Αριθμός 158/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Λ. του Γ., 2) Α. Π. του Ν., συζύγου Α. Λ., 3) Γ. Λ. του Α., κατοίκων ... 4) Ε. Λ. του Α., συζύγου Γ. Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μπατσούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/5/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 187/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτριώσεως στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο ασκήσεως της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει, ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014). Τεκμαίρεται όμως, ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει την εξιστόρηση του γεγεννημένου (των δημιουργικών στοιχείων) της απαιτήσεως κατά τον χρόνο συντελέσεως της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και το ληξιπρόθεσμο αυτής κατά το χρόνο της συζητήσεως της αγωγής, αφού ως απώτερος κρίσιμος χρόνος συνδρομής των στοιχείων της κτήσεως και του απαιτητού του διά της αγωγής ασκουμένου δικαιώματος είναι ο της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τον προσδιορισμό του ύψους της απαιτήσεως του δανειστή και της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού αντικειμένου κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική αλλά επέρχεται κατά το μέρος ζημιώσεως του δανειστή, ούτως ώστε αν το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από το ύψος της απαιτήσεως του δανειστή, η διάρρηξη να είναι μερική και να εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο προς την αξία της απαιτήσεως του δανειστή σε σχέση προς την αξία του απαλλοτριωθέντος. Είναι δε ορισμένη η αγωγή, όταν με το δικόγραφό της προσδιορίζεται η κατά την άσκηση αυτής αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ακόμη και όταν ο προσδιορισμός αυτός στηρίζεται επί του αντικειμενικού συστήματος εξευρέσεως αξιών, αφού με αυτόν τον προσδιορισμό υιοθετείται από τον ενάγοντα ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ταυτίζεται προς την κατ 'αντικειμενικό προσδιορισμό αντίστοιχη (ΑΠ 637/2001). Επίσης η αγωγή πρέπει να διαλαμβάνει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία υφίσταται, όταν η υπόλοιπη (εμφανής) περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Ως υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη νοείται η εμφανής περιουσία αυτού, της οποίας δύνανται να επιληφθούν οι δανειστές προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών και όχι και η αφανής περιουσία, η οποία είναι εν τοις πράγμασι ανύπαρκτη γι' αυτούς, καθώς αντίθετη εκδοχή οδηγεί σε ματαίωση του διά της διαρρήξεως επιδιωκομένου νομοθετικού σκοπού της προστασίας των δανειστών από την καταδολίευση του οφειλέτη. Από δε τη διάταξη του άρθρου 943 παρ. 1 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 936 παρ. 3, 953 παρ. 2 και 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για τη γέννηση του δικαιώματος του δανειστή προς διάρρηξη της εκ μέρους του οφειλέτη του επιχειρηθείσας καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως, προϋποτίθεται, πλην άλλων, ότι η υπόλοιπη περιουσία του τελευταίου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του πρώτου. Από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση συνάγεται ότι η διάρρηξη μπορεί να ζητηθεί από τον δανειστή και να διαταχθεί από το δικαστήριο, κατ' αρχήν, μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό το μέτρο. Σε περίπτωση έτσι που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαιτήσεως του δανειστή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο, για να διατάξει τη μερική διάρρηξη (λ.χ. ως προς το καθοριζόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ενός ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως), θα πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου (ΑΠ 869/2021, ΑΠ 1623/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 480/2013, ΑΠ1815/2012). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2016). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσεώς της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 853/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των αναφερομένων σ' αυτή δικαιοπραξιών, με βάση το ακόλουθο ιστορικό: < Με την 70/2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών οι δύο πρώτοι των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων διατάχθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη για κατάλοιπο κλεισθέντων στις 21-12-2012 λογαριασμών το ποσό των 191.412,80 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Η απαίτηση αυτή προέρχεται από την 2362287/2006 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη χορήγησε στην εταιρεία "...", πίστωση ποσού 160.000 ευρώ, της οποίας το ύψος αυξήθηκε με πρόσθετη πράξη σε 220.000 ευρώ, με την εγγύηση των δύο πρώτων των εναγομένων. Η πιστούχος εταιρεία δεν φάνηκε συνεπής στις συμβατικές υποχρεώσεις της και συνεπεία τούτου στις 21-12-2012 μεταφέρθηκαν οι λογαριασμοί της σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, ενώ η πιστούχος δια του πρώτου των εναγομένων και εγγυητή είχε αναγνωρίσει το υπόλοιπο της οφειλής της στις 4-4-2011. Ο πρώτος των εναγομένων, εν γνώσει της απαιτήσεως της ενάγουσας, με το ... συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στον τρίτο εναγόμενο- υιό του, τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, συνολικής αντικειμενικής αξίας 98.288,83 ευρώ και με το ... συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην τέταρτη εναγομένη- θυγατέρα του, τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, συνολικής αντικειμενικής αξίας 125.395,48 ευρώ. Επίσης η δεύτερη των εναγομένων (εγγυήτρια) με το ... συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στον τρίτο των εναγομένων-υιό της το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, αντικειμενικής αξίας 56.723,59 ευρώ. Οι ανωτέρω γονικές παροχές έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση της αξιώσεως της ενάγουσας, καθόσον οι δύο πρώτοι εναγόμενοι στερούνται εμφανούς κινητής και ακίνητης περιουσίας και είναι απολύτως αφερέγγυοι >. Με το ιστορικό αυτό, η ήδη αναιρεσίβλητη, Τράπεζα, ζήτησε τη διάρρηξη των αναφερομένων στην αγωγή απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, διότι αναφέρεται, εκτός των άλλων και η αξία καθενός από τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν με βάση το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων. Η αναφορά δε αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν δημιουργεί αοριστία της αγωγής σχετικά με το στοιχείο της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αφού η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υιοθετεί με την αγωγή της ως αξία των ακινήτων εκείνη που προκύπτει από την εφαρμογή του συστήματος του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, κατά το προαναφερθέν μέρος της, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής λόγω αοριστίας και, συνακόλουθα, ο σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι, ενώ η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν αναφερόταν σ'αυτήν η πραγματική αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν παρά μόνον η αντικειμενική αξία αυτών και ότι ο ισχυρισμός για την αοριστία αυτή είχε προταθεί με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, εντούτοις αυτό απέρριψε το λόγο και έτσι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 2086/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενο ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, λαμβανομένης υπόψη και της θέσεως και του είδους ενός εκάστου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, υπό τις κρατούσες στην κτηματαγορά δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, δεν διαφοροποιείται από την αντικειμενική τους αξία, ενώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και τις τιμές στην αγορά των ακινήτων τη δεδομένη χρονική στιγμή, η πραγματική εμπορική αξία των επίδικων ακινήτων ήταν καταφανώς μεγαλύτερη της αντικειμενικής αξίας και ανερχόταν τουλάχιστον σε 500.000 ευρώ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, αλλά αφορά στην εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, έχει εφαρμογή στην περίπτωση που το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, με την έννοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 1299/2017, ΑΠ 104/2014). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 45/2014). Για να είναι δε ορισμένος και αυτός ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιό πράγμα λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1226/2017). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθές χωρίς απόδειξη ότι η εμπορική αξία των επίδικων ακινήτων ταυτίζεται με την αντικειμενική τους αξία. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η πραγματική αξία των επίδικων ακινήτων, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, λαμβανομένης υπόψη και της θέσεως και του είδους ενός εκάστου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, υπό τις κρατούσες στην κτηματαγορά δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, δεν διαφοροποιείται από την αντικειμενική τους αξία, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου εναγομένου που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νομότυπα με επίκληση στις προτάσεις, προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η εμπορική αξία των επίδικων ακινήτων ταυτίζεται με την αντικειμενική αξία αυτών, δεν έλαβε υπόψη την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου των εναγομένων και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (5ο φύλλο) ότι λήφθηκαν υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και η χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου εναγομένου που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 2267/2013). Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν την ίδια αντικειμενική αξία κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων και κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, ότι η εμπορική αξία των εν λόγω ακινήτων ταυτίζεται με την αντικειμενική αξία τους και ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται να απαιτήσει τη διάρρηξη όλων των επίδικων δικαιοπραξιών, ενόψει του ότι η απαίτησή της κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε ανέλθει στο ποσό των 333.581,44 ευρώ και θα αυξηθεί περαιτέρω λόγω τόκων και εξόδων αναγκαστικής εκτελέσεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 187/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ