Αριθμός 1786/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Β. συζύγου Μ. Κ., το γένος Λ. Β., κατοίκου ..., 2) Κ. Β. του Λ., κατοίκου ..., (αμφότεροι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας Α. χήρας Λ. Β. και του αποβιώσαντος αρχικά ανακόπτοντος Λ. Β.), 3) Β. συζύγου Π. Λ., το γένος Π. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βέμμο και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Κ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 5) Τ. Β. του Π., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6) Γ. Β. του Π., κατοίκου ... για τους εαυτούς τους ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσας αρχικής ανακόπτουσας Ε. Β., 7) Κ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 8) Σ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 9) Ν. συζύγου Δ. Δ., το γένος Ν. Β., κατοίκου ... ..., 10) Π. χήρας Ν. Β., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., 11) Κ. Β. του Η., κατοίκου ..., 12) Μ. συζύγου Π. Π., το γένος Η. Β., κατοίκου ..., 13) Ι.-Μ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ως ειδικής διαδόχου της αρχικής ανακόπτουσας Ι. συζύγου Γ. Β. το γένος Α. Ά., 14) Π. χήρας Σ. Α., το γένος Γ. Θ., κατοίκου ..., 15) Σ. συζύγου Μ. Γ., το γένος Ι. Λ., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου του απόβιώσαντος αρχικά ανακόπτοντος Κ. Λ. του Χ., 16) Α. χήρας Γ. Λ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., 17) Χ. Λ. του Γ. συζύγου Α. Δ., κατοίκου ..., 18) Κ. Λ. του Γ. συζύγου Π. Χ., κατοίκου ..., (και των τριών, ήτοι των 16ης, 17ης και 18ης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά ανακόπτοντος Γ. Λ.), 19) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βέμμο και κατέθεσαν προτάσεις, 20) Κ. Χ. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 21) Π. Χ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βέμμο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Φαρμακευτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η αρχικά ανιρεσίβλητη Ανώνυμη Φαρμακευτική Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σταθογιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Β. του Σ., κατοίκου Ναυπλίου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρεύοντα, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 5 αναιρεσείουσα Τ. Β. του Π. απεβίωσε στις 22/1/2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Άστρους Κυνουρίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Π. Β. - Κ. του Σ., κάτοικος ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις. Ακολούθως, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 20 αναιρεσείων Κ. Χ. του Ι., απεβίωσε στις 7/6/2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Άστρους Κυνουρίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Γ. Χ. του Ι., κάτοικος ..., β) Π. Χ. του Ι., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2004 ανακοπή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4/7/2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 705/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 116/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 379/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/2/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 35/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1929Β/13.12.2018 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Σ. Π., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 1.4.2019, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Δ. Β.. Μετά την από την 35/2022 πράξη του προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 κώδικα πολιτικής δικονομίας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων. Κατά την άνω δικάσιμο δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα (βλ. το από 16-3-202 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Α. Μ.) και, επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αρχική δικάσιμο (1.4.2018), πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από, για οποιονδήποτε λόγο, ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ' άρθ. 575 ΚΠολΔικ. (Ολ. ΑΠ 143/1984, Ολ. ΑΠ 654/1984, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 238/2018, ΑΠ 717/2017, ΑΠ 949/2015, ΑΠ 649/2015, ΑΠ 1669/2014, ΑΠ 1219/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, η από 12.2.2018 αίτηση της Β. Β., Κ. Β. κλπ, για αναίρεση της 379/2017 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, προσδιορίσθηκε, αρμοδίως, να συζητηθεί, αρχικά, στη δικάσιμο της 1.4.2019, με την 35/2022 δε πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου ορίσθηκε νέα δικάσιμος της εν λόγω αίτησης η 20.3.2023 σύμφωνα με το άρθρο 307 ΚΠολΔ. Οι αναιρεσείοντες, με το, από 2.2.2023, αυτοτελές δικόγραφο άσκησαν προσθέτους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι, μαζί με το κύριο δικόγραφο της αναίρεσης, συζητήθηκαν, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.3.2023). Το δικόγραφο όμως αυτό των προσθέτων λόγων, μολονότι με βάση τη νέα δικάσιμο ασκήθηκε εμπροθέσμως, είναι, ενόψει των όσων έχουν σχετικώς εκτεθεί, απαράδεκτο, αφού δεν ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών, πριν από την πρώτη χρονολογικώς προσδιορισμένη δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης (1.4.2019) αλλά πολύ μετά από αυτήν (2.2.2023) και για το λόγο αυτόν, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της εκτέλεσης, που επισπεύσθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη σε βάρος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, την από 15-11-2004 ανακοπή τους με την οποία, επικαλούμενοι εμπράγματο δικαίωμά τους επί του αντικειμένου της εκτελέσεως, ζήτησαν να ακυρωθούν η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης και η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης των ακινήτων που περιγράφονται στην ανακοπή κατά το μέρος που προσβάλλουν το επ' αυτών εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και συγκυριότητάς των. Ειδικότερα, με την ανακοπή τους, όπως αυτή εκτιμάται, ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Κ. Β. του Γ. ήταν κύριος ενός ακινήτου (αγροκτήματος) που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος Άνω ... του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας και στον οικισμό ..., εκτάσεως κατά μεν τους τίτλους κυριότητας 200 στρεμμάτων, στην πραγματικότητα, όμως, 650 στρεμμάτων. Ότι ο εν λόγω δικαιοπάροχός τους, που αποβίωσε το έτος 1958, παραχώρησε όσο ζούσε στα παιδιά του Κ., Ε., Ό. και Η., ατύπως, κατά την αποχώρησή τους από την οικογενειακή στέγη, λόγω του γάμου τους, συγκεκριμένα στον καθένα τμήματα του άνω ενιαίου ακινήτου του. Επίσης παραχώρησε, ατύπως, στα υπόλοιπα παιδιά Γ., Ν., Π., Σ. (δικαιοπάροχο του καθού η εκτέλεση) και Λ. συγκεκριμένα στον καθένα τμήματα του αυτού ακινήτου, τα οποία κατά ειδικότερη θέση, έκταση και όρια περιγράφονται στην ανακοπή (βλ. ιδία σελ. 3, 4, 6, 8, 13-21, 28-30, 31-36). Ότι όλα τα ανωτέρω τέκνα του Κ. Γ. Β. και μετά τον θάνατο όσων εξ αυτών αποβίωσαν οι αναφερόμενοι στην ανακοπή κληρονόμοι τους νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου τα παραχωρηθέντα στον καθένα διακεκριμένα τμήματα του ακινήτου από της παραχωρήσεώς τους και μέχρι της ασκήσεως της ανακοπής, ανεγείροντας επ' αυτών οικίες, συντάσσοντας γι' αυτές σχεδιαγράμματα και δηλώνοντας αυτές στο οικείο Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησίες τους, συνέταξαν δε και προσυπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο αποτύπωσαν τις κατά πλήρη κυριότητα ιδιοκτησίες του καθενός εξ αυτών. Ότι επί της υπόλοιπης "αδιανέμητης" ως άνω έκτασης ο ανωτέρω δικαιοπάροχός τους εγκατέστησε με δημόσια διαθήκη του μοναδικούς κληρονόμους του τα παιδιά Γ., Ν., Π., Σ. και Λ., οι οποίοι, δια της αποδοχής της κληρονομίας και μεταγραφής της πράξεως αποδοχής κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό ο καθένας 1/5. Ότι μετά τον θάνατο των Π. Κ. Β., Ν. Κ. Β., Η. Κ. Β., Γ. Κ. Β., Κ. Κ. Β., Ε. Κ. Β. και Ό. Κ. Β., οι ιδιοκτησίες τους, διακεκριμένες και εξ αδιαιρέτου, περιήλθαν στους κληρονόμους τους ανακόπτοντες, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην ανακοπή. Ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων για την ικανοποίηση απαιτήσεώς της κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Δ. Β. του Σ., επέβαλε κατάσχεση όχι μόνο στα ανήκοντα σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα με αριθ. ...-... της έκθεσης κατάσχεσης ακίνητα, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα τμήματα του αγροκτήματος στη Θέση ... Άνω ..., που είχαν παραχωρηθεί άτυπα, κατά τα ανωτέρω, στον πατέρα του Σ. Κ. Β., καθώς και στο ανήκον σ' αυτόν 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του "αδιανέμητου" τμήματος του ιδίου αγροκτήματος, αλλά, δια της κατασχέσεως των 3/20 εξ αδιαιρέτου ολόκληρου του κάποτε ενιαίου ως άνω ακινήτου του απωτέρου δικαιοπαρόχου τους, που περιγράφεται στην έκθεση κατάσχεσης με τον αριθμό ..., επέβαλε κατάσχεση και στα ως άνω αυτοτελή διακεκριμένα τμήματα που έλαβαν οι ανακόπτοντες και οι δικαιοπάροχοί τους και νέμονταν με διάνοια κυρίου, επί των οποίων, όμως, διακεκριμένων ιδιοκτησιών δεν έχει ο καθού η εκτέλεση ουδέν δικαίωμα. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 37/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία, δέχθηκε μεν ότι οι ανακόπτοντες επικαλούνται ιδία αυτών (αποκλειστική) κυριότητα σε ακίνητα που κατασχέθηκαν, πλην όμως απέρριψε ως προς αυτά την ανακοπή ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι οι ανακόπτοντες δεν εξέθεταν με σαφήνεια τα κτητικά της κυριότητάς τους πραγματικά περιστατικά με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο ως προς τα υπ' αριθ. 1-13 κατασχεθέντα ακίνητα, στα οποία φαίνεται να εντάσσει και εκείνα στα οποία οι ανακόπτοντες αορίστως επικαλέσθηκαν ως άνω αποκλειστική κυριότητα, δέχθηκε ότι οι ανακόπτοντες συνομολογούν ότι ο δικαιοπάροχος του δεύτερου εκ των καθών η ανακοπή ήταν συγκύριος αυτών κατά ποσοστό 1/5 και για το λόγο αυτό απέρριψε την ανακοπή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 26-10-2006 έφεσή τους, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι αυτοί, αφού και πάλι επικαλέστηκαν και περιέγραψαν τις διακεκριμένες ιδιοκτησίες τους στην εαρινή θέση του συνοικισμού ... Άνω ... και ισχυρίσθηκαν ότι αυτές εμπίπτουν στο με αριθ. εκθέσεως κατασχέσεως ακίνητο 4 ακίνητο των 200 στρεμμάτων, παραπονέθηκαν με αυτοτελείς λόγους έφεσης ότι η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή τους ως αόριστη και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 116/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου η οποία έκρινε ότι η ανακοπή κατά το μέρος που επιδιώκει την ακύρωση της εκτέλεσης με την επίκληση προσβολής του δικαιώματος κυριότητας εκάστου των ανακοπτόντων επί των κατασχεθέντων ακινήτων στον οικισμό ... Άνω ... που περιγράφονται στην έκθεση κατάσχεσης με τους αριθ. 1-13, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων, αφού αυτοί συνομολογούν με την ανακοπή τους ότι ο δικαιοπάροχος του καθού η εκτέλεση Σ. Β. ήταν συγκύριος κατά 1/5 των εκτάσεων αυτών και ότι επομένως, δια της αποδοχής της κληρονομίας του από τον καθού η εκτέλεση και μεταγραφής της πράξεως αποδοχής, αυτός (καθού η εκτέλεση) κατέστη κύριος κατά το ανωτέρω ποσοστό που ανήκε στον πατέρα του και είναι μεγαλύτερο του κατασχεθέντος 3/20 εξ αδιαιρέτου, με βάση δε την παραδοχή αυτή, απέρριψε την έφεση των ανακοπτόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων. Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες άσκησαν την από 4-7-2009 αίτηση αναίρεσης. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 705/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο αναίρεσης που στηριζόταν στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και αναφερόταν στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του καθ'ου η ανακοπή, και δέχθηκε τους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, διότι η προσβαλλόμενη: 1) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη της ότι οι ανακόπτοντες συνομολογούν με την ανακοπή ότι ο καθού η εκτέλεση είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/5 ολοκλήρου του με αριθ. κατάσχεσης 4 ακινήτου, ήτοι και των διακεκριμένων ακινήτων που περιγράφονται στην ανακοπή και αποτελούν, κατ' αυτήν, τμήματα του κατασχεθέντος και περιγραφομένου στην έκθεση κατάσχεσης με τον αριθμό ... ακινήτου των 200 στρεμμάτων, τα οποία περιήλθαν σ' αυτούς (ανακόπτοντες) και στους δικαιοπαρόχους τους κατά κυριότητα κατά τον αναφερόμενο στην ανακοπή τρόπο, ενώ η περιεχόμενη στο δικόγραφο της ανακοπής ομολογία των ανακοπτόντων ότι ο δικαιοπάροχος του καθού η εκτέλεση ήταν συγκύριος κατά 1/5 αναφέρεται σαφώς στην περιγραφόμενη στην ανακοπή αδιανέμητη έκταση, ήτοι στην έκταση που απέμεινε από το ενιαίο ακίνητο των 200 στρεμμάτων μετά την άτυπη παραχώρηση από τον Κ. Γ. Β. στα παιδιά του των περιγραφομένων στην ανακοπή διακριμένων τμημάτων του ακινήτου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατασχεθείσες (και) ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες με αριθ. ...-... που είχαν περιέλθει στον δικαιοπάροχο του καθού η εκτέλεση Σ. Κ. Β., 2) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε τον περιεχόμενο στην ανακοπή και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης για την παρά τον νόμο απόρριψή του ως αορίστου αυτοτελή ισχυρισμό των ανακοπτόντων ότι οι τελευταίοι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας σε διακεκριμένα τμήματα του υπ' αριθ. εκθ. κατάσχεσης 4 (ενιαίου κάποτε) ακινήτου, γεγονός που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της ένδικης ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ και 3) παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, έκρινε δηλαδή ότι οι ανακόπτοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν την εκτέλεση. Με την 106/2014 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση των εκκαλούντων, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη 37/2006 απόφση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης και επανεκδικάζοντας την υπόθεση κατά το αναιρεθέν τμήμα της έκρινε ότι η ανακοπή είναι ορισμένη και ότι οι ανακόπτοντες έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της, ως προς δε τον ισχυρισμό της αποκλειστικής κυριότητας των ανακοπτόντων σε διακεκριμένα τμήματα του υπ' αριθ. εκθ. κατάσχεσης ακινήτου, διέταξε την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια με την 379/2017 απόφασή το Εφετείο Ναυπλίου απέρριψε κατ' ουσίαν την ανακοπή καθ' ό μέρος είχε κριθεί νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "Ο απώτερος δικαιοπάροχος των ανακοπτόντων και του δεύτερου καθ' ου, Κ. Β., ο οποίος ήταν κάτοικος ... και απεβίωσε στις 12-11-1958, απέκτησε με το με αριθμό .../8-5-1920 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... και ... Γ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, εκτός των άλλων, και το εξής ακίνητο: "αγρό μετά των παρακείμενων αυτού ακαλλιέργητου τόπου, του εντός αυτού Ιερού Ναού ... και εν γένει παρακολουθημάτων του αγρού και του συνεχόμενου ακαλλιέργητου τόπου (διαχωριζομένου του αγρού δια επαρχιακής οδού) κείμενος εις θέση ... της περιφέρειας ... του τέως Δήμου ... οριζόμενου γύρωθεν με περιβόλιον Γ. Σ., με δρόμο ..., με Γ. Λ. Γ., με αγρόν Α. Κ., με βράχον, με αγρόν Δ. Π., με άγριον τόπον της κοινότητας ..., με δρόμον ..., ράχη ως χύνουν τα νερά, αγρόν Γ. Σ., ... βρύση, επαρχιακόν δρόμον και χερσαίον τόπον Γ. Σ.". Ως προς το ακίνητο αυτό .... οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για ένα ακίνητο συνολικής έκτασης 640 και όχι 200 στρεμμάτων, από το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος τους απέκοψε διακριτά τμήματα, τα οποία παραχώρησε σε τέσσερα τέκνα του και στο υπόλοιπο τμήμα αυτού εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τα υπόλοιπα πέντε τέκνα του, ένα από τα οποία ήταν και ο πατέρας και δικαιοπάροχος του δεύτερου καθ' ου. Ισχυρίζονται δε ακόμη ότι το με αριθμό κατασχεθέν ... ακίνητο (εκ των περιγραφόμενων κατασχεθέντων ακινήτων που κείνται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... και στον οικισμό ...) η περιγραφή του οποίου στη με αριθμό ... έκθεση κατάσχεσης είναι η εξής: "ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου οικίας με καλύβι, σταυλαποθήκη, αγρούς ποτιστικούς με οπωροφόρα δέντρα, συνολικής εκτάσεως διακοσίων στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ..." και στη με αριθμό ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης είναι η εξής: "ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου οικίας με καλύβι, σταυλαποθήκη, αγρούς ποτιστικούς με οπωροφόρα δέντρα, συνολικής εκτάσεως διακοσίων (200) στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ... που συνορεύει γύρω με ιδιοκτησία Γ. Ε. Γ., ιδιοκτησία Ι. Τ., ιδιοκτησία Γ. Γ., ιδιοκτησία δημοτικού διαμερίσματος Άνω ..., ιδιοκτησία Γ. Κ., ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Κ., επαρχιακό δρόμο, δρόμο προς ..., βράχο", καταλαμβάνει όλη την αρχική έκταση του κάποτε ενιαίου ακινήτου και επομένως καταλαμβάνει και τις δικές τους ατομικές και κοινές ιδιοκτησίες, που -προήλθαν στη συνέχεια από το ακίνητο αυτό και επί των οποίων πλέον αυτοί είναι αποκλειστικοί κύριοι ή συγκύριοι επί της αντίστοιχης μερικότερης ιδιοκτησίας. Σημειώνεται κατ' αρχάς στο σημείο αυτό ότι αν και αναφέρεται από τους εκκαλούντες ... ότι η τότε ασκούσα καθήκοντα Υποθηκοφύλακα συμβολαιογράφος κ. Θάνου αντιστοίχησε ανεπίτρεπτα και παράνομα το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, δεν προσκομίζει κάποιος από τους διαδίκους αντίγραφο του τηρούμενου στο Υποθηκοφυλακείο ειδικού βιβλίου κατασχέσεων, στο οποίο είναι εγγραπτέα κατ' άρθρο 995 παρ. 2 ΚΠολΔ, η κατάσχεση βάσει του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης που επιδίδεται στον Υποθηκοφύλακα της περιφέρειας του κατασχεμένου ακινήτου, προκειμένου να διαπιστωθεί σε ποιο ακίνητο ενεγράφη η εν λόγω κατάσχεση. Καθώς και σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα έχει ενταχθεί στο Κτηματολόγιο, κατά το χρόνο άσκησης της ανακοπής είχαν αναρτηθεί οι πίνακες της Α' και της Β' ανάρτησης, δεν έχουν γίνει όμως οριστικές οι πρώτες εγγραφές στο Κτηματολογικό Γραφείο Άστρους, παραταθείσας της προθεσμίας μέχρι το Σεπτέμβριο του 2018. Πλέον, από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα της εκτελεστικής διαδικασίας, το κατασχεθέν ακίνητο προσδιορίζεται το πρώτον με αριθμό ΚΑΕΚ (και συγκεκριμένα με τον αριθμό ...), με την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Π. Σ., που αφορά στην επίδοση στο δεύτερο καθ' ου η ανακοπή- οφειλέτη της πρώτης καθ' ης η ανακοπή- ακριβούς επικυρωμένου αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό ... περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Ομοίως, αναφέρεται και στην πραγματογνωμοσύνη του ορισθέντος πραγματογνώμονα καθώς και στις τεχνικές εκθέσεις των ορισθέντων τεχνικών συμβούλων, ότι στο κτηματολογικό γραφείο Άστρους το εν λόγω με αριθμό ...κατασχεθέν ακίνητο έκτασης 302.113 τ.μ. έχει αντιστοιχηθεί με το ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Οι ανακόπτοντες με τις προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... δεν ταυτίζεται κατά την περιγραφή του με την περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου και επομένως το με αριθμό ΚΑΕΚ ... ακίνητο δεν είναι αυτό έχει που πράγματι έχει κατασχεθεί με την έκθεση κατάσχεσης αλλά το πράγματι κατασχεθέν είναι το κάποτε ενιαίο ακίνητο και συνακόλουθα κακώς εκπλειριάστηκε αυτό με επίσπευση της πρώτης καθ' ης και κατακυρώθηκε στην ίδια ως υπερθεματίστρια, που έτσι πλέον κατέστη συγκύρια του όλου ακινήτου. Πλην όμως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων ο δεύτερος καθ' ου η ανακοπή είχε πράγματι συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., στο οποίο είναι επίσης συγκύριοι και κάποιοι από αυτούς. Ο ισχυρισμός δε αυτός περί της συγκυριότητας συνάδει και με το προσκομιζόμενο από αμφότερες τις διάδικες πλευρές Απόσπασμα Κτηματολογικού Διαγράμματος που αφορά στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ... ; στο οποίο αναγράφονται ως συγκύριοι του ακινήτου αυτού οι κάτωθι: Β. Γ. του Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Κ. του Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Λ. του Κ. κατά ποσοστό 20%, Β. Ε. του Γ. κατά ποσοστό 5%, Β. Γ. του Κ. κατά ποσοστό 20%, Β. Κ. του Δ. Γ. κατά ποσοστό 5%, Λ. Β. του Β. Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Τ. του Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Κ. του Ν. κατά ποσοστό 10%, Β. Σ. του Ν., κατά ποσοστό 10%, και ... (δηλαδή η πρώτη καθ' ης) κατά ποσοστό 15%, στο σημείο δε αυτό αναφέρεται ότι η καθ' ης επέβαλε κατάσχεση στο ποσοστό της κληρονομιάς που κληρονόμησε εξ αδιαθέτου ο οφειλέτης της από τον πατέρα του (ήτοι στα 3/4 του ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησίας του θανόντος 3/20 ή 15%). Ωστόσο, κατά τα προαναφερόμενα και σύμφωνα με τις εγγραφές που έχουν χωρήσει στο οικείο Κτηματολόγιο, στο οποίο μάλιστα (Κτηματολόγιο), όπως προκύπτει τόσο από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης όσο και από τις τεχνικές εκθέσεις, δεν έχει καταχωρηθεί αυτοτελές ακίνητο επιφάνειας 200 και ήδη 640 στρεμμάτων, το δικαίωμα συγκυριότητας, όσων εκ των ανακοπτόντων είναι συγκύριοι στο με αριθμό ΚΑΕΚ ... ακίνητο, δεν βλάπτεται, καθώς δεν έλαβε χώρα αναγκαστική εκτέλεση επί του δικού τους ποσοστού συγκυριότητας. Αλλά ούτε και βλάπτεται το δικαίωμα τους συγκυριότητας από την τυχόν ανακριβή περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου στην έκθεση κατάσχεσης και στην περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης καθώς η εσφαλμένη, κατά τους ισχυρισμούς τους, περιγραφή δεν αποτυπώθηκε σε επέμβαση στο δικαίωμα της κυριότητας τους με βάση την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ενώ σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ισχυρισμός τους ότι με την κατάσχεση του αναφερόμενου ως με αριθμό ... ακινήτου επιβλήθηκε κατάσχεση και στις δικές τους αυτοτελείς ιδιοκτησίες στερείται ερείσματος, καθότι ουδεμία τέτοια επενέργεια υπήρξε ούτε και αποτυπώθηκε στις οικείες εγγραφές στο Κτηματολόγιο, αλλά ο πλειστηριασμός έγινε για συγκεκριμένο ακίνητο και δεν νοείται βεβαίως ότι θα επακολουθήσει και άλλη εκτελεστική διαδικασία επί του αναφερόμενου με αριθμό ... ακινήτου, υπολαμβανόμενού ως ακινήτου διαφορετικού από το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., με το οποίο έχει ήδη αντιστοιχηθεί. Και αυτό είναι στην προκειμένη περίπτωση το κρισιολογούμενο ζήτημα, εάν δηλαδή έλαβε χώρα και σε ποια έκταση προσβολή του δικού τους δικαιώματος κυριότητας/συγκυριότητας. Αντιθέτως, δεν αποτελεί αντικείμενο της κρινόμενης ανακοπής το ζήτημα εάν η ανακριβής περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητα του. Άλλωστε, όσον αφορά τα ακίνητα με αριθμό ΚΑΕΚ όμοιο το αρχικό τμήμα ... και τα πρόσθετα αριθμητικά στοιχεία ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., για τα οποία τέθηκε θέμα πραγματογνωμοσύνης, επί των οποίων οι ανακόπτοντες με την ανακοπή προβάλλουν δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας ή συγκυριότητας, και κατά τους ισχυρισμούς τους τα ακίνητα αυτά αποτελούν μέρος του αρχικού (ενιαίου κάποτε) ακινήτου, τα ακίνητα αυτά δεν αποτελούν μέρος τους ως άνω με ΚΑΕΚ ... ακινήτου, δεν κατασχέθηκαν και δεν εκπλειστηριάστηκαν με τις προσβαλλόμενες εκθέσεις. Ομοίως, τα με αριθμούς ...-... κατασχεθέντα ακίνητα (εκ των περιγραφόμενων κατασχεθέντων ακινήτων που κείνται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος Άνω ... και στον οικισμό ...), δεν αποτελούν μέρος τους ως άνω με ΚΑΕΚ ... ακινήτου, για τα οποία επίσης τάχθηκε θέμα πραγματογνωμοσύνης για την ενδελεχή εξέταση του αποδεικτέου θέματος (καθώς η εκκαλουμένη απόφαση δεν εξαφανίστηκε κατά το μέρος που απέρριψε την ανακοπή ως προς τα ακίνητα αυτά), αυτά κατασχέθηκαν ως. ανήκοντα στην αποκλειστική κυριότητα του δεύτερου καθ' ου η ανακοπή, οι ανακόπτοντες δεν προβάλλουν δικό τους δικαίωμα κυριότητας/συγκυριότητας και ο ισχυρισμός τους ότι αυτά αποτελούν επίσης μέρος του αρχικού (ενιαίου κάποτε) ακινήτου με βάση όσα προεκτέθηκαν δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τις δικές τους ιδιοκτησίες. .... Μάλιστα, ο εν προκειμένω δεύτερος καθ' ου η ανακοπή είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης την από 22-11-2004 ... ανακοπή του, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρωτικής έκθεσης επικαλούμενος εσφαλμένη περιγραφή των ακινήτων, και ειδικότερα για το "συγκεκριμένο ακίνητο ισχυριζόταν όσα και οι εν προκειμένω ανακόπτοντες, που όμως απορρίφθηκε λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της αλλά και λόγω αοριστίας με τη με αριθμό 88/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, κατά της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί έφεση. Περαιτέρω, όσον αφορά τα λοιπά με αριθμούς 1-3 και 5-13 ακίνητα, σύμφωνα με την- έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από αυτά τα ακίνητα με αριθμούς ΚΑΕΚ ..., ..., ..., ... αποτελούν τμήματα της αρχικής ιδιοκτησίας του Κωνσταντίνου Βέμμου, ενώ τα λοιπά ακίνητα (από τα με αριθμούς 1-3 και 5-13) δεν αποτελούν τμήμα της προαναφερόμενης αρχικής έκτασης. Ομοίως και οι ανακόπτοντες με το από 15-12-2014 σημείωμα τους προς τον ως άνω πραγματογνώμονα, που οι ίδιοι επικαλούνται και προσκομίζουν (με αριθμ. σχετ. 319), εκθέτουν ότι μέρος της αρχικής ως άνω ιδιοκτησίας είναι τα ως άνω ακίνητα με αριθμούς ΚΑΕΚ ..., ..., ..., ..., και δη ότι πρόκειται για ακίνητα που προήλθαν από το αδιανέμητο τμήμα του αρχικού ακινήτου, το οποίο, όπως προεκτέθηκε αποκτήθηκε από τα πέντε αδέρφια, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας και δικαιοπάροχος του δεύτερου καθ' ου, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα αδερφό, ενώ για τα λοιπά (από τα με αριθμούς 1-3 και 5-13) ακίνητα εκθέτουν ότι δεν αποτελούν τμήμα του αρχικού ακινήτου. Από τα προσκομιζόμενα δε από τους διαδίκους κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Άστρους, που αφορούν στα ακίνητα αυτά προκύπτει ότι η πρώτη καθ' ης απέκτησε από πλειστηριασμό ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου των ακινήτων αυτών (ήτοι τα 3/4 του 1/5), και ως συγκύριοι των ακινήτων αναγράφονται (το ίδιο για τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., ..., ...) οι κάτωθι: Β. Γ. του Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Κ. του Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Λ. του Κ. κατά ποσοστό 20%, Β. Ε. του Γ. κατά ποσοστό 5%, Β. Γ. του Κ. κατά ποσοστό 20%, Β. Κ. του Δ. Γ. κατά ποσοστό 5%, Λ. Β. του Β. Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Τ. του Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Κ. του Ν. κατά ποσοστό 10%, Β. Σ. του Ν. κατά ποσοστό 10%, και για το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... οι κάτωθι: άγνωστος κατά ποσοστό 3,75%, Β. Γ. του Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Λ. του Κ. κατά, ποσοστό 20%, Β. Ε. του Γ. κατά ποσοστό 5%, Β. Γ. του Κ. κατά ποσοστό 20%, Β. Κ. του Δ. Γ. κατά ποσοστό 5%, Λ. Β. του Β. Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Τ. του Π. κατά ποσοστό 3,75%, Β. Κ. του Ν. κατά ποσοστό 10%, Β. Σ. του Ν. κατά ποσοστό 10%. Επομένως, ούτε και στα ακίνητα αυτά υπήρξε προσβολή του δικαιώματος συγκυριότητας των ανακοπτόντων, αφού το ποσοστό του δεύτερου καθ' ου που κατασχέθηκε και κατόπιν εκπλειστηριάστηκε κατά τα εκτιθέμενα από τους ανακόπτοντες ανήκε πράγματι σε αυτόν και δεν το διεκδικούν. Συνεπώς, δεν υπήρξε προσβολή του επικαλούμενου από τους ανακόπτοντες δικαιώματος κυριότητας- συγκυριότητας επί ακινήτων και συνακόλουθα δέν πάσχει από ακυρότητα η διενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του δεύτερου καθ' ου και δεν ανακύπτει εντεύθεν λόγος ακύρωσης των προσβαλλόμενων εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης, περίληψης κατασχετήριας έκθεσης και περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Περαιτέρω, όσον αφορά τη σωρευθείσα στο ίδιο αναγνωριστική αγωγή περί αναγνώρισης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των ανακοπτόντων στα επίδικα ακίνητα και το αίτημα αυτής να αναγνωριστεί ότι η περιγραφή των ακινήτων των ανακοπτόντων είναι αυτή που αποτυπώνεται στις πρώτες εγγραφές και καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Άστρους, ... η αγωγή αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, καθώς, κατά τα προαναφερόμενα, δεν υπήρξε προσβολή δικαιωμάτων των ανακοπτόντων με την επιβολή της προκειμένης κατάσχεσης και την εκπλειστηρίαση των κατασχεθέντων ακινήτων ούτε και αμφισβήτηση εκ μέρους της καθ' ης της περιγραφής των-δικαιωμάτων των ανακοπτόντων στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου, υπό την έννοια βεβαίως της καταχώρησης εγγραφής εκ μέρους της στα βιβλία αυτά που να προσβάλλει το επικαλούμενο δικαίωμα τους καθώς κατά τα λοιπά η διαδικασία καταχώρησης ενός ακινήτου στο οικείο Κτηματολόγιο και η αμφισβήτηση της ορθότητας της πρώτης εγγραφής στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο διέπεται από τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τις διατάξεις των ν. 3127/2003, 3481/2006 και 4164/2013. Και συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ανακοπή, κατά το μέρος που εξετάστηκε από το παρόν δικαστήριο, κατά τα ως άνω ειδικότερα εκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δίκασε αντιμωλία των ανακοπτόντων - καλούντων - εκκαλούντων και απέρριψε την από 15.11.2004 ανακοπή, κατά το μέρος της το οποίο κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Από τη παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή -αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 114/2016, ΑΠ 191/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας υπάγονται (ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 531/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013). Για την ίδρυση δε του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει η προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανομένων αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1113/2017). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 487/2020). Με τον πρώτο λόγο και τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία τμήματα αυτών αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς το ζήτημα της ταύτισης του κατεσχημένου ακινήτου, που δεν έχει ΚΑΕΚ με το ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Εκ των ως άνω διαλαμβανόμενων στη προσβαλλόμενη, καθίσταται σαφές ότι τοιαύτη αντιφατική παραδοχή, που επικαλoύνται οι αναιρεσείοντες προς επιστήριξη των προβαλλόμενων λόγων της αναίρεσης τους, δεν υφίσταται, και ο λόγος αυτός πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ο δε σχετικός ισχυρισμός αποτελεί επιχείρημα για τη στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων, τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την αναιρεσιβαλλομένη το κατασχεθέν ακίνητο προσδιορίζεται με το ανωτέρω ΚΑΕΚ με την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Π. Σ., καθώς και από την πραγματογνωμοσύνη του ορισθέντος πραγματογνώμονα καθώς και από τις τεχνικές εκθέσεις των ορισθέντων τεχνικών συμβούλων από τα οποία προκύπτει ότι το με αριθμό ... κατασχεθέν ακίνητο έκτασης 302. 113 τετραγωνικών μέτρων έχει αντιστοιχηθεί με το ακίνητο με το ανωτέρω ΚΑΕΚ. Ενόψει τούτων οι οικείες αιτιάσεις περί αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι. Ομοίως, με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, κατ' επίκληση πλημμέλειας, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης μέμφονται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή τους κατά τη βάση της προσβολής των δικών τους χωριστών ιδιοκτησιών - συνιδιοκτησιών που καταλαμβάνουν έκταση 77 στρεμμάτων στο όλο ακίνητο των 640 στρεμμάτων. Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που πλήττει τα ανελέγκτως δεχθέντα πραγματικά περιστατικά, καθόσον η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι δεν υπήρξε προσβολή δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων με την επιβολή της κατάσχεσης και την εκπλειστηρίαση των κατασχεθέντων ακινήτων ούτε και αμφισβήτηση εκ μέρους της καθής της περιγραφής των δικαιωμάτων των ανακοπτόντων στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου, υπό την έννοια βεβαίως της καταχώρησης εγγραφής εκ μέρους της στα βιβλία αυτά που να προσβάλλει το επικαλούμενο δικαίωμά τους, καθώς, κατά τα λοιπά, η διαδικασία καταχώρισης ενός ακινήτου στο οικείο κτηματολόγιο και η αμφισβήτηση της ορθότητας της πρώτης εγγραφής στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο διέπεται από τις ειδικότερες διατάξεις του νόμου 2664/1998 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 363/2020, ΑΠ 1593/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον με αριθ. 8 περ. β άρθρ. 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με την ανακοπή τους, ως ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης τους ακόλουθους ισχυρισμούς τους: α) ότι με ανεπίτρεπτη μεθόδευση δεν προσβάλλονται οι διακριτές ιδιοκτησίες των ανακοπτόντων, αφού αυτές δεν βρίσκονται πλέον μέσα στην έκταση των 302,113 τ.μ. που φέρονται ότι κατασχέθηκαν και β) ότι η απόφαση δέχεται ότι με τη μέθοδο αντιστοιχίσεως κατεσχημένο δεν είναι το ποσοστό 3/20 του με αριθμό ... ενιαίου ακινήτου επιφανείας 640 στρεμμάτων, όπως πράγματι αναφέρεται στην ένδικη ανακοπή αλλά στο ίδιο ποσοστό του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... επιφανείας 302,113 τμ. Ο λόγος αυτός, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος διότι, τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά γεγονότα δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επίκληση αποδεικτικών μέσων και επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων προκειμένου να στηρίξουν την βασιμότητα της ανακοπής τους, ώστε να μην στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 αρ. 2 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 814/2019, ΑΠ 2274/2009, ΑΠ 201/2009, ΑΠ 1663/2008). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το νομικό ζήτημα που ο Άρειος Πάγος έλυσε στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να κριθεί αν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση (ΑΠ 906/2009, ΑΠ 1397/2008, ΑΠ 367/2005). Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 705/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 116/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των με αρ. 106/2014 και 379/2017 αποφάσεων του Εφετείου Ναυπλίου το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του συμμορφώθηκε πλήρως προς την ως άνω αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου (άρθ.581 παρ. 2ΚΠολΔ), οι δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης αναφέρονται στην εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών γεγονότων, η οποία ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου όπως ορίζει το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως οι ανωτέρω αιτιάσεις, οι οποίες θεμελιώνουν τον από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικό λόγο, είναι απαράδεκτες αφενός μεν κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφετέρου δε και κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου απορριπτέες, καθώς και ο σχετικός με αυτές ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ βασίζει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα στην αρχή της ήττας και όχι στην αρχή της υπαιτιότητας και θεωρεί νικημένο το διάδικο του οποίου αίτηση απορρίφθηκε ή σε βάρος του οποίου γίνεται δεκτή αίτηση του αντιδίκου του. Επομένως η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε, ως συνέπεια της αρχής της ήττας, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1180/2012). Τέλος, ο προσδιορισμός του ύψους αυτών με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης απόκειται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι παρά το νόμο καταδικάστηκαν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, στο ποσό των 19.000, καθόσον η υποχρέωση καταβολής των δικαστικών εξόδων στον νικήσαντα διάδικο, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως προεκτέθηκε, βαρύνει τον ηττηθέντα διάδικο, και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επ' αυτού του ζητήματος είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της στο σύνολό τους, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.2.2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 2.2.2023 πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθμ. 379/2017 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ