Αριθμός 972/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούτρα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρου του Μαρία Σακελλαρίου. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1822/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε εκτός των άλλων και για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου), πράξη που φέρεται ότι έλαβε χώρα στο ..., στις 2-12-1998 και που συνίστατο εις το ότι, θέλοντας να αποκτήσει, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο 2.347.000 δρχ., άσκησε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 21-11-1996 έως 2-6-1997 δάνεισε και παρέδωσε με 19 διαδοχικές συμβάσεις δανεισμού στον μηνυτή (εναγόμενο) ... το ως άνω συνολικό ποσό των 2.347.000 δρχ. και επεχείρησε, κατά την εκδίκαση της αγωγής που έγινε την 2-12-1998 να πείσει τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου για την αλήθεια των άνω ψευδών ισχυρισμών του, προσκομίζοντας και αποδείξεις καταβολής χρημάτων προς τον εναγόμενο, οι οποίες ανέγραψαν ως αιτίες πληρωμής όχι δάνειο, αλλά διάφορες αιτιολογίες (έναντι λογαριασμού, ως αμοιβή εργασίας κλπ.), απέτυχε, όμως, του σκοπού του, γιατί προέκυψε, ότι το προαναφερθέν ποσό των 2.347.000 δρχ. το κατέβαλε στον εναγόμενο από την πρόσληψή του στο ελαιουργείο και αργότερα, ως διαχειριστή για τα τρέχοντα έξοδα του ελαιουργείου, τα οποία αυτός κατέβαλε. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, χωρίς όρκο, κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και απολογία κατηγορουμένου) και όχι μόνον "αποδείξεις καταβολής χρημάτων προς τον εναγόμενο, οι οποίες ανέγραφαν ως αιτίες πληρωμής όχι δάνειο, αλλά διάφορες αιτιολογίες.......", όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ) όσον αφορά εις το παραπάνω έγκλημα, λόγω μη λήψεως υπόψη άλλων αποδεικτικών μέσων, πλην των προαναφερθεισών "αποδείξεων καταβολής χρημάτων που ανέγραφαν ως αιτίες πληρωμής όχι δάνειο, αλλά διάφορες αιτιολογίες", πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Το άρθρο 216 του ΠΚ ορίζει στην μεν πρώτη παράγραφό του ότι, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και ότι η παρ' αυτού χρήση του εγγράφου θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση, στη δε δεύτερη παράγραφο, ότι με την ίδια ποινή τιμωρείται, όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή το της πλαστογραφίας και το της χρήσεως πλαστού εγγράφου και μάλιστα το τελευταίο τούτο ανεξαρτήτως του αν η χρήση έγινε από τρίτον ή τον, πλαστογράφο και ότι η χρήση του πλαστού εγγράφου, οσάκις τελείται από τον πλαστογράφο, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα, καθισταμένη επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και απορροφάται παρά τούτου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια των διατάξεων αυτών η αυτοτέλεια της χρήσεως, ως εγκλήματος παύει, μόνον, εφόσον η χρήση τιμωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, δηλαδή μόνον όταν τιμωρείται και η πλαστογραφία και συνεπώς δεν παύει όταν για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη, οπότε η χρήση και παρά του πλαστογράφου γενομένη, τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα. Συνεπώς, εάν το αξιόποινο της πλαστογραφίας εξαλείφθηκε, λόγω παραγραφής και η γενομένη παρά του πλαστογράφου σε μεταγενέστερο χρόνο χρήση του πλαστού δεν δύναται να τιμωρηθεί ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, η χρήση αυτή τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα του πλαστογράφου, εάν δεν παρεγράφη ως τοιούτον αυτοτελώς και δή είτε τελέστηκε προ της συμπληρώσεως της παραγραφής της πλαστογραφίας είτε ετελέσθη μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής αυτής, αφού τέτοιου είδους διάκριση δεν προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις. Εξ άλλου, η παρά του πλαστογράφου χρήση του πλαστού δεν είναι υστέρα μή τιμωρητή πράξη, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων και όταν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, αφού συνεπάγεται αύξηση της ποινής της πλαστογραφίας (ολ. ΑΠ 594/80) Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, ναι μεν έπαυσε οριστικώς, λόγω παραγραφής η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη για πλαστογραφία (νόθευση) των προσδιοριζομένων πέντε (5) αποδείξεων, ωστόσο αυτός κηρύχθηκε ένοχος, κατ' άρθρο 216 παρ. 2 ΠΚ του αυτοτελούς εγκλήματος της χρήσεως των ως άνω πλαστών (νοθευθεισών) αποδείξεων, πράξεως που φέρεται απ' αυτόν τελεσθείσα στο ... την 2-12-1998. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1β, 2 ΠΚ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή ο πλαστογράφος δεν μπορεί να καταδικασθεί με την παρ. 2 του άρθρου 216 ΠΚ αυτοτελώς για χρήση πλαστού εγγράφου -της χρήσεως παρ' αυτού του πλαστού εγγράφου ισχυούσης μόνον ως επιβαρυντικής περιπτώσεως (άρθρ. 216 παρ. 1β΄ΠΚ)- πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β΄, 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ΚΠΔ, είναι τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 158/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κηρύχθηκε ένοχος, εκτός της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, και για πλαστογραφία (νόθευση) με χρήση, πράξη που έλαβε χώρα στο ... στις 2-12-1998. Η προαναφερθείσα καταδικαστική απόφαση εδημοσιεύθη στις 28-9-2006 και από την ημέρα τελέσεως της ως άνω πράξεως (2-12-1998) μέχρι τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως (28-9-2006), δεν είχε παρέλθει, υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής της παραγραφής, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δεν έπαυσε οριστικώς, λόγω παραγραφής, την κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη για την προαναφερθείσα πράξη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις. Δεδομένου δε περαιτέρω ότι δεν κρίθηκε ουσιαστικά βάσιμος κανένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, μολονότι από το χρόνο τελέσεως (2-12-1998) όχι μόνο της ως άνω πράξεως (πλαστογραφίας) αλλά και της απόπειρας απάτης, μέχρι τη δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μή υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στην δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 και 183 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 3 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ