Αριθμός 1963/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου υπό του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Μοσχάτου Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Κοινοποιούμενη: Προς τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Απριλίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4424/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4353/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 & 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά ή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 23/96 και 4/94). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ` άρθρο 575 εδ. β του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ` αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παραστάσεώς του κατ` αυτήν. Στην κρινόμενη υπόθεση, η αίτηση για αναίρεση της 4353/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προσδιορίστηκε, με επίσπευση του αναιρεσείοντα, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 5ης 11ου 2012, κατά την οποία ο αναιρεσείων φέρεται να εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ιωάννη Χολέβα και το αναιρεσίβλητο από την Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Ιωάννα Λεμπέση. Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης απόφασης δικάσιμο. Κατά την τελευταία δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, δεν παρέστη ο αναιρεσείων, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά της στο πινάκιο, ενώ παρέστη το αναιρεσίβλητο εκπροσωπούμενο από την ίδια ως άνω νομικό παραστάτη. Ωστόσο, από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα, με ενέργειες του οποίου επισπεύθηκε και προσδιορίστηκε για συζήτηση η υπόθεση στην αρχική δικάσιμο κατά την οποία εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα, διέθετε την αναγκαία προς τούτο πληρεξουσιότητα. Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών, κατά την αρχική δικάσιμο και παράλληλα δεν προκύπτει έγκυρη για τη δικάσιμο αυτή επίσπευση της υπόθεσης, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο δεν μπορεί να ισχύσει ως κλήτευση αυτού και συνακόλουθα έπρεπε αυτός να κλητευθεί για τη νέα δικάσιμο, ενέργεια όμως που δεν αποδεικνύεται ούτε άλλωστε επικαλείται ότι προέβη το αναιρεσίβλητο. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10-11-2011 αιτήσεως για την αναίρεση της υπ' αρ. 4353/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ