Αριθμός 2046/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Ατζέμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-9-2008 και 12-9-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1462/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2997/2010 μη οριστική και 5376/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 952/2007). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Τέλος, το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως. Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (ΑΠ 1910/2005). Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1218/2006, 1910/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5376/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: <<Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο το έτος 2000 στο Παλ. Φάληρο, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, το Φ., που γεννήθηκε στις 26-5-2000. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και ήδη ο γάμος τους έχει λυθεί με την υπ' αριθ. 2046/2004 απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη και επικυρώθηκε με αυτή η συμφωνία τους για την άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου από την μητέρα του και τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα του με αυτό. Έκτοτε, ήτοι από τον Αύγουστο του έτους 2003, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων διέμενε με τη μητέρα του μέχρι και τις 25-5-2004, η οποία ασκούσε την επιμέλειά του στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας για την οποία υπέγραψαν το από 27-8-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό. Κατά την άνω ημερομηνία, 25-5-2004, η ενάγουσα-εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) επισκεύθηκε την οικία του ενάγοντος-εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) μαζί με το ανήλικο τέκνο τους και με ιδιόγραφο σημείωμά της προς αυτόν του παραχώρησε την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους επικαλούμενη οικονομικούς λόγους και προβλήματα με την εργασία της, καθώς και το γεγονός ότι κοντά στον πατέρα του το τέκνο τους θα ζούσε κάτω από καλύτερες οικονομικές συνθήκες. Ο ενάγων, αν και απροετοίμαστος προς τούτο, ανέλαβε την επιμέλεια του τέκνου τους, υπέγραψαν δε οι διάδικοι το από 28-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου ο πατέρας του λόγω των οικονομικών και επαγγελματικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η μητέρα του, ρυθμίστηκε δε το δικαίωμα επικοινωνίας της με το ανήλικο. Ο εναγόμενος-ενάγων στα πλαίσια της άνω συμφωνίας τους άσκησε την επιμέλεια του ανηλίκου με αγάπη και στοργή, προσέλαβε δε παιδαγωγό για να βοηθάει και να φροντίζει το ανήλικο κατά το χρόνο απουσίας του στην εργασία του, προσάρμοσε τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις ώστε να διαθέτει χρόνο για το τέκνο του και ενέγραψε αυτό σε ιδιωτικό σχολείο. Κατά το διάστημα της άσκησης της επιμέλειας του ανηλίκου από τον πατέρα του, δημιουργήθηκαν μεταξύ των διαδίκων προστριβές και αντιπαραθέσεις από το γεγονός ότι η ενάγουσα μητέρα επικαλούμενη επαγγελματικές υποχρεώσεις, ορισμένες φορές ήθελε να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας της σε μη προγραμματισμένο χρόνο, ενώ το καλοκαίρι του έτους 2007 η ενάγουσα αντέδρασε στην πρόθεση του ενάγοντος-εναγομένου να εκδώσει σουηδικό διαβατήριο του ανηλίκου και να μεταβεί με αυτόν στη Σουηδία, όπου διέμενε το μεγαλύτερο τέκνο του ενάγοντος από προηγούμενο γάμο του, έχοντας αυτή την υπόνοια ότι θα θελήσει να μείνει μόνιμα εκεί, δεδομένου ότι έχει τη σουηδική υπηκοότητα. Με την από 18-9-2007 αίτησή της προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ζήτησε να απαγορευθεί η έκδοση σουηδικού διαβατηρίου για τον ανήλικο από τη Σουηδική Πρεσβεία, η οποία έγινε δεκτή. Εν συνεχεία η ενάγουσα άσκησε την από 29-7-2007 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσε να ανατεθεί σ' αυτήν η επιμέλεια του ανηλίκου προσωρινά και να επιδικασθεί διατροφή. Επί της αιτήσεως αυτής και της αντιθέτου αιτήσεως του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6994/2008 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία, μετ' απόρριψη της αιτήσεως του ενάγοντος, έγινε δεκτή η αίτηση της ενάγουσας μητέρας του ανηλίκου στην οποία ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλειά του. Από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 ανέλαβε την προσωρινή επιμέλεια του ανηλίκου η ενάγουσα μητέρα του με την οποία έκτοτε διαμένει, η οποία περιποιείται, φροντίζει και περιβάλλει το ανήλικο με αγάπη και στοργή, το οποίο εξακολουθεί να παρακολουθεί το ίδιο ιδιωτικό σχολείο που το είχε εγγράψει ο πατέρας του, το Ιορδανάκειο ιδιωτικό σχολείο Γλυφάδας. Εν συνεχεία οι διάδικοι άσκησαν τις αντίθετες ένδικες αγωγές τους επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία, όπως προαναφέρεται, έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος πατέρα του στον οποίο ανατέθηκε η επιμέλεια. Ωστόσο το ανήλικο τέκνο εξακολουθεί να διαμένει με την μητέρα του, οι δε αιτήσεις του πατέρα του περί ανακλήσεως της άνω απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκαν με την 4492/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η πρώτη από 12-9-2008, και με την 1835/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η δεύτερη από 7-12-2009 αίτησή του, οι οποίες παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη, ως οψιγενή περιστατικά (άρθρο 527 παρ. 2 και 3 σε συνδυασμό με άρθρο 269 ΚΠολΔ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και οι δύο διάδικοι γονείς του ανηλίκου υπεραγαπούν, ενδιαφέρονται για την ανατροφή, ανάπτυξη και διαπαιδαγώγησή του και έχουν στενό ψυχικό και συναισθηματικό δεσμό μαζί του. Ο δε ανήλικος, που έχει ήδη συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του και έχει διαμορφώσει συγκροτημένη προσωπικότητα και ωριμότητα που του επιτρέπει να αντιληφθεί τη διαφορά των γονέων του και το συμφέρον του, όπως διαπιστώνεται και από την προσωπική επικοινωνία του Δικαστηρίου με αυτόν, δηλώνει ότι και οι δύο γονείς του τον προσέχουν, ότι η μητέρα του τον προσέχει και μόνο ένα βράδυ τον άφησε μόνο και φοβήθηκε, ότι κάτι είχε συμβεί και ότι δεν κάνει καμιά διάκριση με ποιον από τους δύο γονείς του θα μείνει. Εκ των διαδίκων, ο μεν ενάγων-εναγόμενος είναι μηχανικός H/V και εργάζεται ως οικονομικός διευθυντής στην εταιρία "ERICSON HELLAS" με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 3.500 ευρώ περίπου, η δε ενάγουσα-εναγομένη εργάζεται ως υπάλληλος σε παράρτημα της Νομαρχίας Χαλκιδικής στο Σύνταγμα, με μηνιαίες αποδοχές 800 ευρώ. Διαμένουν σε μισθωμένη κατοικία στην ίδια περιοχή, στη …Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία συνεκτιμώμενα, αφού ληφθεί υπόψη η άνω προσωπική γνώμη του ανηλίκου, καθώς και η διαμορφωθείσα κατάσταση, η παραμονή του ανηλίκου κατά το τελευταίο διάστημα, από το έτος 2008 για αρκετό χρόνο με τη μητέρα του με την οποία εξακολουθεί να διαμένει, η προσαρμογή του στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον της, οι οικογενειακοί ψυχικοί δεσμοί που έχουν αναπτυχθεί με συχνές επισκέψεις στον παππού και την γιαγιά του, καθώς και το γεγονός ότι η μητέρα του έχει εξασφαλίσει σταθερή εργασία, έχει περιορίσει τις εξόδους και τα ταξίδια της και έχει αφοσιωθεί στην φροντίδα και τη σωστή ανατροφή του τέκνου της, η οποία είναι σε θέση να εξασφαλίσει σ' αυτό ήρεμο περιβάλλον και όλα όσα είναι απαραίτητα για τη σωματική, ψυχική και πνευματική του ανάπτυξη, κρίνεται ότι κατά το στάδιο αυτό, λόγω και της μικρής ηλικίας του ανηλίκου και της ανάγκης της μητρικής στοργής, το αληθινό συμφέρον του, με την έννοια που αναλύεται στην αρχή, είναι να παραμείνει με την μητέρα του, στην οποία πρέπει να ανατεθεί η επιμέλειά του, καθόσον μία νέα αλλαγή και μετακίνηση με επανένταξη στο διαφορετικό περιβάλλον του πατέρα του θα είχε αρνητική επίδραση σ' αυτόν. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη όλων των άνω στοιχείων, του γεγονότος ότι ο ενάγων πατέρας του έχει ανάλογο ενδιαφέρον και αγάπη γι' αυτόν και ότι άσκησε με επιτυχία την επιμέλεια του ανηλίκου από το έτος 2004 έως το 2008 βοηθούμενος και από την παιδαγωγό που είχε προσλάβει γι' αυτό το σκοπό, ακόμα και του γεγονότος ότι κατά το έτος 2004 η ενάγουσα αντιμετωπίζοντας εργασιακές και οικονομικές δυσκολίες παραχώρησε την άσκηση της επιμέλειας στον πατέρα του, ότι απουσίασε σε κάποια μεμονωμένη περίπτωση κατά τις νυκτερινές ώρες με αποτέλεσμα να ανησυχήσει ο ανήλικος, ηλικίας δέκα ετών τότε, αφού από όλα τα λοιπά στοιχεία αποδείχθηκε η αφοσίωση της μητέρας του και η καταβολή από αυτή κάθε προσπάθειας για τη σωστή ανατροφή του>>. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή αυτής και είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσίοντος, αναθέτοντας σ' αυτόν την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναθέτοντας σ' αυτήν την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513 παρ. 2, 1514 και 1518 ΑΚ αναφορικά με το αληθές συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Φ. Μ. να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, ως καταλληλότερης προς τούτο, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του: α) ότι το ανήλικο τρέφει αισθήματα αγάπης και προς τους δύο γονείς του, ως προς τους οποίους τηρεί ίσες αποστάσεις, β) ότι μετά από ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων που περιελήφθη στην απόφαση του διαζυγίου οι διάδικοι συμφώνησαν την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους να έχει η εξ αυτών μητέρα του, γ) ότι μετά από ένα έτος περίπου, ήτοι το 2004, η τελευταία αντιμετωπίζοντας έντονα οικονομικά και επαγγελματικά προβλήματα, παραχώρησε οικειοθελώς, την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους στον αναιρεσείοντα πατέρα του, αποκλειστικά και μόνο εξ αιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, ο οποίος άσκησε με επιτυχία τα καθήκοντά του επί τέσσερα χρόνια με την βοήθεια και της παιδαγωγού που είχε προσλάβει, δ) ότι, από το 2007, που η αναιρεσίβλητη απέκτησε σταθερή εργασία στο δημόσιο και η οικονομική της κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά, μπορεί να ασκεί με επιτυχία την επιμέλεια του ανηλίκου και να εξασφαλίσει σ' αυτό σταθερό περιβάλλον, ε) ότι ενόψει της επιμονής του αναιρεσείοντος να εκδώσει σουηδικό διαβατήριο για τον ανήλικο προκειμένου να μεταβούν στη Σουηδία, και των υπονοιών που είχε η αναιρεσίβλητη ότι θα παραμείνουν μόνιμα εκεί, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων έχει τη σουηδική υπηκοότητα και το μεγαλύτερο τέκνο του, από άλλο γάμο, κατοικεί μόνιμα εκεί, ζήτησε και έλαβε με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους, στ) ότι έκτοτε, από το 2008, το ανήλικο διαμένει οικειοθελώς με τη μητέρα του, η οποία το φροντίζει και το περιποιείται με ιδιαίτερη στοργή και αγάπη, μεριμνώντας για την διαπαιδαγώγησή του και την εν γένει ανάπτυξή αυτού, λόγω δε της μικρής ηλικίας του εξακολουθεί να έχει ανάγκη της μητρικής στοργής, ζ) ότι εξακολουθεί να έχει συχνή επικοινωνία με τον πατέρα του, ο οποίος επίσης του έχει ιδιαίτερη αγάπη και επιδεικνύει μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτό, η) ότι έχει ενταχθεί ήδη από το 2008 στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον της μητέρας του, με συχνές επισκέψεις στους γονείς της, σε τρόπον ώστε η εκ νέου αλλαγή περιβάλλοντος θα του δημιουργούσε ιδιαίτερα προβλήματα προσαρμογής, που θα είχαν δυσμενείς συνέπειες για την ανάπτυξή του και θ) ότι το ανήλικο διαμένει σε μισθωμένη από την μητέρα του κατοικία στη …στην ίδια δε περιοχή κατοικεί σε μισθωμένη οικία και ο πατέρας του, ενώ εξακολουθεί να φοιτά στο ίδιο ιδιωτικό σχολείο που το είχε εγγράψει ο πατέρας του όσον καιρό είχε την επιμέλειά του, το οποίο βρίσκεται στην ως άνω περιοχή. Το Εφετείο συνεκτίμησε και τη γνώμη του ανηλίκου, καθώς και την ηλικία του, την οποία δεν ανήγαγε σε προέχον και καθοριστικό στοιχείο για την ανάθεση της επιμέλειάς του στη μητέρα του. Επομένως, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή, στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η εν λόγω απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το συμφέρον του ανηλίκου για την ανάθεση της επιμέλειάς του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, αφού λαμβάνονται υπόψη όλοι εκείνοι οι κρίσιμοι παράγοντες που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης σκέψεως και ιδίως, οι δυσμενείς συνέπειες που θα είχε για τον ανήλικο η εκ νέου αλλαγή περιβάλλοντος, καθώς και η ανάγκη που έχει ακόμη λόγω της μικρής ηλικίας του για μητρική στοργή. Δεν συνιστά δε αντίφαση η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο ανήλικος έχει ήδη την απαραίτητη ωριμότητα να αντιληφθεί τη διαφορά των γονέων του και το συμφέρον του και έχει διαμορφώσει συγκροτημένη προσωπικότητα προς τούτο, με την εν συνεχεία παραδοχή του, ότι η εκ νέου μετακίνησή του στο διαφορετικό περιβάλλον του πατέρα του θα είχε αρνητικές συνέπειες γι' αυτόν, δεδομένου μάλιστα ότι και ο ίδιος κατοικεί στην ίδια περιοχή που μένει και η αναιρεσίβλητη ( …), αφού ως διαφορετικό περιβάλλον κυρίως νοείται το οικογενειακό, κοινωνικό και φιλικό περιβάλλον του κάθε γονέα, οι συνήθειες και ο τρόπος ζωής τους, οι οποίοι καθορίζουν το περιβάλλον τους, στο οποίο συνηθίζει το ανήλικο τέκνο. Επομένως, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Εξ άλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά τις σ` αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561§1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα αναφορικά με το αληθές συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι έπρεπε να μην ανατεθεί στην αναιρεσίβλητη αλλά στον ίδιο η επιμέλειά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561§1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθμ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξ άλλου δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1729/2008, ΑΠ 1455/2009). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα), με την παραδοχή γεγονότων που οδηγούσαν εκ των πραγμάτων στην ουσιαστική βασιμότητά του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, δηλαδή αν: α) δεν προτάθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από δικαιολογημένη αιτία, β) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και γ) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Συνεπώς, η έφεση μπορεί να στηριχθεί και σε επιγενόμενα γεγονότα, που στηρίζουν αγωγικό ισχυρισμό, εφόσον αυτά λαμβάνουν χώρα μετά τη συζήτηση, επί της οποίας εκδίδεται η εκκαλουμένη απόφαση και μέσα στην προθεσμία της έφεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Έτσι, μέσω του λόγου αυτού, ελέγχεται η μη κήρυξη, ως απαραδέκτου, νέου ισχυρισμού που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, χωρίς να συντρέχει καμιά από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων για να καταλήξει σε ποιον από αυτούς θα αναθέσει την επιμέλειά του, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, τον οποίο προέβαλε με το δικόγραφο της αγωγής της και επανέφερε ενώπιόν του με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, "ότι δεν συντρέχει λόγος ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους στον εναγόμενο πατέρα του, εξαιτίας της αποδεδειγμένης προσπάθειάς του να προχωρήσει, χωρίς την έγκρισή της, στη έκδοση σουηδικού διαβατηρίου για το τέκνο τους, ενέργεια η οποία, ενόψει του χρόνου που έλαβε χώρα, αμέσως μετά την κοινοποίηση της προρρηθείσης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σ' αυτήν, και του τρόπου ενέργειας του αντιδίκου, αιφνιδιαστικά και χωρίς να ερωτηθεί, καταδεικνύει την σαφή πρόθεση συστηματικής και σκόπιμης υπέρβασης των δικαιωμάτων του αντιδίκου ως έχοντα την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους και συνακόλουθα επιβεβαιώνει τις βάσιμες υπόνοιες και υποψίες της ότι υφίσταται πράγματι πρόθεση και επιδίωξη του αντιδίκου της να μετοικήσει με το τέκνο τους στην Σουηδία". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β'ΚΠολΔ, που παραδεκτά προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ενόψει των συνεκδικασθεισών για το ίδιο δικαίωμα αντίθετων αγωγών τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο, ρητώς έλαβε υπόψη και τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία στήριζαν, εκτός των άλλων, τον αγωγικό ισχυρισμό, περί καταλληλότητας της αναιρεσίβλητης και όχι του αναιρεσείοντος να ανατεθεί στην πρώτη η επιμέλεια του ανηλίκου, ως επιβαλλόμενη αυτή προς το συμφέρον τελευταίου, καθόσον συνέτρεξε και πρόθεση του αναιρεσείοντος να μετοικήσει με τον ανήλικο στη Σουηδία. Καταλήγει δε στο πόρισμά του αυτό το Εφετείο με σαφήνεια και πληρότητα, με την αιτιολογία ότι οι υπόνοιες της αναιρεσίβλητης για την πρόθεση του αναιρεσείοντος να μετοικήσει με το ανήλικο τέκνο τους στην Σουηδία, επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι μετά την από 18-9-2007 αίτησή της προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία ζήτησε να απαγορευθεί η έκδοση σουηδικού διαβατηρίου για τον ανήλικο από τη Σουηδική Πρεσβεία, η αίτησή της αυτή έγινε δεκτή και δεν εκδόθηκε στο όνομα του ανηλίκου σουηδικό διαβατήριο. Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι υπάρχει λογικό κενό ως προς το αν υπήρχε πραγματική πρόθεση του αναιρεσείοντος να μετοικήσει με το ανήλικο τέκνο τους στη Σουηδία, διότι δεν υπάρχει αιτιολογία στην αναιρεσιβαλλομένη ως προς την πρόθεσή του αυτή, αλλά γίνεται αναφορά μόνο για υπόνοιες της αναιρεσίβλητης ως προς αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (δεύτερο), κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί το Εφετείο, "ότι η ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου υιού των διαδίκων στον πατέρα του, θα διατάρασσε την ομαλή ανάπτυξή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από το 2008 και εφεξής που το παιδί διαμένει με την μητέρα του και έχει προσαρμοσθεί στο περιβάλλον αυτής", υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α'του ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, χωρίς αυτός να έχει προταθεί πρωτοδίκως, είτε με την αγωγή, είτε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, το πρώτον δε προτεινόμενος με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της, είναι απαράδεκτος. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε με την έφεσή της η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να στηρίξει τον αγωγικό ισχυρισμό περί του συμφέροντος του ανηλίκου να ανατεθεί σ' αυτήν ως καταλληλότερης η επιμέλειά του, και ειδικότερα ότι θα διαταραχθεί η ομαλή ανάπτυξη του ανηλίκου, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από το 2008 και εφεξής που το παιδί για μεγάλο χρονικό διάστημα διαμένει με την μητέρα του και έχει προσαρμοσθεί στο περιβάλλον αυτής, ανέκυψαν κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, καθόσον από το 2008 ο ανήλικος διαμένει μαζί της, δυνάμει της υπ' αριθ. 6994/2008 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία της ανατέθηκε η επιμέλειά του, η οποία διατηρήθηκε μετά την απόρριψη δύο μεταγενέστερων αιτήσεων του αναιρεσείοντος για ανάκλησή της, με αντίστοιχες δικαστικές αποφάσεις και συνεπώς, ο σχετικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίο γίνεται επίκληση οψιγενών πραγματικών γεγονότων, νομίμως λήφθηκε υπόψη. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγος αναιρέσεως, διατείνεται ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με το να λάβει υπόψη τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό, ότι δηλαδή "η ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου υιού των διαδίκων στον πατέρα του, θα διατάρασσε την ομαλή ανάπτυξή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από το 2008 και εφεξής που το παιδί διαμένει με την μητέρα του και έχει προσαρμοσθεί στο περιβάλλον αυτής", αντί να κηρύξει αυτόν απαράδεκτο, διότι το πρώτον προτάθηκε ενώπιόν του, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προαναφέρθηκε, συνέτρεχαν εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του ΑΚ προκύπτει, ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωσή τους, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και αν τούτο έχει περιουσία, εφόσον όμως τα εισοδήματα από αυτήν, ή το προϊόν της εργασίας του, ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρησή του έξοδα και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας τού δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση τού υποχρέου. Εξάλλου, η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 εδ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ` αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεώς του, σε συνδυασμό και με τις λοιπές υποχρεώσεις των γονέων του, οι οποίες αποτελούν στοιχείο προσδιοριστικό των συνθηκών διαβιώσεώς τους. Εν προκειμένω, μετά τα όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά από το Εφετείο, δέχθηκε ακολούθως, <<ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στερείται περιουσίας και εισοδήματος από οποιαδήποτε πηγή και λόγω της μικρής του ηλικίας αδυνατεί να αυτοδιατραφεί. Υπόχρεοι προς τούτο είναι οι διάδικοι γονείς του ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές του ο καθένας. Αυτός είναι μαθητής του ιδιωτικού σχολείου, Ιορδανάκειο, με ετήσια δίδακτρα 5.110 ευρώ κατά τα λοιπά έχει τις συνήθεις ανάγκες διαβίωσης παιδιών της ηλικίας του. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις ανάγκες του ανηλίκου τέκνου τους, όπως έχουν διαμορφωθεί με τις πιο πάνω συνθήκες ζωής του, η ανάλογη διατροφή που δικαιούται για το ένδικο χρονικό διάστημα ανέρχεται στο ποσό των 900 ευρώ το μήνα. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και η παροχή των προσφερομένων από την ενάγουσα μητέρα του με την οποία διαμένει υπηρεσιών και φροντίδων που αποτιμώνται σε χρήμα, καθώς και η παροχή στέγης. Από το ποσό αυτό ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 740 ευρώ το μήνα και κατά το υπόλοιπο ποσό των 150 ευρώ το μήνα που απαιτείται για τη διατροφή του, συμμετέχει και η ενάγουσα, η οποία καλύπτει την υποχρέωσή της αυτή με την παροχή των άνω υπηρεσιών, την παροχή στέγης και το εισόδημά της. Ο πιο πάνω συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων γίνεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, καθόσον με την υπό κρίση αγωγή της ενάγουσας δεν ζητείται το σύνολο της διατροφής, αλλά μόνο το μέρος το οποίο βαρύνει τον εναγόμενο πατέρα του>>. Ακολούθως δε, μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αντίθετης αγωγής του αναιρεσείοντος, αντίστοιχα δε την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, και την ανάθεση κατόπιν τούτου της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην τελευταία, κατά τα προεκτεθέντα, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους το ποσό των επτακοσίων σαράντα (740) ευρώ το μήνα, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε δόσης μέχρι την εξόφληση. Με την κρίση του αυτή και τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου αφού ορθώς υπήγαγε σε αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμη βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της αποφάσεώς του προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση με επάρκεια η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου, η αδυναμία του να εργασθεί, οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων του, οι ανάγκες του, και το απαιτούμενο για όλες τις ανάγκες του, συνολικό ποσό της κατά μήνα χρηματικής δαπάνης που συνιστά την ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, χρηματικό ποσό. Επίσης, επαρκώς προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αποτιμητή σε χρήμα συμμετοχή της αναιρεσίβλητης για τις ανάγκες του ανήλικου, στο ποσό των 150 ευρώ, συνισταμένου στην φροντίδα, περιποίηση και κάλυψη της στέγης αυτού, καθώς επίσης και η δυνατότητα του αναιρεσείοντος, βάσει των εισοδημάτων του και των λοιπών υποχρεώσεών του, να καταβάλει κατά μήνα το ποσό των 750 ευρώ, για τις ανάγκες του, είναι δε προφανής η παραδρομή του αναφερομένου στο διατακτικό ποσού των 740 ευρώ, για την οποία χωρεί διόρθωση από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ. Επομένως οι περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος και όγδοος λόγοι του αναιρετηρίου , είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τους ίδιους λόγους πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων, αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β'ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει το ποσόν που πρέπει να καταβάλλει ο αναιρεσείων ως μηνιαία διατροφή του ανηλίκου τέκνου του, δεν έλαβε υπόψη "ότι καταβάλει 400 ευρώ μηνιαία διατροφή στον έτερο υιό του R. τον οποίο απέκτησε από τον πρώτο γάμο του στην Σουηδία, καθώς και 750 ευρώ το μήνα για ενοίκιο και 50 ευρώ το μήνα κατά μέσο όρο για κοινόχρηστα στην πολυκατοικία, στην οποία βρίσκεται το μισθωμένο διαμέρισμά του", αν και τα ανωτέρω προτάθηκαν παραδεκτώς πρωτοδίκως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη στοιχεία για τον καθορισμό της διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνάγονται αποδεικτικά μέσα των οποίων έγινε επίκληση, και κατ' αυτόν, δεν αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο, προς απόδειξη του άνω κρίσιμου ζητήματος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο προσδιόρισε το ποσό που πρέπει να καταβάλει ο αναιρεσείων ως διατροφή στο ως άνω ανήλικο τέκνο του, στο ποσό των 740 ευρώ, χωρίς να λάβει υπόψη του, τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγγραφα, και συγκεκριμένα: α) τις αποδείξεις καταβολής μισθώματος και κοινοχρήστων των μηνών Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2007, από τις οποίες φαίνεται ότι καταβάλει 750 ευρώ το μήνα για ενοίκιο και 50 ευρώ για κοινόχρηστα και β) σχετικό παραστατικό της τράπεζας Eurobank σύμφωνα με το οποίο καταβάλει στο γιο του R. στη Σουηδία το ποσό των 400 ευρώ το μήνα. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του αναιρεσείοντος ανέρχονται σε 3.500 ευρώ και λαμβανομένου υπόψη ότι οι παραπάνω δαπάνες δεν προαφαιρούνται του εισοδήματος για τον καθορισμό της διατροφής, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του. Επομένως, ο αντίθετος από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 5376/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-10-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5376/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ