Αριθμός 346/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη- Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ειρήνη Φωτιάδου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 235/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 655/2005. Αφού άκουσε την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται στην περίπτωση, που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση ή απάντησε μεν σ' αυτή αλλά την απέρριψε παρά το νόμο. Εντεύθεν παρέπεται ότι έλλειψη ακροάσεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν απαντά επί αυτοτελούς ισχυρισμού, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτός είχε προταθεί ορισμένως και είναι νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες κατηγορείται, λόγω νοσηρής διαταράξεως της συνειδήσεώς του, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο εκείνων, άλλως είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, ο οποίος απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν από το δικαστήριο. Επομένως δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά στη διάταξη αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των λεπτομερώς κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος στις 21-5-1999, αφού εισήλθε στο υποκατάστημα του ΟΤΕ που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Κηφισίας, αριθμ. 99, στο Μαρούσι Αττικής, αφήρεσε από το γραφείο του υπαλλήλου .... που βρίσκεται στον 8ο όροφο του κτιρίου, το πορτοφόλι αυτού, το οποίο περιείχε, την αστυνομική του ταυτότητα, 120.000 δρχ. περίπου, μία πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Εργασίας (VISA) με αριθμ. .... , μία κάρτα ανάληψης της Εθνικής Τράπεζας (ΕΘΝΟ CASH), μία κάρτα ανάληψης της Τράπεζας Εργασίας (ΕRGO CASH) μία μαγνητική κάρτα εισόδου στο επί της Λ. Κηφισίας 34 κτίριο "ATRINA", μια υπηρεσιακή ταυτότητα του ΟΤΕ και διάφορα άλλα έγγραφα και 2) αφήρεσε από εργαλιοθήκη του καταστήματος "GOODYS" που βρίσκεται στη Λ. Κηφισίας ένα κατσαβίδι, όλα αυτά δε με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. 3) Στη Συνέχεια αφού πήγε στο επί της Λ. Κηφισίας κατάστημα της εταιρείας PANAVOX A.E., αγόρασε 2 κινητά τηλέφωνα μάρκας "NOKIA GILLO" συνολικής αξίας 179.799 δρχ. κάνοντας χρήση της παραπάνω πιστωτικής κάρτας RGOEARP VISA, κατάρτισε δε την υπ' αριθμ. .... απόδειξη λιανικής πώλησης της εταιρείας αυτής, καθώς και 6 αποδείξεις υποδοχής της παραπάνω συναλλαγής (αγορές τηλεφώνων) ποσού 30.000 δρχ. η μία και 24.400 δρχ. οι υπόλοιπες, υπογράφοντας αυτές ως .... , 4) επίσης αφού μετέβη στο επί της Λ. Κηφισίας 60, κατάστημα της εταιρείας "STET HELLAS" αγόρασε 5 κάρτες "ΤELESTET BE FREE" με χρήση και πάλιν της παραπάνω κάρτας "EΘNO CASH" και κατάρτισε μία απόδειξη αποδοχής της εν λόγω συναλλαγής, ποσού 30.005 δρχ, υπογράφοντας αυτήν επίσης ως ..... , στη συνέχεια δε κάνοντας χρήση των πιο πάνω αποδείξεων, παραδίδοντας αυτές στους υπαλλήλους - πωλητές των παραπάνω εταιρειών, παραπλανώντας τους ότι αυτός είναι ο ίδιος ο δικαιούχος των παραπάνω καρτών. Περαιτέρω με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία ήτοι του .... παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους των παραπάνω πωλητριών εταιρειών ότι ονομάζεται ... και ότι ήταν ο νόμιμος κάτοχος των παραπάνω καρτών κι' έτσι τους έπεισε να τους πωλήσουν τα είδη που προαναφέρθηκαν πληρώνοντας το αντίτιμό τους με τη χρήση των παραπάνω καρτών αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του δικαιούχου των καρτών .... , ισόποσα με την παραπάνω τιμή αγοράς των πιο πάνω ειδών. Επομένως αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για όλες τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ήτοι της κλοπής κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και απάτη κατ' εξακολούθηση. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτός κατά το χρόνο της τελέσεως όλων των παραπάνω πράξεων "ήταν ακαταλόγιστος, λόγω νοσηρής διαταράξεως της συνείδησής του, τέτοιας ώστε να στερείται να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο λόγω τοξικομανίας του, άλλως ότι διέπραξε τις παραπάνω πράξεις με ελαττωμένη ικανότητα καταλογισμού (άρθρ. 34, 36 ΠΚ) είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον κάτι τέτοιο δυσχερώς δύναται να νοηθεί, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε αυτός και οι πράξεις τις οποίες τέλεσε, δείχνουν ότι τελούσε σε πλήρη πνευματική διαύγεια και αδιατάρακτη τη συνείδησή του, δεν τις τέλεσε δε για να εξασφαλίσει χρήματα για να αγοράσει τη δόση του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, αυτός ο οποίος ήταν τοξικομανής παρακολούθησε με επιτυχία το εγκεκριμένο σύμφωνα με το νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης του Οργανισμού κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ) και έχει ενταχθεί πλήρως στην κοινωνία (βλ. την από 30-11-2004 βεβαίωση του ΟΚΑΝΑ) γεγονός που πρέπει να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρ. 21 παρ. 1α' Ν. 2331/1995, 13 παρ. 3 του Ν. 1729/1987, όπως συμπληρώθηκε με άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 2721/1999 σε συνδ. με άρθρ. 84 παρ. 2ε ΠΚ. Το αίτημά του για αναστολή της εκτέλεσης της επιβληθησομένης ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. α, ε του Ν. 2331/95 πρέπει ΄να απορριφθεί ως αβάσιμο καθόσον, το άρθρο αυτό αναφέρεται σε τέλεση εγκλημάτων του αρθ. 5του ν. 1729/87, για τα οποία δεν πρόκειται εν προκειμένω. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικής ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, παρ. 1, 98 παρ.1, 216 παρ. 1, 372 παρ. 1 εδ. α' και 386 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ. τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Προσθέτως η προσβαλλόμενη απόφαση με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον περί ελλείψεως καταλογισμού, άλλως τον περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Ειδικότερα οι προεκτεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούν "πιστή αντιγραφή του διατακτικού της τελευταίας", όπως διατείνεται ο αναιρεσείων και τούτο ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενη αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εάν βεβαίως στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση και οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων παραπάνω εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που αποδίδεται σφάλμα στο δικαστήριο της ουσίας, περί την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 235/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 16 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ