Αριθμός 1255/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Ν.. Κ. & Σ. Ε..Ε.." και τον διακριτικό τίτλο "FUTURE TECHNICS", που εδρεύει στον Δήμο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Χατζούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4888/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3486/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/12/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη, από 30.12.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 3486/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 21.7.2020 έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου. Με τη προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η παραπάνω έφεση κατά της με αριθμό 4888/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, διακρατήθηκε η από 29.12.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας [με την οποία (οριστική απόφαση) είχε επιδικασθεί υπέρ της τελευταίας ως απόδοση με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακύρων συμβάσεων που συνήψε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άνευ των διατυπώσεων του νόμου, αλλά και για καταβολές στις οποίες προέβη κατά διοίκηση αλλοτρίων, το συνολικό ποσό των 119.280 ευρώ, νομιμοτόκως προς 6% ετησίως, από την επομένη που έγινε η επίδοση της αγωγής] και απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α'23) ορίζεται ότι "Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου...", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984, όπως ίσχυε κατά το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης "Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Αν προκύπτει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 334/2000 (ΦΕΚ Α` 279), συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου. Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α'). Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης. Στο ως άνω ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή συντάξεως τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου. Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης". Περαιτέρω, στο άρθρο 34 παρ. 2 του Π.Δ/τος 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α') ορίζεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφο διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, σε επείγουσες δε, περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίνεται προφορικά στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο, ενώ στο άρθρο 43 παρ. 1 αυτού ορίζεται, ότι ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι σε περίπτωση, κατά την οποία ο ανάδοχος εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, κατά ποσότητα ή είδος, η δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το 50% του συνολικού συμβατικού ποσού, δεν δικαιούται αμοιβής ή αποζημίωσης για τις εργασίες αυτές, ούτε απόδοσης της ωφελείας του λήπτη βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατ' εξαίρεση, όμως, από τον κανόνα αυτό, ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής ή αποζημίωσης για τις ως άνω εργασίες, στην περίπτωση κατά την οποία προέβη στην εκτέλεσή τους κατόπιν εγγράφου εντολής της Υπηρεσίας ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της Υπηρεσίας, στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού (ΑΠ 828/2019, ΑΠ 711/2018, ΑΠ 665/2018, ΑΠ 1726/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο δηλαδή αυτό, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 828/2019, ΑΠ 256/2017).Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 32/2021). Στην προκειμένη περίπτωση η υπό εκκαθάριση αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο ουσίας, εσφαλμένως εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984 και 34 παρ. 2, 43 παρ.1 ν. 609/1985 που δεν ήσαν εφαρμοστέες και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως αόριστη, από τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για το λόγο ότι δεν εξετίθετο σ'αυτή ότι οι εργασίες που έγιναν από την ενάγουσα κατόπιν εντολής του εναγομένου και υπερέβαιναν κατά τα εκτιθέμενα το 50% της συνολικής δαπάνης της αρχικής σύμβασης, καταχωρίστηκε στο ημερολόγιο του έργου, ώστε να ήταν δυνατό να κριθεί από το δικαστήριο αν η ενάγουσα εδικαιούτο αμοιβής ή απόδοση ωφέλειας με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με την από 29.12.2014 αγωγή της η ενάγουσα εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) εξέθετε ότι κατά το έτος 2008 και το έτος 2009, μετά από κατάρτιση πέντε (5) εγγράφων συμβάσεων μεταξύ της ιδίας και της προϊσταμένης της Γ'Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων (ΕΠΚΑ) Αθηνών, ως εκπροσώπου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού, άλλοτε μετά από προκήρυξη μειοδοτικών διαγωνισμών, και κήρυξη της ιδίας (ενάγουσας) ως αναδόχου, και άλλοτε με απευθείας ανάθεση, ανέλαβε την εκτέλεση των έργων που περιέγραφε στην αγωγή της, σε αρχαιολογικούς χώρους των Αθηνών και των ... Αττικής, μετά την προσήκουσα παράδοση των οποίων εισέπραξε ολοσχερώς την εργολαβική αμοιβή της. Ότι το έτος 2009 κατήρτισε με την αυτή ως άνω προϊσταμένη, υπό την άνω ιδιότητά της, προφορικές συμφωνίες, για την εκτέλεση έργων που είχαν επείγοντα χαρακτήρα, με πίστωση της αμοιβής της, η οποία συμφωνήθηκε να διαμορφωνόταν με βάση το πραγματικό κόστος του έργου, πλέον νομίμου εργολαβικού κέρδους 18% και ΦΠΑ τιμολογίου και να καταβαλλόταν σ'αυτή (ενάγουσα) μετά την εγγραφή της δαπάνης στον προϋπολογισμό του επομένου έτους (2010), την υπογραφή της σύμβασης και την έκδοση των σχετικών τιμολογίων. Ότι το συνολικό κόστος των επί μέρους εργασιών που ανέλαβε και προσηκόντως εκτέλεσε, οι δαπάνες για μισθούς υπαλλήλων (αρχαιολόγων κλπ), ημερομίσθια εργατών τα οποία κατέβαλε κατά την εικαζομένη βούληση του εναγομένου, αγορά υλικών και μίσθωση μηχανημάτων, πλέον του εργολαβικού της κέρδους (αναλυτικά παρατεθέντων απάντων των κονδυλίων) ανήλθε στο ποσό των 166.730,27 ευρώ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ζήτησε επικαλούμενη άκυρες συμφωνίες εξ αιτίας έλλειψης του συστατικού αυτών εγγράφου τύπου, το παραπάνω ποσό, ως ωφέλεια που το εναγόμενο απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και νομιμοτόκως κατά τις στην αγωγή διακρίσεις. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δηλαδή λόγω έλλειψης αναφοράς των αναγκαίων κατά το νόμο στοιχείων για την πληρότητα και τον ορισμένο χαρακτήρα αυτής, διαλαμβάνοντας την ακόλουθη αιτιολογία: "...Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, το εκκαλούν επαναφέρει τον ισχυρισμό του ότι πάσχει αοριστία η ένδικη αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού και κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτή ότι η άτυπη σύμβαση με βάση την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών που αναφέρει στην αγωγή, έγιναν κατόπιν εντολής, που καταχωρίστηκε στο ημερολόγιο του έργου και ότι η δαπάνη αυτών δεν υπερβαίνει το 50% της δαπάνης του συνολικού έργου. Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη, η ένδικη αγωγή, η οποία αρμόδια εισήχθη και δικάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν περιλαμβάνει τα απαραίτητα για το ορισμένο αυτής στοιχεία και ειδικότερα, ενώ αναφέρεται σ'αυτήν ότι η αμοιβή την οποία η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί να της καταβάλει το εναγόμενο, πηγάζει από άτυπη-προφορική σύμβαση έργου που της ανατέθηκε από την αρμόδια υπάλληλο αυτού- Διευθύντρια της Γ' ΕΠΚΑ Αττικής, λόγω του κατεπείγοντος χαρακτήρα της, την οποία ο εργολήπτης εκτέλεσε, κάτω από την επίβλεψη του αρμοδίου υπαλλήλου της πιο πάνω υπηρεσίας και ακόμη ότι η αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου παρέλαβε ανεπιφύλακτα το έργο αυτό, το οποίο εμπεριεχόταν στο συνολικό έργο ανάπλασης της περιοχής της ..., αναφέρει ότι η δαπάνη για τα προηγούμενα σχετικά έργα στην περιοχή της ..., η οποία πληρώθηκε από το εναγόμενο ανέρχεται σε : ....202.200 ευρώ.... ενώ η αιτούμενη δαπάνη ανέρχεται σε 164.828,59 ευρώ , δηλαδή προκύπτει από το αγωγικό δικόγραφο ότι είναι μεγαλύτερη του 50% της συνολικής δαπάνης της αρχικής σύμβασης, ωστόσο δεν αναφέρει αν η προφορική εντολή για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών, τις οποίες δεν αμφισβητεί ρητά το εναγόμενο, καταχωρίστηκε στο ημερολόγιο του έργου, έτσι ώστε να κριθεί αν η ενάγουσα δικαιούται αμοιβής ή απόδοση της ωφέλειας με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος έφεσης και χωρίς να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατήσει το παρόν Δικαστήριο την υπόθεση, να δικάσει αυτήν κατ' ουσία (αρθ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να απορρίψει την από 29.12.2014 αγωγή ως αόριστη...". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτό το λόγο έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προδιαλήφθηκαν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, καθόσον κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν επρόκειτο για εργασίες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός συγκεκριμένου έργου (αρχικού έργου) τις οποίες η ενάγουσα εκτέλεσε με εντολές και υποδείξεις των αρμοδίων, καθ' υπέρβαση του συμβατικού αντικειμένου, χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων αλλά για άκυρες συμβάσεις, από τις οποίες επωφελήθηκε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς νόμιμη αιτία και την απόδοση της ωφέλειας του οποίου αναζήτησε η αναιρεσείουσα, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, η δε αγωγή περιείχε όλα τα κατά νόμον αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της (άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι βάσιμος επομένως, σύμφωνα με την αντίστοιχη αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο σχετικός προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης και πρέπει αυτός να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που την εξέδωσαν. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα στην ίδια (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), το δε αναιρεσίβλητο που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 σε συνδ.με αρθ. 2 της με αριθμό 134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 3486/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ