Αριθμός 874/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων : 1. Κ. Χ. του Χ. και 2. Γ. Χ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Γεώργιο Τσολάκο και Θωμά Οικονόμου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ,2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:1. Π. Κ. του Χ., 2. Π. Τ. του Σ. συζ. Π. Κ. , για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους Σ. Κ., ως ασκούντες την γονική μέριμνα αυτής, 3.Σ. Κ., του Π., εκπροσωπούμενη από τους γονείς της Π. Κ. και Π. Τ., οι οποίοι ασκούν από κοινού την γονική μέριμνα αυτής, όλοι κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Βρεττού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.4. Σ. χήρας Χ. Κ., το γένος Δ. Π., και 5. Θ. χήρας Σ. Τ., το γένος Κ., κατοίκων ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 17-11-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3077/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2367/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 1-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τετάρτου λόγου αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ... '/7-12-2012 και ... '/7-12-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λευκάδος …που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (8-2-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στην τετάρτη αναιρεσίβλητη Σ. χήρα Χ. Κ., το γένος Δ. Π. και στην πέμπτη αναιρεσίβλητη Θ. χήρα Σ. Τ., το γένος Κ. Επομένως, εφ' όσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 2367/2010 απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: Στις 8.9.04 και περί ώρα 19.00' ο δεύτερος των εναγόμενων με την από 15.10.05 κύρια αγωγή και την από 17.11.05 παρεμπίπτουσα αγωγή Χ. Κ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που ανήκε στην ιδιοκτησία του πρώτου των εναγόμενων με τις παραπάνω αγωγές πατέρα του, Π. Κ., από τον οποίο και είχε προστηθεί, εκινείτο στην κεντρική οδό του ... με κατεύθυνση τη ... Η παραπάνω επαρχιακή οδός είναι καλυμμένη με άσφαλτο, εκτείνεται σε ευθεία γραμμή τουλάχιστον 600 μέτρων, είναι κατωφερική και με κυμαινόμενο πλάτος στα διάφορα σημεία της. Στην παραπάνω μοτοσυκλέτα που ήταν ασφαλισμένη από την τρίτη εναγόμενη με την κύρια αγωγή ασφαλιστική εταιρία ("ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ") και ενάγουσα με την από 17.11.05 παρεμπίπτουσα αγωγή επέβαινε και ο Π. Κ., υιός των πρώτου και δεύτερης των κυρίως εναγόντων, αδελφός της τρίτης και εγγονός των τέταρτης και πέμπτης εξ αυτών. Την ίδια χρονική στιγμή σε ένα μικρό ανώνυμο αγροτικό δρόμο, ο οποίος τέμνει καθέτως την παραπάνω κεντρική οδό σε σχήμα "Τ", με την κεντρική δηλαδή οδό να αποτελεί την κορυφή του "Τ", εφόσον η ανώνυμη αγροτική οδός δεν συνεχιζόταν πέραν της κεντρικής οδού, εκινείτο το υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πέμπτος των εναγόμενων Γ. Χ. με την από 15.10.05 κύρια αγωγή, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του δεύτερου εξ αυτών πατέρα του Κ. Χ. από τον οποίο και είχε προστηθεί, ασφαλισμένο για τις από τη λειτουργία του σε τρίτους προκαλούμενες ζημίες και σωματικές βλάβες στην έκτη των εναγόμενων ασφαλιστική εταιρία "ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Όταν η μοτοσυκλέτα απείχε περί τα 40,50 μέτρα από την παραπάνω οδική συμβολή, το ΙΧΦ αυτοκίνητο δεν μείωσε την ταχύτητά του φθάνοντας στο τέλος της ανώνυμης οδού, προκειμένου ο οδηγός του από το συγκεκριμένο σημείο να ελέγξει για την κίνηση οχημάτων επί της κεντρικής οδού και στη συνέχει να συνεχίσει την προδιαγεγραμμένη πορεία του, αν και έναντι τούτων είχε προτεραιότητα διέλευσης σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες νομικές σκέψεις, αλλά με την ίδια ταχύτητα εισήλθε εντός του οδοστρώματος περί τα 3,80 μέτρα όπου και ακινητοποιήθηκε. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας λόγω της απειρίας και της υπερβολικής του ταχύτητας όπως αναλυτικότερα ευθύς στη συνέχεια θα εξηγηθεί, μόλις αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο πέδησε κατά τρόπο βίαιο και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη μοτοσυκλέτα στην κανονική της κατεύθυνση, με αποτέλεσμα αυτή να ανατραπεί, να πέσει στο οδόστρωμα όπως και ο επιβάτης Π. Κ., ο οποίος αφού σύρθηκε σε απόσταση 17,60 μ. προσέκρουσε με δύναμη στο κάτω μέρος της αριστερής θύρας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, παθαίνοντας σοβαρές κακώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος του, που είχαν ως συνέπεια το άμεσο θάνατό του. Συνυπαίτιοι του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του κατ' αυτό επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού του Π. Κ., τυγχάνουν αμφότεροι οι εναγόμενοι οδηγοί των παραπάνω οχημάτων, διότι δεν επέδειξαν στην κρινόμενη ατομική περίπτωση, την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία ώφειλαν και μπορούσαν, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις να επιδείξουν, σύμφωνα με τους ακόλουθους συλλογισμούς. Ειδικότερα, ο εναγόμενος οδηγός του υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Γ. Χ. τυγχάνει συνυπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος σε ποσοστό 30%, διότι όταν έφθασε στην παραπάνω οδική συμβολή σε σχήμα "Τ", εισήλθε με την ίδια ταχύτητα εντός του οδοστρώματος της κεντρικής οδού επί της οποίας εκινείτο η μοτοσυκλέτα, ενώ έπρεπε να είχε μειώσει την ταχύτητά του και να ελέγξει για τυχόν κίνηση άλλων οχημάτων επί της ανώνυμης οδού πριν εισέλθει σ' αυτή. Η εν λόγω, μεγάλου μήκους (των 3,80 μέτρων) είσοδός του στο οδόστρωμα της κεντρικής οδού πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο αιφνίδιο και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί αν μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση άλλων οχημάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί στον οδηγό της μοτοσυκλέτας Χ. Κ. αίσθημα ανασφάλειας και φόβου, πράγμα το οποίο σε συνδυασμό με την στη συνέχεια εξειδικευόμενη αμελή συμπεριφορά του τελευταίου, είχε ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του απώλεια του ελέγχου της μοτοσυκλέτας και την ανατροπή της. Εξάλλου, στο προαναφερόμενο ατύχημα ο οδηγός της υπ' αρ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Χ. Κ. συνετέλεσε σε ποσοστό 70%, καθόσον έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το όριο των 50 χλμ. Ειδικότερα, με βάση το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας που ανήλθαν στα 23 μέτρα και τη στεγνή ασφάλτινη επικάλυψη του οδοστρώματος με συντελεστή τριβής 0,70, η ταχύτητα του παραπάνω οχήματος προσδιορίζεται σε 62 χλμ/ωρ (με βάση το στην πράξη χρησιμοποιούμενο και διεθνώς αποδεκτό νομογράφημα του Ινστιτούτου Τροχαίας του Πανεπιστημίου του Ιλλινόϊς των ΗΠΑ). Πλην όμως αν δεν ανατρεπόταν η μοτοσυκλέτα τα ίχνη τροχοπεδήσεως θα είχαν μεγαλύτερο μήκος, πράγμα το οποίο κατά λογική αναγκαιότητα θα οδηγούσε στην εξαγωγή συμπεράσματος για μεγαλύτερη ταχύτητα της, η οποία και ευνοείτο από την κατωφερική κλίση του οδοστρώματος (βλ. και την από 8.9.04 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ν. Γ. που αναφέρει ότι η μοτοσυκλέτα εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα γιατί ήταν κατηφόρα). Ακόμη ο ηλικίας 18 ετών οδηγός Χρ. Κ. , μη οδηγώντας με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, λόγω και της απειρίας και της μη πλήρους εξοικειώσεώς του με την οδήγηση του εν λόγω οχήματος για το οποίο δεν κατείχε την νόμιμη άδεια, δεν φρόντισε να μειώσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι προσέγγιζε ισόπεδο οδικό κόμβο σε σχήμα "Τ" και εκινείτο επί της τεμνόμενης οδού με συνέπεια τα επί της τέμνουσας και εκ δεξιών του κινούμενα οχήματα να έχουν προτεραιότητα διέλευσης και συνεπώς έπρεπε να ήταν έτοιμος να διακόψει την πορεία του, για να διέλθουν εκείνα, δεν μπόρεσε να διενεργήσει αποφευκτικό του ΙΧΦ αυτοκινήτου ελιγμό, με την εκ των αριστερών παράκαμψή του, κινούμενος στον ελεύθερο χώρο του συνολικού πλάτους 27 μέτρων οδοστρώματος. Αντιθέτως, προσπαθώντας να πεδήσει, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη μοτοσυκλέτα του, η οποία και ανατράπηκε. Απότοκη συνέπεια των ανωτέρω ενεργειών και παραλείψεων εκ μέρους των δεύτερου και πέμπτου των εναγόμενων οδηγών που στοιχειοθετούν στην ένδικη υπόθεση, περίπτωση μη επιδείξεως της οφειλόμενης ανωτέρω επιμέλειας και προσοχής (βλ. άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1-3 ν. 2696/99 περί ΚΟΚ), η οποία κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόταν με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις σε συνδυασμό με τους ανωτέρω νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που τηρούνται στις συναλλαγές, την κοινή λογική και πείρα και την οποία (επιμέλεια και προσοχή) κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση αυτών θα κατέβαλε, ήταν η πρόκληση του θανατηφόρου για τον Π. Κ. ατυχήματος. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί των εναγόμενων οδηγού και ιδιοκτήτη κάθε οχήματος, όπως επίσης της συνεπαγόμενής τους ως καλύπτουσας την αστική τους ευθύνη ασφαλιστικής εταιρίας, α) για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου οχήματος στην επέλευση του ατυχήματος και β) για τη μεγαλύτερη συνυπαιτιότητα του άλλου οδηγού, εφόσον το πταίσμα του εν λόγω οδηγού δεν μπορεί να καταλογισθεί στον παθόντα και ζημιούμενο από την αδικοπραξία (ΑΚ 300). Και τούτο διότι ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες και εν γένει υπαίτιους αδικοπρακτικής συμπεριφοράς δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της σε ολόκληρον διωκόμενης ευθύνης των εναγόμενων σύμφωνα με τις ΑΚ 926 και 927, αλλά απλώς παρέχει στον καθένα τους, δικαίωμα αναζητήσεως της αναλογίας επί της επιδικαζόμενης αποζημιώσεως κατά το μέτρο της βεβαιούμενης αντίστοιχης ευθύνης τους με αυτοτελή αγωγή, δικαστική ενέργεια στην οποία οι εναγόμενοι δεν προκύπτει ότι έχουν προβεί. Περαιτέρω, προκύπτουν και τα ακόλουθα ουσιώδη: Όπως αναφέρθηκε ο Π. Κ. από την πρόσκρουσή του στο ΙΧΦ αυτοκίνητο έπαθε πολλαπλές κακώσεις στην περιοχή του θώρακος και συγκεκριμένα κατάγματα πλευρών αριστερού ημιθωρακίου, θλάσεις και διασχίσεις αριστερού πνεύμονα, επίσης έπαθε θλάσεις των εν τω βάθει εγκεφαλικών σχηματισμών και κακώσεις τραχήλου, συνεπεία των οποίων τραυμάτων αμέσως απεβίωσε (βλ. την προσκομιζόμενη με αρ. πρωτ. 2017/21.9.04 ιατροδικαστική έκθεση). Επομένως, δεν αποδεικνύεται η επικληθείσα από τους εναγόμενους συνυπαιτιότητα του ανωτέρω παθόντος στην επέλευση του ζημιογόνου για τον ίδιο αποτελέσματος και εν προκειμένω του θανάτου του, ότι ο θάνατός του οφείλεται στις κακώσεις της κεφαλής του, διότι αυτός ως επιβάτης μοτοσυκλέτας δεν έφερε, όπως ώφειλε, προστατευτικό κράνος (άρθρα 16 παρ. 6 και 101 παρ. 1 ΚΟΚ), εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η χρήση του ήταν ικανή να αποτρέψει το παραπάνω (θανατηφόρο) αποτέλεσμα, εν όψει του είδους και της εκτάσεως των προαναφερόμενων σωματικών του κακώσεων. Παραδοχή η οποία αναιρεί οποιαδήποτε αναγκαίως απαιτούμενη για τον καταλογισμό της εν λόγω συντρέχουσας αμέλειας, αιτιώδη συνάφεια, μεταξύ της ανωτέρω παραλείψεως του Π. Κ. και του επελθόντος για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του και ήδη ενάγοντες, επιζήμιου αποτελέσματος. Ούτε αποδεικνύεται, ότι ο ανωτέρω θανών δέχθηκε να επιβιβασθεί στη μοτοσυκλέτα του 18χρονου εξαδέλφου του Π. Κ. , ενώ γνώριζε ότι αυτός εστερείτο της νόμιμης άδειας οδηγήσεως ή ότι αυτός οδηγούσε κατά τρόπο επικίνδυνο. Επομένως και κατά το προαναφερόμενο σκέλος της η προβαλλόμενη από τους εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος Π. Κ. στην επέλευση του θανάτου του (ΑΚ 914, 330, 300, 297, 298, 299, 929, 932 και ΠΚ 28) πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, όπως και οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των εναγόμενων, οι ερειδόμενοι επί των προαναφερόμενων αυτοτελών και εν μέρει καταλυτικών των αγωγικών αξιώσεων (αντίστοιχων) ισχυρισμών, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρονται παραδεκτώς και συννόμως στη δευτεροβάθμια δίκη. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στο ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών σύγκρουσης των οχημάτων (ΙΧΦ αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας) και ιδιαίτερα στο κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα οδηγών και της ύπαρξης του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων των οδηγών των οχημάτων και της σύγκρουσης που επακολούθησε. Οι ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες σχετικά με την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων είναι επουσιώδεις, που δεν εμποδίζουν ούτε αναιρούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, για συνυπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου Γ. Χ. κατά ποσοστό 30% και του οδηγού της μοτοσυκλέτας Χ. Κ. κατά ποσοστό 70%, ενώ οι περιστάσεις που επικαλέστηκαν για να υποστηρίξουν την άποψή τους ότι το δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αποτελούν επιχειρήματα για την υποστήριξη της εν λόγω άποψης, οι δε σχετικές αιτιάσεις που αναφέρονται στα επιχειρήματα αυτά πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν και είναι απαράδεκτες. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, διότι δεν προκύπτει, κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο, ότι δεν έλαβε υπόψη την από 21-9-2004 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής (με αριθμό πρωτ…/21-9-2004), που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος Π. Κ. (συνεπιβαίνοντος στη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Χ. Κ. ), επειδή ο θανών δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, αφού το Εφετείο μνημονεύει ρητά την ως άνω ιατροδικαστική έκθεση και την έλαβε υπόψη του, εκτιμώντας και αξιολογώντας αυτή ως αποδεικτικό μέσο και δεχόμενο ότι δεν αποδεικνύεται ότι η χρήση του κράνους ήταν ικανή να αποτρέψει το θανατηφόρο αποτέλεσμα, εν όψει του είδους και της έκτασης των προαναφερόμενων σωματικών του κακώσεων, που αναφέρονται αναλυτικώς σε πολλαπλές κακώσεις στην περιοχή του θώρακα και συγκεκριμένα κατάγματα πλευρών αριστερού ημιθωρακίου, θλάσεις και διασχίσεις αριστερού πνεύμονα, θλάσεις των εν τω βάθει εγκεφαλικών σχηματισμών και κακώσεις τραχήλου, συνεπεία των οποίων τραυμάτων αμέσως απεβίωσε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (σκέλος α') είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (σκέλος β'), από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 300 ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι η μη χρήση προστατευτικού κράνους, δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το θανατηφόρο αποτέλεσμα, ενόψει του είδους και της έκτασης των προαναφερομένων αναλυτικώς στο σκέλος α' του δευτέρου λόγου σωματικών βλαβών (ιδίως σε πολλαπλές κακώσεις στην περιοχή του θώρακα και συγκεκριμένα κατάγματα πλευρών αριστερού ημιθωρακίου και διασχίσεις αριστερού πνεύμονα). Επειδή, οι αντιφατικοί μεταξύ αλλήλων λόγοι αναίρεσης, που ασκούνται σωρευτικά, απορρίπτονται, ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως (ΑΠ 472/2008, 84/2007, 1046/1999). Στην περίπτωση αυτή υπάγονται οι λόγοι αναίρεσης όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι το παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 20 αντιστοίχως (ΑΠ 33/2007, 296, 837, 1062/2006, 537/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, οι σωρευτικά προβαλλόμενες αιτιάσεις, από τους αριθ. 11 και 20 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλοντας με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (σκέλος α' και σκέλος γ'), για μη λήψη υπόψη της 2017/20-2-2004 ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας-νεκροτομής και για παραμόρφωση του περιεχομένου αυτής, αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Επομένως, απορρίπτονται, ως απαράδεκτες, ι ανωτέρω αιτιάσεις του δευτέρου λόγου (σκέλος α' και σκέλος γ') της αίτησης αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (σκέλος δ'), οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι αιτία θανάτου του Π. Κ. δεν είναι οι κακώσεις κεφαλής, παρότι στην ως άνω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής αναφέρονται ως αιτία θανάτου και οι κακώσεις κεφαλής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αναλυτικώς στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 953/2005). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, του οποίου είχε γίνει επίκληση, ενώ στις προτάσεις του στο Εφετείο, οι αναιρεσίβλητοι εμμέσως ομολογούν ότι ο θανών με τον οδηγό της μοτοσυκλέτας ήταν πρώτα εξαδέλφια, ότι είχαν καθημερινή επαφή, αφού κατοικούσαν στο ίδιο χωριό σε απόσταση λίγων μέτρων και ότι ο Χ. Κ., οδηγός της μοτοσυκλέτας, στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είχε υποβάλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση της άδειας οδήγησης, δηλαδή γνώριζαν ότι δεν είχε άδεια οδήγησης και εάν το Εφετείο λάμβανε υπόψη τη δικαστική ομολογία, θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση από εκείνη στην οποία κατέληξε και θα έκανε δεκτό τον ισχυρισμό των αναιρεσείοντων περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (ένσταση αυτοδιακινδύνευσης), ο οποίος επιβιβάστηκε στη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Χ. Κ., παρότι γνώριζε ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει, επειδή εστερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων, που υποβλήθηκαν ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι η γραμματική διατύπωσή τους δεν αποτελεί ομολογία, αλλά άρνηση αυτών. Τέλος, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 17 γ' ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι αναφέρονται στο διατακτικό της ότι απορρίπτει την από 17-11-2007 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και την από 22-7-2008 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και συγχρόνως εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς όλες της τις διατάξεις, έπραξε τούτο προκειμένου να καταστεί εφικτή η αναγκαστική εκτέλεση των επιδικαζομένων στους κυρίως ενάγοντες ποσών αποκλειστικά με βάση την Εφετειακή απόφαση, για την ενότητα της εκτέλεσης (ΑΠ 748/1984). Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-7-2012 αίτηση για αναίρεση της 2367/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρω.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ