Αριθμός 1864/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Θ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βιολέτα Βασιλάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 683/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4774/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 21-12-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 21-12-2022 με αριθμ. καταθ. 10240/1175/21-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, με αριθμό 4774/23-7-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη αυτή απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ'ουσία την από 3-10-2017 και με αριθ. καταθ. 583002/ 505254/2017 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθ. 683/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση, η από 30-12-2015 με αριθμ. εκθ. κατ. 121144/4622/2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό των αιτημάτων της : α) είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κύρια, από το άρθρο 6 του ν.3717/2008, βάση του πρώτου, κύριου, αιτήματός της, και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό 18.425,35 ευρώ και είχε αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλει και το ποσό των 202.678,85 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως οφειλόμενο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 ν. 3717/2008, ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης και β) είχε απορριφθεί κατά τα λοιπά ι) ως νομικά αβάσιμη, κατά την πρώτη επικουρική βάση του πρώτου αιτήματός της, εκ της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, συνισταμένης στην παράνομη και υπαίτια παράλειψη των οργάνων του να καταβάλουν εντός της νόμιμης προθεσμίας των δύο μηνών το αιτούμενο ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης, και συνακόλουθα κατά το κεφάλαιο της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ύψους 10.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, και κατά την δεύτερη επικουρική βάση του πρώτου αιτήματός της, εκ των αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, και ιι) ως αόριστη, κατά την αιτούμενη αποζημίωση, ποσού 10.000 ευρώ, με επίκληση βλάβης του ενάγοντος από την απαξιωτική στο πρόσωπό του παράλειψη των οργάνων του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος, υπαλλήλων της Δημόσιας Υπηρεσίας του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, αλλά και του άρθρου 4 του ν.2690/1999, να απαντήσουν εντός της άνω νόμιμης προθεσμίας στο υποβληθέν αίτημά του για καταβολή του ανωτέρω ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης. Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, αυτή δε δημοσιεύτηκε στις 23-7-2020. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις 21-12-2022, δηλαδή μετά τη πάροδο διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά 4 μήνες και 28 ημέρες, πλην όμως είναι εμπρόθεσμη, διότι κατά το χρόνο της άσκησής της δεν είχε συμπληρωθεί η διετής καταχρηστική διετής προθεσμία του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, λόγω της αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144 ΚΠολΔ, σε συνδ.με αρθ.83 παρ.1 εδ.α του ν.4790/2021 και 25 του ν.4792/2021). Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2). Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων διεπομένων από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989). Στις διαφορές αυτές υπάγονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας της και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995 ΑΕΔ 3/2004). Αντίθετα ιδιωτικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 159/2021, ΑΠ 202/2021, ΑΠ 356/2020, ΑΠ 485/2008, ΑΠ 1485/2008, ΑΠ 1800/1987). Εξ άλλου σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ.2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τη λέξη "ιδίως", διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. η του Ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. θ του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012). Επίσης από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ανέκυψε διαφορά προς καταβολή αποζημίωσης για παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) οργάνων του δημοσίου, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ζημία από τη μη καταβολή αποδοχών ή άλλων παροχών σε πρόσωπο συνδεόμενο με το Δημόσιο κλπ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (λ.χ. με την παράλειψη έκδοσης της αναγκαίας προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή με την έκδοση αυτής με μη σύννομο περιεχόμενο), οπότε η επικαλούμενη παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή έργου, η ούτω προκύψασα διαφορά συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004). Εάν, αντιθέτως, η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία έχει νομοθετηθεί κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος [και μάλιστα στο πλαίσιο νομοθέτησης δέσμης μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα], οι προκύπτουσες διαφορές από τη μη καταβολή της παροχής αυτής, είτε στηρίζονται απ' ευθείας στις διατάξεις του νόμου που την προβλέπουν, είτε αφορούν την καταβολή αποζημίωσης από παράνομη παράλειψη των οργάνων της διοίκησης να προβούν στην έκδοση της τυχόν αναγκαίας εκτελεστής διοικητικής πράξης για την καταβολή αυτής, συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Δεν υφίσταται δε έδαφος εφαρμογής του κριτηρίου της υποκειμένης σχέσης στην περίπτωση αυτή, καθότι ο δικαιούχος της ως άνω παροχής, πέραν του ως άνω χαρακτήρα της ως δημοσίου δικαίου, δεν συνδέεται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τον υπόχρεο προς καταβολή αυτής δημόσιο φορέα. Επομένως στην περίπτωση αυτή είναι αδιάφορο το εάν ο δικαιούχος της ως άνω παροχής συνδεόταν με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση, της οποίας έπαυσε η λειτουργία και της οποίας η οικονομική αδυναμία για καταβολή προβλεπόμενων από την εργατική νομοθεσία παροχών στους απασχολουμένους σε αυτήν μισθωτούς οδήγησε το Δημόσιο στη θέσπιση μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα, αναλόγου περιεχομένου, προς ανακούφιση των μισθωτών αυτών, ή το εάν η θέσπιση των μέτρων αυτών αφορούσε μόνο τη συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών που απασχολούντο στην επιχείρηση αυτή, αφού τα ανωτέρω ανάγονται στο σκοπό της θέσπισης της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Τέλος διοικητική διαφορά ουσίας είναι και η προκύπτουσα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, όταν η υποκειμένη σχέση είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/2016 ΑΕΔ 12/2013, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 2/1993). Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α 216) ορίσθηκε ότι "Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920 και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν οι αιτούντες την εκκαθάριση, οι οποίοι συνυποβάλλουν στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο δικαστήριο δήλωση του προτεινόμενου εκκαθαριστή ότι αποδέχεται την υπόδειξή του ως εκκαθαριστή". Εξάλλου, με την διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 ορίσθηκε ότι "Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της, ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης. Ο εκκαθαριστής διοικεί, διαχειρίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση. Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται κατά τα ανωτέρω, πλην περιπτώσεων καταγγελίας συμβάσεως για τέλεση ποινικού αδικήματος ή συνεπεία τελέσεως σοβαρής παραβιάσεως συμβατικής υποχρεώσεως. Οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις μπορούν να θεσπίζουν τα ίδια μέτρα και για συμβάσεις οι οποίες λύθηκαν ή ανεστάλησαν σύμφωνα με τα παραπάνω έως και έξι μήνες πριν από τη θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση". Επακολούθησε ο Ν. 3717/2008 (ΦΕΚ Α 239) "Κοινωνικές ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους στις εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε." και άλλες διατάξεις", με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου αυτού και υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί", ορίστηκε ότι : (1). "Σημερινοί Εργοδότες" οι εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", (2) "Αρχικοί εργοδότες" οι εταιρείες "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε", "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", "Ολυμπιακή Τουριστική ΑΕ", "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ", "OLYMPIC CATERING A.E." ... (3). "Τακτικό Προσωπικό": το με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, καθώς και οι με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόροι ή νομικοί σύμβουλοι των Σημερινών Εργοδοτών ... (4). Εποχικό Προσωπικό: ... (5). "Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές" : το ποσό που ισούται με το βασικό μηνιαίο μισθό και τα τακτικά μηνιαία επιδόματα τα οποία καταβάλλονται σε κάθε εργαζόμενο και τα οποία ισχύουν με βάση συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή εξομοιούμενες με συλλογικές συμβάσεις εργασίας διαιτητικές αποφάσεις την 1.10.2008, προσαυξημένο κατά 2,5%. Στα επιδόματα αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού .... (6) "Ισοδύναμες Μηνιαίες αποδοχές" : ... (7). "Κρίσιμη Ημερομηνία" : η ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης με την οποία καθεμία από τις Εταιρείες που είναι Σημερινοί Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α'), που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α'), όπως ισχύει." Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του νόμου αυτού (ν.3717/2008), όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη παρ. 5, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ.4 του Ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α 141), ορίστηκε ότι "(Παρ. 1), στους ανήκοντες στο Τακτικό και Εποχικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών εργαζομένους, των οποίων οι συμβάσεις με την επιχείρηση λύονται ή καταγγέλλονται μετά την Κρίσιμη Ημερομηνία, καταβάλλεται εντός διμήνου από την υποβολή της αίτησης της επόμενης παραγράφου 2 εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης..." και περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 περ.α' του ιδίου νόμου (ν. 3717/2008) και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 του ως άνω νόμου εκδοθείσα Κ.Υ.Α. με αριθ. Φ10621/οικ.23964/1972 [ΦΕΚ Β' 21 58/2.10.2009], οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό (δηλαδή το προσωπικό που συνδέεται με τους Εργοδότες με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) κατά την Κρίσιμη Ημερομηνία και κατέχοντες την ειδικότητα του Ιπτάμενου χειριστή την 1.10.2008 έχουν δικαίωμα σε ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης επιπρόσθετο των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 (σχετικά με την ειδική επιδότηση ανεργίας βάσει προγράμματος του ΟΑΕΔ μετά την αναγγελία των σ' αυτόν ως άνεργοι), το οποίο υπολογίζεται και καταβάλλεται ως ακολούθως: Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα και υποβάλουν αίτηση για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος εντός δωδεκαμήνου από την Κρίσιμη Ημερομηνία, [δηλαδή την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής αποφάσεως με την οποία καθεμία από τις εταιρείες που είναι Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α'), που προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α')], το πρόσθετο ποσό κοινωνικής ενίσχυσης ισούται με το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) των Ισοδύναμων Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένων κατά ένα έκτο (1/6), από το οποίο αφαιρείται η μηνιαία σύνταξη του πρώτου πλήρους ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβαν σύνταξη γήρατος, του όλου ποσού πολλαπλασιαζομένου επί εβδομήντα δύο [72]. Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε 72 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο τέλος κάθε μήνα. Σε περίπτωση κατά την οποία έχει συμπληρωθεί εξαετία από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή ο δικαιούχος αναλάβει εργασία μετά την υποβολή της αιτήσεως για συνταξιοδότηση ή υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, δεν δικαιούται να λάβει το τμήμα της πρόσθετης ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο αντιστοιχεί στους μήνες που έπονται της ημερομηνίας συμπλήρωσης εξαετίας από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή της ημερομηνίας ανάληψης εργασίας ή της ημερομηνίας συμπλήρωσης του 60ού έτους της ηλικίας του. Το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης βεβαιώνει ο οικείος εκκαθαριστής, ο οποίος εκδίδει σχετικές βεβαιώσεις κατόπιν αιτήσεων των ενδιαφερομένων, και εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή τους, στις οποίες αναγράφεται ο αναλυτικός υπολογισμός του βεβαιουμένου ποσού. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 της ως άνω με αριθμό Φ 10621/οικ. 23964/1972 /2009 Κ.Υ.Α. για τον υπολογισμό του ποσού της μηνιαίας σύνταξης, η οποία θα αφαιρείται από το ποσό των ανωτέρω ισοδυνάμων Μηνιαίων Αποδοχών για τον προσδιορισμό του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, ο δικαιούχος υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης στην Κεντρική Υπηρεσία Συντάξεων του ΙΚΑ. Η Κεντρική Υπηρεσία του ΙΚΑ υποχρεούται να εκδίδει εντός προθεσμίας 60 ημερών σχετική βεβαίωση. Η βεβαίωση αυτή, η οποία κοινοποιείται από το ΙΚΑ αποτελεί προσάρτημα του εγγράφου του εκκαθαριστή, με το οποίο προσδιορίζεται το ύψος του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, η οποία καταβάλλεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το αργότερο εντός 2 μηνών από την υποβολή της αιτήσεως και απαλλάσσεται από κάθε μορφής φόρο, τέλος ή παρακράτηση. Ακόμη, για την επέλευση των συνεπειών από την ανάληψη εργασίας, απαιτείται αυτή να είναι μεταγενέστερη της υποβολής της σχετικής αίτησης για συνταξιοδότηση (βλ. άρθρ. 11 παρ. 2 Ν. 3783/2009 ΦΕΚ Α' 136/7.8.2009 που προσέθεσε σχετικό εδάφιο στο τέλος της περίπτωσης α της παρ.1 του άρθρου 6 του ν.3717/2008). Εξ άλλου, ως "ισοδύναμες μηνιαίες αποδοχές" ορίζεται το ποσό που ισούται με τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, που ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 5 του ίδιου νόμου και συγκεκριμένα ο βασικός μισθός και τα τακτικά μηνιαία επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται σε κάθε εργαζόμενο και τα οποία ισχύουν με βάση συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις την 1.10.2008 προσαυξημένες κατά 2,5% μετ'αφαίρεση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, τυχόν εισφορών υπέρ ΟΓΑ και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον εργαζόμενο κατά περίπτωση (άρθρο 1 παρ.6 ν.3717/2008). Δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών και αδείας στις τακτικές αποδοχές. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 3717/2008, του οποίου οι νομοθετικές ρυθμίσεις κατά την Αιτιολογική του Έκθεση στόχο έχουν την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις εταιρείες του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής και θέσης των εταιρειών του Ομίλου υπό ειδική εκκαθάριση, θεσπίσθηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζομένους στις ως άνω εταιρείες (ΟλΣτΕ 2112/2014), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η χορήγηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 6 ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης στους ιπτάμενους χειριστές, λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και τη δυσκολία εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους αζημίως μετά τη θέση σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης των εν λόγω εργοδοτριών εταιρειών, τούτο δε το ποσό προβλέφθηκε επιπρόσθετα του αναφερόμενου στο άρθρο 4 εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο καταβάλλεται σε όλους τους μισθωτούς των εταιρειών αυτών, ως αντιστάθμισμα για την μη καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Η αξίωση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη του άρθρου 6 του ν.3717/2008 ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης -όπως και του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 4 του ιδίου νόμου- δεν απορρέει από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά απορρέει ευθέως από το νόμο (άρθρο 6 του Ν.3717/2008), αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων) για την ενίσχυση ειδικής κατηγορίας εργαζομένων (ιπταμένων χειριστών) λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και της δυσκολίας εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο, καλύπτεται από τον κρατικό Υπολογισμό και υπόχρεος για την καταβολή δεν είναι η εργοδότρια εταιρεία, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας, οι δε αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσης, ρυθμιζόμενες από το δημόσιο δίκαιο. Συνεπώς οι προκύπτουσες από τη χορήγηση ή μη της εν λόγω κοινωνικής παροχής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου διαφορές συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας, υπαγόμενες στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 8/2023, ΑΠ 202/2021, ΑΠ 159/2021, ΑΠ 732/2020, ΑΠ 543/2020, ΑΠ 1116/2021, ΑΠ 356/2020, ΑΠ 576/2020, ΑΠ 1323/2020 ΣτΕ 1963/2022). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, με την επιφύλαξη του παρεμπίπτοντος ελέγχου του κύρους διοικητικής πράξης, περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται, απαγορεύεται κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις υπαγόμενες στα διοικητικά δικαστήρια και ότι αγωγή που αφορά διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως εάν εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 1/2018, Ολ.ΑΠ 5/1995, ΑΠ 8/2023, ΑΠ 159/2021, ΑΠ 1666/2014). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 30-12-2015 αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ιπτάμενος χειριστής αρχικά στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ", της οποίας ο πτητικός κλάδος αποσχίσθηκε με τον αναγκαστικό νόμο 3185/2003 και απορροφήθηκε από την εταιρία "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ", η οποία μετονομάστηκε σε "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ", με συνέπεια την εκ του νόμου μεταφορά του στο τακτικό προσωπικό της εταιρίας αυτής. Ότι η τελευταία, τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, κατά το άρθρο 14Α του Ν. 3429/2005, και η εκκαθαρίστριά της κατήγγειλε αζημίως, στις 15.12.2009, την άνω σύμβασή του, εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14Α του Ν. 3429/2005. Ότι με το νόμο 3717/2008 θεσπίστηκαν μέτρα κοινωνικής προστασίας για τους εργαζομένους της άνω εταιρίας, όπως και ο ίδιος, και δικαιούται το από το άρθρο 6 του ν.3717/2008 προβλεπόμενο ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης για τους ιπτάμενους χειριστές, καθόσον ανήκε στο τακτικό προσωπικό της κατά την κρίσιμη ημερομηνία (2-10-2009), κατείχε την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή την 1-10-2008, υπέβαλε εμπρόθεσμα αίτηση για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, χωρίς να έχει συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του και να έχει αναλάβει άλλη εργασία, και για την καταβολή του υπέβαλε στις 14-1-2011 αίτηση στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, με όλα τα αναφερόμενα, απαιτούμενα δικαιολογητικά, πλην όμως, ουδέποτε του καταβλήθηκε το αιτούμενο ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, ούτε καν έλαβε απάντηση στο άνω αίτημά του, με συνέπεια το εναγόμενο να καταστεί υπερήμερο, με την πάροδο της νόμιμης, δίμηνης προθεσμίας, στις 14-3-2011, όταν όφειλε να αρχίσει να του καταβάλει τις μηνιαίες ισόποσες δόσεις του ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, ύψους 3.685,07 ευρώ η κάθε μία. Ότι το συνολικό ποσό κοινωνικής ασφάλισης το δικαιούται καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα των 60 μηνών- (από την απονομή της σύνταξής του στις 20-9-2010 έως και τις 2-10-2015 που συμπληρώνεται εξαετία από τη θέση της εταιρίας σε εκκαθάριση)-λόγω του ότι η κατάργησή του, και δη αναδρομικά από τις 31-12-2012, με το ν.4254/2014 είναι αντισυνταγματική, και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (3685,07 ευρώ κάθε μηνιαία δόση Χ 60 μήνες-δόσεις=) 221.104,20 ευρώ, άλλως, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί συνταγματική η κατάργησή του με το ν.4254/2014, (ανέρχεται) στο συνολικό ποσό των 99. 496,89 ευρώ (3.685,07 ευρώ Χ 27 μήνες-δόσεις μέχρι την κατάργησή του στις 31-12-2012). Ότι η μη καταβολή του ανωτέρω ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης από το Ελληνικό Δημόσιο συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη των οργάνων του, κατ'άρθρον 105 του ΕισΝΑΚ, που του προκάλεσε ισόποση ζημία, ως και ηθική βλάβη, και επιπρόσθετα, λόγω της βλάβης που υπέστη από την απαξιωτική προς το πρόσωπό του υπαίτια παράλειψη των οργάνων του-υπαλλήλων της Δημόσιας Υπηρεσίας του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, αλλά και του άρθρου 4 του ν.2690/1999, να απαντήσουν εντός της νόμιμης προθεσμίας στο υποβληθέν αίτημά του για καταβολή του ανωτέρω ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, δικαιούται αποζημίωση 10.000 ευρώ. Κατόπιν τούτων ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής του, α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο του καταβάλει μέρος του οφειλόμενου ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, ύψους 18.425,35 ευρώ που αντιστοιχεί στις μηνιαίες δόσεις από 20-9-2010 μέχρι και την 20-1-2011 και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό αυτού, ύψους 202.678,85 ευρώ, που αντιστοιχεί στις μηνιαίες δόσεις του από 20-2-2011 έως 2-10-2015, άλλως το ποσό των 81.071,54 ευρώ που αντιστοιχεί στις μηνιαίες δόσεις του από 20-2-2021 έως 31-12-2012, κυρίως με βάση το άρθρο 6 ν.3717/2008, άλλως ως αποζημίωση λόγω της αδικοπρακτικής του ευθύνης από την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ'άρθ. 105 ΕισΝΑΚ, άλλως ως απόδοση ισόποσου αδικαιολόγητου πλουτισμού του σε βάρος της περιουσίας του, β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των οργάνων του και γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη από την κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και του άρθρου 4 του ν.2690/1999 παράλειψη των οργάνων του να απαντήσουν στο αίτημά του για καταβολή του επιδίκου ποσού ειδικής κοινωνικής ασφάλισης, νομιμοτόκως. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η ως άνω αγωγή, τόσο με την κύρια, από το άρθρο 6 του ν.3717/2008, βάση του πρώτου αιτήματός της, όσο με τις δύο επικουρικές βάσεις αυτού, εκ των αδικοπραξιών και του αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και με όλα τα λοιπά αιτήματά της, της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης και αποζημίωσης κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, εισάγει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, διοικητική διαφορά ουσίας και συνακόλουθα δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα η αγωγή κατά την κύρια βάση του πρώτου αιτήματός της, έχει ως αντικείμενο την καταβολή του ανωτέρω ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο προβλέπεται από το νόμο (άρθ. 6 του Ν. 3717/2008) προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας) και επομένως η απορρέουσα από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης αξίωση του ενάγοντος, ο οποίος δεν συνδέεται άλλωστε με τους υπόχρεους για την καταβολή της δημοσίους φορείς του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με σχέση εργασίας, ή με οποιαδήποτε άλλη σύμβαση, ιδιωτικού δικαίου, τυγχάνει διοικητική διαφορά ουσίας και ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο. Επίσης η αγωγή δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων α) τόσο κατά την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί, επικουρικά ως προς πρώτο αίτημά της, και κυρίως ως προς τα λοιπά αιτήματά της, βάση της από αδικοπραξία, καθόσον η ιστορούμενη στην αγωγή παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου τελέσθηκε σε συνάρτηση με την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας του και δεν συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του, ούτε οφείλεται κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή σε προσωπικό πταίσμα οργάνων του ενεργησάντων εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, β) όσο και κατά την δεύτερη επικουρική του πρώτου αιτήματός της, βάση της, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι η υποκειμένη σχέση του επικαλούμενου πλουτισμού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, είναι κατά τα ανωτέρω σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΠ 8/2023, ΑΠ 543/2020). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης μόνο κατά την κύρια, από το άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3717/2008), βάση του πρώτου αιτήματος της αγωγής, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που το είχε δεχθεί κατ'ουσίαν και είχε απορρίψει όλα τα λοιπά αγωγικά αιτήματα, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 4774/2020 απόφασή του απέρριψε τον ενώπιον του επαναφερθέντα με τον πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ισχυρισμό περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, με το σκεπτικό ότι η ένδικη διαφορά είναι ιδιωτικού χαρακτήρα, διότι η προβλεπόμενη από το ν. 3717/2008 παροχή της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης συναρτάται και έχει ως υπόβαθρο τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνέδεε τον ενάγοντα, με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή, με την εργοδότριά του εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε." και την καταγγελία της ως άνω σύμβασης αζημίως εκ μέρους της ειδικής εκκαθαρίστριας αυτής και ως εκ τούτου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 1 εδ. α και 2 του ΚΠολΔ, 1 του Ν. 1406/1983 και 6 του Ν. 3717/2008. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης με, επίκληση της πλημμέλειας αυτής της προσβαλλόμενης απόφασης, από το αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Στο ίδιο επίσης σφάλμα υπέπεσε και η με αρ. 683/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε με την ίδια αιτιολογία τον περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια προέβη στην εκδίκαση της διαφοράς και α) απέρριψε την αγωγή ι) ως μη νόμιμη, κατά την πρώτη επικουρική βάση του πρώτου αιτήματός της, εκ των αδικοπραξιών διατάξεων, και συνακόλουθα και ως προς το αίτημα επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, και ως προς την δεύτερη επικουρική βάση του πρώτου αιτήματος, εκ των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και ιι) ως αόριστη ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης ποσού 10.000 ευρώ λόγω παράβασης της αρχής χρηστής διοίκησης και του αρθ.4 του ν.2690/1999, β) δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, μετά τον γενόμενο περιορισμό του αιτήματος αυτής, ως βάσιμη κατ' ουσία κατά την κύρια βάση του πρώτου, κύριου, αιτήματός της, εκ του άρθρου 6 Ν.3717/2008, και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο, από το συνολικό οφειλόμενο ποσό της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το ποσό των 18.425,35 ευρώ, που αντιστοιχεί στις μηνιαίες δόσεις του από 20-9-2010 μέχρι 20-1-2011 και αναγνώρισε ότι οφείλει να του καταβάλει το υπόλοιπο, ποσού 202.674,85 ευρώ, που αντιστοιχεί στις μηνιαίες δόσεις του από 20-2-2011 έως 2-10-2015, με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής. Με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για υπέρβαση δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα ν' ασχοληθούν με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή συναναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει αυτός την αγωγή (ΑΠ 8/2023, ΑΠ 159/2021, ΑΠ 543/2020). Εν όψει των εκτιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθούν η προσβαλλόμενη με αριθ. 4774/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και η επικυρωθείσα από αυτή με αριθ. 683/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έχει το ίδιο σφάλμα και στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί η από 30-12-2015 με αριθμ. εκθ. καταθ. 121144/4622/2015 αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα για την παρούσα αναιρετική δίκη, αλλά αυτά για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179, 183), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ως προς το ζήτημα συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τις αποφάσεις με αριθ. 4774/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και με αριθ. 683/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών) Απορρίπτει την από 30-12-2015 και με αριθ. εκθ. καταθ. 121144/4622/2015 αγωγή. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ