλαδή συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) για τη διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τότε που ενώθηκαν δύο ή περισσότεροι με τον παραπάνω σκοπό. Απαιτείται δόλος, ήτοι η γνώση και η θέληση ότι ενώνεται ο δράστης με άλλους για να διαπράξουν εγκλήματα, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 371 παρ. 3 ΚΠοινΔ, το δικαστήριο έχει την εξουσία να προβεί στον ορθό χαρακτηρισμό της πράξεως με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και χωρίς να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας κατά την ασκηθείσα ποινική δίωξη. 'Ετσι δεν αποκλείεται, καίτοι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, να υπάρξει καταδίκη για συμμορία, εφόσον τα επί μέρους περιστατικά δικαιολογούν την μεταβολή αυτή της κατηγορίας και εφόσον ο νομικός αυτός χαρακτηρισμός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως "η εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Κ. Τ. και των άλλων συγκατηγορουμένων του, μη αναιρεσειόντων, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, αναφορικά με τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο ανωτέρω αναιρεσείων Ε. Α. "Οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Κ. Τ., Ε. Α., Α. Σ. και Ε. Π., ενεργώντας με πρόθεση και έχοντας ως σκοπό τον πορισμό οικονομικού οφέλους, ενώθηκαν στις αρχές Μαΐου 2006, προκειμένου να διαπράξουν περισσότερα κακουργήματα, και συγκεκριμένα πράξεις σωματεμπορίας, όπως αυτή προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 351 Π.Κ. Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι από αυτούς α) το Μάιο του 2006 στην Αθήνα προσέλαβαν την υπήκοο Ρωσίας Y. Κ. με σκοπό να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή της και συγκεκριμένα την εγκατέστησαν σε διαμέρισμα στην επί της οδού ... πολυκατοικία στα ... και αποσπώντας τη συναίνεσή της, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση της εξαιτίας του ότι βρισκόταν σε ξένη χώρα, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα, και την αδήριτη ανάγκη της να εξεύρει χρήματα για βιοπορισμό, την ανάγκασαν να εκδίδεται σε πελάτες που οι ίδιοι της έβρισκαν, πραγματοποιώντας 2 - 3 συναντήσεις κάθε ημέρα έως την 15- 11-2006 που συνελήφθη, έναντι αμοιβής 100 - 150 ευρώ τη φορά για κάθε πελάτη, από τα οποία κρατούσε η ίδια 20 ευρώ, ένα μέρος εισέπραττε ο οδηγός που τη μετέφερε στον τόπο της ερωτικής συνάντησης και απέδιδε αυτός τα υπόλοιπα στους επικεφαλής της συμμορίας. β) στις αρχές Οκτωβρίου 2006 στην Αθήνα προσέλαβαν την υπήκοο Ρουμανίας Ρ. Υ. A. με σκοπό να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή της, και συγκεκριμένα την εγκατέστησαν σε διαμέρισμα στην οδό ... στο ... και αποσπώντας τη συναίνεσή της, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση της εξαιτίας του ότι βρισκόταν σε ξένη χώρα, χωρίς να γνωρίζει την γλώσσα και την αδήριτη ανάγκη της να εξεύρει χρήματα για βιοπορισμό, την ανάγκασαν να εκδίδεται σε πελάτες που οι ίδιοι της έβρισκαν, πραγματοποιώντας 4 - 7 συναντήσεις κάθε ημέρα, έως την 15-11-2006 που συνελήφθη, έναντι αμοιβής 100 - 150 ευρώ τη φορά για κάθε πελάτη, από τα οποία κρατούσε η ίδια 40 ευρώ, ένα μέρος εισέπραττε ο οδηγός που τη μετέφερε στον τόπο της ερωτικής συνάντησης και απέδιδε αυτός τα υπόλοιπα στους επικεφαλής της συμμορίας. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από Μάιο έως Νοέμβριο 2006 μετέφεραν και προώθησαν εντός της ελληνικής επικράτειας στην …άγνωστο αριθμό αλλοδαπών γυναικών, μεταξύ των οποίων μια Ρωσίδα υπήκοο ονόματι L. Κ., αγνώστων λοιπών στοιχείων, μια υπήκοο Ρουμανίας ονόματι E., αγνώστων λοιπών στοιχείων, μια αλλοδαπή υπήκοο αφρικανικής χώρας, αγνώστων στοιχείων, και, προσέλαβαν μια Ελληνίδα υπήκοο, ονόματι Β., αγνώστων λοιπών στοιχείων, με σκοπό να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, και αποσπώντας τη. συναίνεσή τους, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους και την αδήριτη ανάγκη τους να εξεύρουν χρήματα για βιοπορισμό, τις ανάγκασαν να εκδίδονται σε πελάτες που οι ίδιοι έβρισκαν για λογαριασμό τους έως την 15-11-2006, έναντι αμοιβής 100- 150 ευρώ τη φορά για κάθε πελάτη, από τα οποία κρατούσαν οι ίδιες 20 - 40 ευρώ, ένα μέρος εισέπρατταν οι οδηγοί που τις μετέφεραν στον τόπο της ερωτικής συνάντησης και απέδιδαν αυτοί τα υπόλοιπα στους επικεφαλής της συμμορίας. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος από αυτούς, δηλαδή ο Κ. Τ., διεύθυνε την όλη επιχείρηση και ήταν ο τελικός αποδέκτης των' χρημάτων, ο δεύτερος από αυτούς, δηλαδή ο Ε. Α., συγκέντρωνε τα χρήματα -από τις εκδιδόμενες γυναίκες, λαμβάνοντας σχετικό ποσόν από κάθε ερωτική συνάντηση ενώ οι τρίτος και τέταρτος εκτελούσαν χρέη οδηγών..... Στην ένωση των τεσσάρων αυτών προσώπων προείχε το προσωπικό στοιχείο, δεδομένου ότι ο Ε. Α. και ο Α. Σ. ήσαν εξάδελφοι του Κ. Τ., ενώ και ο Ε. Π. ήταν γνωστός του από συστάσεις μιας εργαζομένης στην επιχείρηση του BAR NOBLESSE, που αποτέλεσε τη νομιμοφανή έκφραση, τη "βιτρίνα" της αξιόποινης συμπεριφοράς του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν και ο ιθύνων νους της όλης εγκληματικής δραστηριότητας των κατηγορουμένων, και κατά συνέπεια, αφενός μεν η ομάδα δεν είχε τουλάχιστον τρία μέλη, αφετέρου δε κατά τη δράση της δεν διαμορφώθηκε μια νέα, ενιαία βούληση, αυτή της οργανώσεως, που κατευθυνόταν στην επίτευξη του κοινού σκοπού, αλλά ο συνολικός σχεδιασμός γινόταν από τον πρώτο κατηγορούμενο με τη συμπαράσταση και του τρίτου Ε. Α., ενώ οι τέταρτος και πέμπτος συνέδραμαν απλώς για την εκτέλεσή του. Κατ' ορθότερο λοιπόν νομικό χαρακτηρισμό και κατά μερική παραδοχή των ισχυρισμών των πιο πάνω κατηγορουμένων, η συμπεριφορά τους αυτή συνιστά απλή συμμορία και όχι εγκληματική οργάνωση. Περαιτέρω.... αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Κ. Τ. και Ε. Α., με τη συνδρομή των τετάρτου και πέμπτου...... στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος τέλεσαν το έγκλημα της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, και ειδικότερα με σκοπό να προβούν οι πρώτος και τρίτος στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, προσέλαβαν αλλοδαπές κατά κύριο λόγο γυναίκες, αποσπώντας τη συναίνεσή τους προς τούτο και εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους ως αλλοδαπών, που είχαν ανάγκη να εξεύρουν χρήματα προς βιοπορισμό, και συγκεκριμένα: α) το Μάιο του 2006 στην Αθήνα προσέλαβαν την υπήκοο Ρωσίας Y. Κ. με σκοπό να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή της, και συγκεκριμένα την εγκατέστησαν σε διαμέρισμα στην επί της οδού ... πολυκατοικία στα ... και αποσπώντας τη συναίνεσή της, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση της εξαιτίας του ότι βρισκόταν σε ξένη χώρα, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα, και την αδήριτη ανάγκη της να εξεύρει χρήματα για βιοπορισμό, την ανάγκασαν να εκδίδεται σε πελάτες που οι ίδιοι της έβρισκαν, πραγματοποιώντας 2 - 3 συναντήσεις κάθε ημέρα έως την 15-11-2006 που συνελήφθη, έναντι αμοιβής 100 - 150 ευρώ τη φορά για κάθε πελάτη, από τα οποία κρατούσε η ίδια 20 ευρώ, ένα μέρος εισέπραττε ο οδηγός που την μετέφερε στον τόπο της ερωτικής συνάντησης και απέδιδε αυτός τα υπόλοιπα στους πιο πάνω κατηγορουμένους. β) στις αρχές Οκτωβρίου 2006 στην Αθήνα προσέλαβαν την υπήκοο Ρουμανίας P. Y. A. με σκοπό να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή της, και συγκεκριμένα την εγκατέστησαν σε διαμέρισμα στην oδό ... στο ... και αποσπώντας τη συναίνεσή της, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση της εξαιτίας του ότι βρισκόταν σε ξένη χώρα χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα, και την αδήριτη ανάγκη της να εξεύρει χρήματα για βιοπορισμό, την ανάγκασαν να εκδίδεται σε πελάτες που οι ίδιοι της εύρισκαν, πραγματοποιώντας 4 - 7 συναντήσεις κάθε ημέρα, έως την 15-11-2006 που συνελήφθη, έναντι αμοιβής 100 - 150 ευρώ τη φορά για κάθε πελάτη, από τα οποία κρατούσε η ίδια 40 ευρώ, ένα μέρος εισέπραττε ο οδηγός που τη μετέφερε στον τόπο της ερωτικής συνάντησης και απέδιδε αυτός τα υπόλοιπα στους πιο πάνω κατηγορουμένους. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από Μάιο έως Νοέμβριο 2006 μετέφεραν και προώθησαν εντός της ελληνικής επικράτειας στην Αθήνα άγνωστο αριθμό αλλοδαπών γυναικών, μεταξύ των οποίων μια Ρωσίδα υπήκοο ονόματι L. Κ., αγνώστων λοιιπών στοιχείων, μια υπήκοο Ρουμανίας ονόματι E., αγνώστων λοιπών στοιχείων, μια αλλοδαπή υπήκοο αφρικανικής χώρας, αγνώστων στοιχείων, και προσέλαβαν μια Ελληνίδα υπήκοο, ονόματι Β., αγνώστων λοιπών στοιχείων, με σκοπό. να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, και αποσπώντας τη συναίνεσή τους εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους και την αδήριτη ανάγκη τους να εξεύρουν χρήματα για βιοπορισμό, τις ανάγκασαν να εκδίδονται σε πελάτες που οι ίδιοι έβρισκαν για λογαριασμό τους έως την 15-11-2006, έναντι αμοιβής 100 - 150 ευρώ τη φορά για κάθε πελάτη, από τα οποία κρατούσαν οι ίδιες 20 - 40 ευρώ, ένα μέρος εισέπρατταν οι οδηγοί που τις μετέφεραν στον τόπο- της ερωτικής συνάντησης και απέδιδαν αυτοί τα υπόλοιπα στους πιο πάνω κατηγορουμένους...... Οι πράξεις αυτές των πιο πάνω κατηγορουµένων κατ' ορθότερο νοµικό χαρακτηρισµό συνιστούν σωµατεµπορία κατά συρροή, εφόσον πρόκειται για την προσβολή προσωποπαγών εννόµων αγαθών, δεδοµένου ότι η συµπεριφορά τούτων στρεφόταν όχι µόνο εναντίον ενός µόνο προσώπου κατ' επανάληψη, αλλά κατά διαφορετικών φορέων, αφού παθούσες ήσαν όλες οι πιο πάνω αλλοδαπές...., πλην όµως το παρόν δικαστήριο δεσµεύεται από την εν λόγω κρίση του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση από πλευράς του Εισαγγελέα για τη µετατροπή της κατηγορίας από σωµατεµπορία κατά συρροή σε σωµατεµπορία κατ' εξακολούθηση, θα καθιστούσε χείρονα τη θέση των κατηγορουµένων. Τις πράξεις δε αυτές της από κοινού και κατ' εξακολούθηση σωµατεµπορίας ενεργούσαν οι πρώτος και τρίτος κατηγορούµενοι κατ' επάγγελµα, δεδοµένου ότι από την επανειληµµένη τέλεση των εν λόγω πράξεων προκύπτει ότι σκοπός τους ήταν ο πορισµός εισοδήµατος από αυτές... Κατόπιν όλων αυτών πρέπει.... να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις Α)οι πρώτος, τρίτος (ανωτέρω αναιρεσείων), τέταρτος και πέμπτος κατηγορούμενοι για συμμορία κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, Β) οι πρώτος και τρίτος για σωματεμπορία κατ' επάγγελμα από κοινού και κατ' εξακολούθηση....". Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ανωτέρω αναιρεσείοντα για τις πράξεις α)της συμμορίας και β)της από κοινού σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για την πρώτη πράξη και κάθειρξη πέντε ετών για τη δεύτερη και συνολική ποινή καθείρξεως 5 ετών και 3 μηνών με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 27 παρ.1, 45, 94, 98, 351 παρ. 1, 2 και 4 στοιχ. δ' και 187 παρ. 3 του ΠΚ όπως η παράγραφος 3 αναριθμήθηκε σε παράγραφο 5 με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3875/2010, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: Α)αναφορικά με το αδίκημα της συμμορίας: α)στην έννοια της ενώσεως με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων σωματεμπορίας περιλαμβάνεται η συμφωνία του αναιρεσείοντος με τους συγκατηγορουμένους του για τη διάπραξη αυτών, β)με την παραδοχή "ενεργώντας με πρόθεση και έχοντας ως σκοπό τον πορισμό οικονομικού οφέλους", πληρούται η απαιτούμενη αιτιολογία για την ύπαρξη δόλου του αναιρεσείοντος στην τέλεση του ως άνω αδικήματος, γ)ανεξαρτήτως του ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συμμορίας απαιτείται η ένωση με άλλον για την διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζομένου κακουργήματος ή πλημμελήματος (και όχι αναγκαίως περισσοτέρων), στην προκειμένη περίπτωση η ένωση του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του αφορούσε την κατά συρροή τέλεση αδικημάτων σωματεμπορίας, δ)η παραδοχή της προσβαλλομένης, ότι ο αναιρεσείων με τους συγκατηγορουμένους του ενώθηκαν με το σκοπό διάπραξης κακουργημάτων σωματεμπορίας δεν αντιφάσκει προς εκείνη ότι "την επιχείρηση διηύθυνε ο κατηγορούμενος Κ. Τ., εφόσον σαφώς δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη ότι ο συνολικός σχεδιασμός γινόταν από τον Κ. Τ. με τη συμπαράσταση του αναιρεσείοντος, ε)ορθά το Εφετείο προέβη στην μεταβολή της κατηγορίας από συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση σε συμμορία, εφόσον τα επιμέρους αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης. δικαιολογούν την μεταβολή αυτή. Β)αναφορικά με το αδίκημα της από κοινού και κατ' επάγγελμα εξακολουθητικής σωματεμπορίας: α)δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από το γεγονός ότι το Εφετείο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συμμορίας προς διάπραξη των κακουργημάτων σωματεμπορίας δέχθηκε ότι τις αλλοδαπές Y. K. και P. Y. A. μετέφεραν και προώθησαν εντός της ελληνικής επικράτειας ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του ενώ αντίθετα για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της σωματεμπορίας δέχθηκε ότι οι γυναίκες αυτές "ευρίσκοντο στην Ελλάδα". Και τούτο διότι η εξειδίκευση του αδικήματος της σωματεμπορίας δεν ήταν αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συμμορίας, έτσι ώστε να μην ασκεί έννομη επιρροή στην αιτιολογία της αποφάσεως η ως εκ περισσού αναφορά περί μεταφοράς και προώθησης των ανωτέρω αλλοδαπών γυναικών, β)προκύπτει επίσης από τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του, που ήταν να εκδίδονται οι αλλοδαπές γυναίκες αντί αμοιβής, την οποία καρπωνόταν αυτός και ο συγκατηγορούμενός του, χρησιμοποίησε ως τρόπο τέλεσης των πράξεων της σωματεμπορίας την παράσυρση των γυναικών εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους ως αλλοδαπές να εξεύρουν χρήματα προς βιοπορισμό με την έννοια προφανώς της πληρωμής αυτών, η δε αναφορά της συναινέσεως αυτών δεν υποδηλώνει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως τρόπο τελέσεως των πράξεων της σωματεμπορίας και τη συναίνεση αυτών με απατηλά μέσα, ώστε να υφίσταται αντιφατική αιτιολογία από τις προεκτεθείσες παραδοχές που να στοιχειοθετεί έλλειψη νόμιμης βάσης, γ) δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η ειδικότερη αναφορά των στοιχείων των λοιπών, πλην των ειδικώς κατονομαζομένων, αλλοδαπών γυναικών και της ελληνίδας υπηκόου, δ)από την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Κ. Τ. εύρισκαν τους πελάτες στις εκδιδόμενες γυναίκες και ότι σε αυτούς απέδιδαν οι οδηγοί που τις μετέφεραν στους τόπους της ερωτικής συνάντησης τα υπόλοιπα χρήματα μετά την αφαίρεση του αναλογούντος σ' αυτούς και τις εκδιδόμενες γυναίκες μέρους, συνάγεται η από κοινού τέλεση της πράξης της σωματεμπορίας και όχι απλώς η παροχή υλικής συνδρομής του αναιρεσείοντος στον Κ. Τ., στοιχειοθετούσα γι' αυτόν το αδίκημα της απλής συνέργειας. και ε)με τις παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του ενήργησαν με σκοπό να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευση των αλλοδαπών γυναικών, επαρκώς αιτιολογείται η ύπαρξη του δόλου προς τέλεση των εγκλημάτων σωματεμπορίας, ενώ εξάλλου επαρκώς αιτιολογείται και η κατ' επάγγελμα τέλεση των πράξεων της σωματεμπορίας αφού γίνεται δεκτό ότι με την επανειλημμένη τέλεση των εν λόγω πράξεων, προκύπτει ότι ο σκοπός του αναιρεσείοντος ήταν ο πορισμός εισοδήματος από αυτές. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, υπό στοιχεία Β, Γ, Δ και Ε λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Κ. Α. με παράλληλη καταδίκη αυτού στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 14 Φεβρουαρίου 2011 και 2 Φεβρουαρίου 2012 αιτήσεις των Κ. Τ. και Ε. Α. αντίστοιχα περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 468/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ