Αριθμός 436/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας- προσεπικαλούσας-ανακοινώσασας τη δίκη: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μαμαγκάκη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Α. Ψ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Θ. Χ. του Α., 7) Α. Α. του Κ., κατοίκων ..., 8) Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., 9) Α. Γ. του Φ., κατοίκου ..., 10) Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 11) Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., 12) Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 13) Β. Δ. του Α., κατοίκου ..., 14) Γ. Μ.-Σ. του Κ., κατοίκου ..., 15) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 16) Ν. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 17) Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 18) Τ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 19) Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαξώνη και κατέθεσε προτάσεις. Του καθ' ου η προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και Προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4693/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 740/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-3- 2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1/3/2012 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 27/1 1/2012 προσεπίκλησης-ανακοίνωσης δίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - προσεπικαλούσας - ανακοινώσασας τη δίκη ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και της προσεπίκλησης-ανακοίνωσης δίκης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 89 Κ.Πολ.Δ η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, αργότερα έως τη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 573 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η άσκηση ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση το Πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως Επομένως η από 27/11/2012 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της αναιρεσείουσας προς το Ελληνικό Δημόσιο, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου ‚πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1‚ 5, 6, 7, 8, 9 και 11 του Ν. 576/1977 "περί οργανώσεως και διοικήσεως της Μέσης και Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως" προκύπτει ότι η μέση Τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία ανήκει στη δεύτερη βαθμίδα εκπαιδεύσεως‚ παρέχεται αφενός στις μέσες Τεχνικές και Επαγγελματικές Σχολές και αφετέρου στα Τεχνικά και Επαγγελματικά Λύκεια. Η φοίτηση, κατά κανόνα είναι διάρκειας δύο έως τεσσάρων εξαμήνων για τις Τεχνικές και επαγγελματικές σχολές αναλόγως με την ειδικότητα και έξι εξαμήνων στα τεχνικά και επαγγελματικά Λύκεια. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 66 του ίδιου νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 817/1978 ορίσθηκε ότι παύει η εγγραφή μαθητών στις μέσες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές που λειτουργούσαν προ της ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού, ενώ στο άρθρο 68 του ίδιου νόμου ορίζεται α) στην παράγραφο 1 ότι οι απολυόμενοι από τις ιδιωτικές Τεχνικές Σχολές κάθε βαθμίδας εκπαιδεύσεως μπορούν να προσέλθουν προς απόκτηση πτυχίου ισοτίμου και ισοδυνάμου . προς τα πτυχία τα απονεμόμενα από τις αντίστοιχες δημόσιες τεχνικές σχολές, σε εξέταση ενώπιον ειδικών εξεταστικών επιτροπών, και β) στην παράγραφο 5 ότι τα αφορώντα την αντιστοιχία των πτυχίων των καταργουμένων με το νόμο αυτό Κατωτέρων και Μέσων Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών προς τα απονεμόμενα υπό των δι αυτού συνιστωμένων σχολικών μονάδων καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα μετά πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Τέτοιο προεδρικό διάταγμα καθορισμού της αντιστοιχίας του πτυχίου των καταργουμένων με το νόμο αυτό τεχνικών και επαγγελματικών σχολών προς ιο πτυχίο των ιδρυομένων με αυτό μέσων Τεχνικών Σχολών δεν έχει εκδοθεί. Περαιτέρω, με το Ν. 1566/1985 " Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α' 167) ορίζονται και τα ακόλουθα : 1) με το άρθρο ό παρ. 1, 3, 4 και 5 ότι, τα λύκεια λειτουργούν ως γενικά, κλασικά, τεχνικά - επαγγελματικά και ενιαία πολυκλαδικά (παρ. 1), το τεχνικό - επαγγελματικό λύκειο επιδιώκει επιπλέον να μεταδώσει στους μαθητές τις απαιτούμενες τεχνικές ή άλλες επαγγελματικές γνώσεις και να αναπτύξει τις δεξιότητές τους‚ ώστε μετά την αποφοίτησή τους να μπορούν να απασχοληθούν με επιτυχία σε ορισμένο τεχνικό ή επαγγελματικό κλάδο.(παρ.30), τα λύκεια διακρίνονται σε ημερήσια και εσπερινά . Στα εσπερινά φοιτούν οι εργαζόμενοι μαθητές (παρ. 4) και η φοίτηση στα ημερήσια λύκεια είναι τριετής και περιλαμβάνει τις τάξεις Α', Β' και Γ' και στα εσπερινά τετραετής και περιλαμβάνει τις τάξεις Α', Β', Γ' και Δ' (παρ. 5), 2) με το άρθρο 9 παρ. 1, 2 και 11 ‚ότι οι τεχνικές - επαγγελματικές σχολές διακρίνονται σε ημερήσιες και εσπερινές . Η φοίτηση στις ημερήσιες διαρκεί έως δύο χρόνια και στις εσπερινές επιμηκύνεται έως ένα έτος (παρ. 1και 2) και οι σχολές μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. του Ν. 1346/1983 ανήκουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση‚3) με το άρθρο 64 ότι με προεδρικά διατάγματα‚ που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του κατά περίπτωση συναρμόδιου υπουργού καθορίζονται τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων των τεχνικών- επαγγελματικών λυκείων, των αποφοίτων των τεχνικών _ επαγγελματικών σχολών και των ισότιμων σχολικών μονάδων (παρ. 1) και η ισοτιμία ή αντιστοιχία ‚ κατά περίπτωση, τίτλων σπουδών της ημεδαπής ή αλλοδαπής‚ καθώς και των κατώτερων και μέσων σχολών που λειτούργησαν μέχρι την ισχύ του Ν. 576/1977 με τους τίτλους των τεχνικών - επαγγελματικών λυκείων, ενιαίων πολυκλαδικών λυκείων και τεχνικών - επαγγελματικών σχολών, όπως επίσης και η κατάταξη μαθητών και αποφοίτων, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδεία και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη του οικείου Τμήματος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και 4) με το άρθρο 88 παρ. 5 και 6, ότι έως ότου εκδοθούν τα προεδρικά διατάγματα και οι κανονιστικές αποφάσεις που προβλέπονται από το νόμο αυτόν, τα θέματα που θα ρυθμίζουν εξακολουθούν να διέπονται από τις κείμενες διατάξεις (παρ. 5) και όπου στις διατάξεις του νόμου αυτού απαιτείται η γνώμη συλλογικών οργάνων για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων και κανονιστικών αποφάσεων και δεν προβλέπεται προθεσμία, η γνώμη αυτή πρέπει να περιέλθει στα αρμόδια όργανα μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μήνα από την υποβολή του σχετικού ερωτήματος. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η σχετική διοικητική πράξη μπορεί να εκδοθεί χωρίς την παραπάνω γνώμη. Αν το όργανο δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί‚ δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη γνώμης Κατ' εξουσιοδότηση των Παραπάνω διατάξεων εκδόθηκε, αρχικά η Γ2/4417/3/10/1986 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στη συνέχεια η Γ2/779/23/2/1988 του ίδιου Υπουργού, με το αυτό περιεχόμενο με την πρώτη ‚Που ορίζει ότι "1.Τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων του Ν. 576/1977 είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων του Ν. 1566/1985 αντίστοιχης ειδικότητας. 2 Τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών του Ν. 577/1977 είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών του Ν. 1566/1985 αντίστοιχης ειδικότητας. 3 . Τα πτυχία των μέσων Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών (Εργοδηγών) του Ν.Δ. 580/1970 και των ισοτίμων προς αυτά είναι ισότιμα με τα πτυχία των αποφοίτων των Τεχνικών- Επαγγελματικών Λυκείων του Ν.1566/1985 αντίστοιχης ειδικότητας". Από τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι τα πτυχία των Τεχνικών - Επαγγελματικών Σχολών του Ν.Δ. 580/1970 (παλαιού τύπου σε αντίθεση προς τις αντίστοιχες σχολές νέου τύπου του Ν. 576/1977 είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων του Ν. 576/1977, ως ισότιμα αμφότερα προς το τρίτο πτυχίο των Τεχνικών- Επαγγελματικών Λυκείων του Ν. 1566/1985. Δηλαδή τα πτυχία που χορηγούν οι τεχνικές και επαγγελματικές σχολές νέου τύπου των νόμων 576/1977 και 1566/1985, δεν μπορούν να θεωρηθούν ισότιμα προς τους τίτλους των λυκείων και των μέσων τεχνικών σχολών εργοδηγών παλαιού τύπου (του Ν.Δ. 580/1970) καθόσον στις πρώτες σχολές, με οποιαδήποτε μορφή λειτούργησαν, η φοίτηση είναι μόνο διετής, σε αντίθεση με τα λύκεια και τις σχολές παλαιού τύπου, όπου η φοίτηση ήταν τουλάχιστον τριετής. Γι' αυτό τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών νέου τύπου αναγνωρίζονται ως ισότιμα των πτυχίων των σχολών μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. και όχι ως ισότιμα των Τεχνικών - Επαγγελματικών λυκείων . Τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών νέου τύπου (Ν. 576/1977 και 1566/1985) μπορεί να θεωρηθούν ως ισοδύναμα με τα πτυχία των μέσων τεχνικών σχολών παλαιού τύπου (Ν.Δ. 580/1970) εάν με βάση τη διάρκεια φοίτησής τους για την απόκτηση του πτυχίου, την έκταση της εκπαιδευτικής ύλης και τις αποκτώμενες τεχνικές γνώσεις, αποδειχθεί ότι οι πτυχιούχοι των τεχνικών και επαγγελματικών σχολών νέου τύπου διδάσκονται και εκπαιδεύονται πρακτικώς με τα ίδια προγράμματα και Πρακτικές ασκήσεις με τους πτυχιούχους των αντίστοιχων σχολών παλαιού τύπου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ‚που κατάρτισε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, λειτουργώντας τόσο ως ΝΠΔΔ όσο και ως Α.Ε, μετά το Ν. 2688/1999, με κάθε ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, τους προσέλαβε, κατά το χρονικό διάστημα τών ετών 1987 - 2005 για να εργασθούν με την ειδικότητα του χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων. Για το λόγο αυτό τοποθετήθηκαν από την εναγομένη ως υπάλληλοι στη Διεύθυνση Σ.ΕΜΠΟ (Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων) αυτής και εργάζονται στο χειρισμό οχημάτων στοιβασίας και μεταφοράς των εμπορευματοκιβωτίων από της ημερομηνίας πρόσληψής τους μέχρι την άσκηση της αγωγής, πλην του 19ου που υπηρετεί ως υπάλληλος στη Διεύθυνση Λιμενικών Εξυπηρετήσεων της εναγομένης. Όλοι οι ενάγοντες είναι κάτοχοι πτυχίων Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων του Ν. 576/1977 και 1566/1985 τριετούς φοίτησης, εκτός των Χ. Τ. (15ου) και Γ. Μ. ((25ου) που είναι κάτοχοι πτυχίου τετραετούς φοίτησης (Εσπερινών Λυκείων).Η εναγομένη, με βάση τα ως άνω τυπικά προσόντα υπήγαγε τους ενάγοντες στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ2, στην οποία υπάγονται οι κάτοχοι πτυχίων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και οι κάτοχοι τίτλου σπουδών των Σχολών Μαθητείας Ο.Α.Ε.Δ., των κατώτερων Τεχνικών Σχολών και της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης με την απαιτούμενη από τις σχετικές διατάξεις εμπειρία. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι οι ενάγοντες ζήτησαν την ορθή, κατ1 αυτούς, υπαγωγή τους στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ3, ισχυριζόμενοι ότι τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων (των Ν. 576/1977 και 1566/1986), από τα οποία αποφοίτησαν είναι ισότιμα με τα πτυχία των Μέσων Τεχνικών Σχολών που λειτούργησαν σύμφωνα με την προ του Ν. 576/1977 νομοθεσία. Η εναγομένη αρνήθηκε να τους κατατάξει στην εν λόγω κατηγορία επικαλούμενη ότι τα πτυχία τους δεν είναι τα προβλεπόμενα από τις ΣΣΕ του προσωπικού της για την κατάταξή τους στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία ‚ στην οποία κατατάσσονται μόνον οι υπάλληλοι της ΔΕ κατηγορίας που κατέχουν πτυχία μέσων Τεχνικών σχολών που καταργήθηκαν με το Ν. 576/1977, δηλαδή παλαιού τύπου. Όμως συνεχίζει το Εφετείο, με την υπ' αριθμ. Γ2/779/23/2/1988 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ορίζεται ότι τα πτυχία των Μέσων Τεχνικών Σχολών (εργοδηγών) του Ν.Δ. 580/1970 (δηλαδή παλαιού τύπου) είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων των Ν. 576/1977 και 1566/1985 (δηλαδή νέου τύπου) αντίστοιχης ειδικότητας και ως εκ τούτου οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι κάτοχοι πτυχίων Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων των Ν. 576/1977 και 1566/1985 ειδικότητας μηχανολογικού, ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού τομέα, πρέπει να ενταχθούν από την εναγομένη στην αιτούμενη απ' αυτούς μισθολογική κατηγορία ΔΕ3 του προσωπικού της ως κατέχοντες πτυχία ισότιμα των πτυχίων αντίστοιχης ειδικότητας που παρείχαν οι Μέσες Τεχνικές Σχολές που καταργήθηκαν με το Ν.576/1977. Σύμφωνα δε με την παράγραφο IV της ΣΣΕ (άρθρα 2, 5 και 5 των από 17/4/2000, 23/10/2003 και 24/10/2006) του προσωπικού της εναγομένης, στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία κατατάσσονται, οι υπάλληλοι της ΔΕ κατηγορίας, που κατέχουν πτυχία Μέσων Τεχνικών Σχολών που καταργήθηκαν με το Ν. 576/1977 ". Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους της εναγομένης, που κατέχουν πτυχία ισότιμα με τα πτυχία των Μέσων Τεχνικών Σχολών που καταργήθηκαν με το Ν. 576/1977. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε τα ίδια και είχε κάνει δεκτή την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με τις ως άνω παραδοχές, ότι οι αναιρεσίβλητοι, κάτοχοι πτυχίων Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων των Ν. 576/1977 και 1566/1985 (νέου τύπου) ειδικότητας μηχανολογικού, ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού τομέα, που είναι ισότιμα με τα πτυχία αντίστοιχης ειδικότητας των Μέσων Τεχνικών Σχολών (εργοδηγών) του Ν.Δ. 580/1970 (παλαιού τύπου), έχουν τα τυπικά προσόντα για την ένταξή τους στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία του προσωπικού της αναιρεσείουσας, ως κατέχοντες πτυχία ισότιμα των πτυχίων αντίστοιχης ειδικότητας που παρείχαν οι Μέσες Τεχνικές Σχολές που καταργήθηκαν με το Ν. 576/1977 και τα οποία παρέχουν στους κατόχους αυτών το δικαίωμα κατατάξεως στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία, οι δε αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμες. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου πρώτου του Ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το Ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον Α. Ν.1559/1950, που κυρώθηκε με το Ν. 1630/1951‚ μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο " ΟΛΠ ΑΕ ", η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος ‚λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον Κ.Ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 καθώς και τον Α.Ν.1559/1950 ‚όπως κάθε φορά ισχύουν. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 παρ. 2 περ. γ του Α.Ν. 1559/1950, όλες εν γένει οι διατάξεις περί βραχυπρόθεσμων παραγραφών, που ισχύουν εκάστοτε για τις κατά του Δημοσίου οιασδήποτε αξιώσεις, εφαρμόζονται και επί των απαιτήσεων κατά του ΟΛΠ και κατά το άρθρο 31 παρ. 3 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης (Κ.Ο.Δ.) του ΟΛΠ, ο οποίος κυρώθηκε και έχει ισχύ νόμου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ, 45057/11/72/17/1/1973 Υπουργική Απόφαση, " ο χρόνος παραγραφής των κατά του Ο.Λ.Π. αξιώσεων των μονίμων υπαλλήλων αυτού ως και επί σχέσει ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου συνδεομένου μετ' αυτού πάσης φύσεως προσωπικού του Ο.Λ.Π. εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ορίζεται εις δύο έτη". Ίδια διατύπωση έχει και η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 " περί λογιστικού των ΝΠΔΔ ". Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει‚ κατά το άρθρο 22 παρ. 1β (Συντ.) όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας και κατά το άρθρο 25 παρ. 1 (του Συντ.), τα δικαιώματα του ανθρώπου‚ ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο ό παρ. Ι της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), "πάν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως‚ δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος‚ το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεώ του αστικής φύσεως ..." Η χώρα μας έχει κυρώσει την ΕΣΔΑ με το Ν.Δ. 53/1974. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως διατάξεις νόμων‚ με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες Ως εκ τούτου ανίσχυρες είναι και σι διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 3 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης του ΟΛΠ, του άρθρου 3 του ΑΝ. 1559/1950 και του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, με τις οποίες θεσπίζεται διετής παραγραφή των αξιώσεων των εργαζομένων κατά του Ο.Λ.Π. που αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, χωρίς αυτό να δικαιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ως αντιτιθέμενες στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠ (σχ. Ολ.Α.Π. 11/2008). Συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσίβλητων υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ και όχι στη διετή ως άνω παραγραφή, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις (των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22 παρ. Ι β και 25 παρ. Ι του Συντάγματος, ό της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), οι δε αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας‚ που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με τις οποίες αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμες. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά ‚εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του ‚ κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου . Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού ‚ όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.ΑΠ 8/2011, Ολ.ΑΠ 8/2001). Είναι δε προφανής η υπέρβαση όταν η άσκηση του δικαιώματος οδηγεί κατ' αντικειμενικά κριτήρια σε αποτελέσματα που έρχονται σε αντίθεση με το αίσθημα περί δικαίου και την ηθική τάξη και προκαλεί την έντονη εντύπωση της αδικίας. Περαιτέρω η μελλοντική άσκηση από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά καθ' εαυτήν ειδική περίσταση αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη (Ολ. ΑΠ 5/2001). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων ασκούνται κατά κατάχρηση δικαιώματος, γιατί οι τελευταίοι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσεως με αυτήν ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τη μη ένταξή τους στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία, ούτε διεκδίκησαν τις σχετικές μισθολογικές διαφορές από τη μη ένταξή τους στην εν λόγω κατηγορία, δημιουργώντας σ' αυτήν ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν στο μέλλον τυχόν δικαιώματα εναντίον της, ενώ περαιτέρω τυχόν ευδοκίμηση της κρινόμενης αγωγής θα επιδεινώσει σε σημαντικό βαθμό την ήδη κακή οικονομική κατάσταση αυτής, η οποία μάλιστα θα επιβαρυνθεί από την μετά βεβαιότητας άσκηση ομοίων αξιώσεων από άλλους εργαζομένους, είναι μη νόμιμος, γιατί και αληθών υποτιθεμένων όσων εκτίθενται από την εναγομένη, η άσκηση των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων δεν χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον η εναγομένη δεν επικαλείται αφενός μεν ότι δημιουργήθηκε σ' αυτήν η πεποίθηση λόγω της επί μακρόν αδράνειας των εναγόντων ότι δεν θα ασκήσουν στο μέλλον τις επίδικες αξιώσεις τους, αφετέρου ότι συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικώς μνημονευόμενες ειδικές συνθήκες, οι οποίες καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, μη αρκούσης προς τούτο μόνης της μη άσκησης των επίδικων αξιώσεων για σημαντικό χρονικό διάστημα ή της κακής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης ή της πιθανότητας πρόκλησης Οικονομικών συνεπειών για αυτήν (εναγομένη) ή της πιθανότητας άσκησης όμοιων αξιώσεων και από άλλους εργαζομένους. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση καθόσον, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχουν σι κατά νόμο προϋποθέσεις προς θεμελίωση του ασκούμενου με την ως άνω ένσταση δικαιώματος και οι Τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο παρέστη με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις με τις οποίες δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1/3/2012 αίτηση για αναίρεση της 740/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς καθώς και την από την από 27/11 12012 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της αναιρεσείουσας προς το Ελληνικό Δημόσιο Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ