Αριθμός 171/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Μαρίνου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 2) Χ. συζύγου Ι. Ζ., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Π. Δ. Γ., κατοίκου ... και 5) Π. Σ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής. Οι 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμο, ενώ οι 3η, 4ος και 5ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Μαρίνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2012 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2064/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 342/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-3-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίον είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλομΑΠ 24/1997, ΟλομΑΠ 15, 16/1996, ΑΠ 465/2019). Επομένως, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης του ενός από αυτούς δεν μπορεί να απευθύνεται κατά του ομοδίκου του, έστω και αν στην έφεση εμφανίζονται ως αντίδικοι εκτός αν η απόφαση περιλαμβάνει δυσμενή διάταξη ή αιτιολογία κατ' αυτού και υπέρ του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 586/2020, ΑΠ 650/2019, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 157/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Οι Ι. Ζ. και Χ. Ζ. (ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31.5.2012 αγωγή τους, με την οποία εξέθεταν τα εξής: Ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) με το ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κ. Κ., πώλησε και μεταβίβασε σε αυτούς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, έναντι πραγματικού τιμήματος των 380.000 ευρώ, τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες (μεζονέτα και θέση στάθμευσης, αντίστοιχα), που είχαν συσταθεί με την 9513/2006 πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβ/φου Λαυρίου Δ. Χ., επί της αναφερόμενης στην αγωγή πολυκατοικίας. Ότι η ανωτέρω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας συνήφθη μεταξύ των οικοπεδούχων, συμπεριλαμβανομένου σ' αυτούς και του ως άνω πωλητή πρώτου εναγομένου, και της δεύτερης εναγομένης (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), υπό την τότε νομική μορφή της ως ομόρρυθμης εταιρείας, ως εργολάβου, ενώ ο τρίτος εναγόμενος (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) ανέλαβε τη σύνταξη των τοπογραφικών σχεδίων (κατόψεων) της οικοδομής και επέβλεψε όλα τα στάδια του έργου αποπεράτωσής της και ο τέταρτος εναγόμενος (ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος) ήταν ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας. Ότι οι μεταβιβασθείσες στους ίδιους ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες ήταν μεταξύ εκείνων που περιήλθαν στον πρώτο εναγόμενο ως οικοπεδούχο, δυνάμει του ... προσυμφώνου- εργολαβικού συμβολαίου της ως άνω συμβ/φου Λαυρίου και έπρεπε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, καθώς ήταν ημιτελείς κατά τον χρόνο κατάρτισης του, να τους παραδοθούν κατάλληλες για οίκηση "με το κλειδί στο χέρι" στις 30.6.2007 και στις 30.8.2007 όσον αφορά τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, με την πλήρη εξόφληση που έπρεπε να συντελεσθεί στις 30.9.2007, υπό τον όρο της αποπεράτωσης. Ότι στο ανωτέρω 9679/2005 πωλητήριο συμβόλαιο μνημονεύονται τόσο το 9321/2003 προσύμφωνο και εργολαβικό και η 9513/2006 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, όσο και το από 26.2.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατάρτισαν με τον πρώτο εναγόμενο, με το οποίο ορίζεται ο τρόπος εξόφλησης του τιμήματος και προβλέφθηκε η κατασκευή των ειδικά αναφερόμενων στην αγωγή πρόσθετων κατασκευών, πέραν των αναφερόμενων στη γενική και ειδική συγγραφή υποχρεώσεων. Ότι κατά τους χρόνους της σύναψης της ένδικης πώλησης, μεταγραφής του οικείου ανωτέρω συμβολαίου, της αρχικώς ορισθείσας ημερομηνίας παράδοσης της 30.6.2007 και της οριστικής παράδοσης τους τον Απρίλιο του 2010, με βάση το από 28.4.2010 σχετικό συμφωνητικό που συνυπέγραψαν με τον πρώτο εναγόμενο, οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες είχαν πραγματικά ελαττώματα και παρουσίαζαν ελλείψεις ως προς τις συνομολογηθείσες ιδιότητες, που λεπτομερώς αναφέρονται, οι οποίες προσλαμβάνουν ουσιώδη σημασία, καθώς καθιστούν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, τις οποίες είχαν αγοράσει ως πολυτελείς, σύμφωνα με σχετικές διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου, μη λειτουργικές και επικίνδυνες προς οίκηση, ενώ οι ίδιοι, αν τα γνώριζαν, ουδόλως θα είχαν προβεί στην επίδικη αγορά τους με τη διάθεση μάλιστα του υπέρογκου ποσού των 380.000 ευρώ. Ότι, δεδομένων των κακοτεχνιών στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που παρέλαβαν, δικαιούνται να ζητήσουν από τους εναγόμενους, εις ολόκληρον από τον καθένα, ως αποζημίωση για τις ζημίες που αναλυτικά αναφέρονται και που συνάπτονται άμεσα με την ύπαρξη των πραγματικών ελαττωμάτων και τις ελλείψεις συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, το συνολικό ποσό των 147.762,37 ευρώ, το οποίο και δικαιούνται κατ' ισομοιρία ένεκα της συγκυριότητά τους κατά ποσοστό 50% έκαστος στα επίδικα ακίνητα. Ότι, σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενοι, ο καθένας με την ιδιότητα που ενάγεται, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τα ελαττώματα και τις ελλείψεις συνομολογηθεισών ιδιοτήτων των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά τους ανωτέρω χρόνους της κατάρτισης της ως άνω πώλησης, της αρχικώς συμφωνηθείσας παράδοσης και της οριστικής παραλαβής τους και δη ο πρώτος εξ αυτών ως πωλητής, ο οποίος κατά τη δήλωσή του προόριζε την ένδικη μεζονέτα ως κυρία κατοικίας του και είχε πλήρη εποπτεία και γνώση της κατασκευαστικής κατάστασης, τόσο αυτής όσο και της συναφούς θέσης στάθμισης αυτοκινήτου, η δεύτερη εξ αυτών ως εταιρεία που είχε αναλάβει εργολαβικώς να παραδώσει τις επίμαχες διαιρετές ιδιοκτησίες με άριστη κατασκευή και με τα υλικά και βελτιώσεις που είχαν ειδικά συμφωνηθεί κατά τα ανωτέρω, ο τρίτος εξ αυτών ως πολιτικός μηχανικός που επέβλεπε το όλο έργο, με συναφή υποχρέωση παρακολούθησης και υλοποίησης των από τον ίδιο εκπονηθέντων σχεδίων και των πολεοδομικών διατάξεων και ο τέταρτος εξ αυτών, ατομικά, ως πολιτικός μηχανικός και ως νόμιμος εκπρόσωπος που δρούσε για λογαριασμό και επ' ονόματι της δεύτερης εναγομένης. Ότι θεμελιώνεται κοινή, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά άπαντων των εναγομένων η οποία προσλαμβάνει και διαστάσεις εξαπάτησης των ιδίων σε σχέση με την αληθή κατάσταση των επίδικων ακινήτων από την οποία υπέστησαν ηθική βλάβη, δικαιούμενοι για το λόγο αυτό χρηματικής ικανοποιήσεως. Ότι, επικουρικά, το ανωτέρω ποσό της υλικής ζημίας των 147.762,37 ευρώ οφείλουν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν, εις ολόκληρον ο καθένας, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό των επιμέρους αγωγικών χρηματικών αιτημάτων, πλην αυτού που έγκειται στις ήδη καταβληθείσες δαπάνες αποκατάστασης ύψους 19.520,60 ευρώ, από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, και με βάση τις συρρέουσες διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ως προς την πώληση ευθύνης και περί αδικοπραξιών, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 9.760,30 ευρώ, β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να τους καταβάλουν σε καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 64.121.,38 ευρώ, και γ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 2064/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο α) απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής τους (τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων), κρίνοντας ότι στο πωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες από το πρώτο εναγόμενο οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, δεν συμβλήθηκαν και οι ανωτέρω εναγόμενοι, ώστε να δεσμεύονται και αυτοί και, συνεπώς, η επίδικη διαφορά άπτεται του ενοχικού δεσμού της πώλησης μόνο μεταξύ του πωλητή πρώτου εναγομένου και των αγοραστών εναγόντων, β) έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, θεμελιούμενη στις συρρέουσες από την ενδοσυμβατική ως προς την πώληση ευθύνη και από την αδικοπραξία διατάξεις, ενώ απέρριψε την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στη συνέχεια δε, δέχθηκε ως προς αυτόν εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίποντας την ένσταση του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) για εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων του κατά της δεύτερης εναγομένης, τότε ομόρρυθμης εργολάβου εταιρείας, που απέρρεαν από το ... προσύμφωνο- εργολαβικό συμβόλαιο, εκχώρηση που συμπεριλήφθη με ειδική ρήτρα στο 9679/2007 πωλητήριο συμβόλαιο, και που, κατά τον πρώτο εναγόμενο, αναγγέλθηκε νόμιμα στην εν λόγω εργολάβο εταιρεία, ως απαράδεκτη, δευτερευόντως δε ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι δια του ανωτέρω ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου υπολαμβάνεται η περίπτωση της μεταβίβασης όλης της ενοχικής σχέσης από τη σύμβαση μίσθωσης έργου, πλην όμως, για την υπεισέλευση νέου κυρίου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου μεταξύ παλαιού κυρίου και εργολάβου απαιτείται η σύναψη τριμερούς σύμβασης μεταξύ των αρχικά συμβαλλομένων και του νεοεισερχόμενου στη συμβατική σχέση με το άνω περιεχόμενο, με συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, περιστατικά που δεν διαλαμβάνονταν στην αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν α) η από 10.10.2018 έφεση του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος), ο οποίος, παραπονούμενος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτόν, και β) η από 12.10.2018 έφεση των εναγόντων (πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι, παραπονούμενοι για την απόρριψη της αγωγής τους ως προς τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ζήτησαν να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, ώστε η αγωγή τους να γίνει δεκτή και ως προς τους ανωτέρω εναγομένους και, επίσης, να μεταρρυθμιστεί η απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επί των ανωτέρω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 342/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση των εναγόντων (πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), δέχτηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 8.120,70 ευρώ και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 59.3287,83 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 8.000 ευρώ αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την υπό κρίση από 9.3.2021 αίτηση αναίρεσης, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων αιτείται την αναίρεση της ανωτέρω 342/2021 απόφασης του Εφετείου, καθ' ο μέρος με αυτή έγινε δεκτή ως προς αυτόν η αγωγή των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων (εναγόντων), πλήττοντας δηλαδή το μέρος εκείνο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο διαγνώστηκε ευθύνη του πρώτου εναγομένου- αναιρεσείοντα για αποζημίωση των εναγόντων, λόγω της ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων και έλλειψης συνομολογηθεισών ιδιοτήτων των πωληθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών, χωρίς να διαλαμβάνει λόγους που να αφορούν τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, τρίτης, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ή αιτιολογία υπέρ των ως άνω ομοδίκων του, η οποία τον βλάπτει, οι λόγοι δε της αίτησης, ακόμη και αν γίνουν δεκτοί, δεν ωφελούν αυτόν (αναιρεσείοντα), αφού οι αποδιδόμενες πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αφορούν τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, δεδομένου μάλιστα ότι οι ενάγοντες δεν άσκησαν αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία, κατά τα ανωτέρω, η αγωγή τους απορρίφθηκε ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως. Αντιθέτως, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "Οι δεύτερος και τρίτη των εκκαλούντων τυγχάνουν σύζυγοι και δυνάμει του υπ' αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Α. Κ., που έχει μεταγράφει νόμιμα, περιήλθαν σε αυτούς, κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι ακόλουθες δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες επί πολυώροφης οικοδομής ανεγερθείσας σε οικόπεδο έκτασης 347,33 τετραγωνικών μέτρων, κείμενο στη συμβολή των οδών ... και ..., στην περιοχή "..." των Αθηνών: α) η υπό στοιχεία ΣΤ1-Ζ1 μεζονέτα, η οποία περιλαμβάνει τμήμα του έκτου (ΣΤ') ορόφου, τμήμα του έβδομου (Ζ') ορόφου και δώμα, συνολικού εμβαδού 129,46 τετραγωνικών μέτρων και έχουσα ποσοστό εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 165/1000, και β) η με αριθμό τέσσερα (4) θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου ορόφου, εμβαδού 14,62 τετραγωνικών μέτρων και έχουσα ποσοστό εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2/1000. Οι οριζόντιες ιδιοκτησίες στην ως άνω οικοδομή συστάθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. 9513/11.01.2006 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Λαυρίου Δ. συζύγου Α. Χ., η οποία έχει μεταγράφει νόμιμα. Η δε συγκεκριμένη πράξη καταρτίστηκε σε συνέχεια του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικής σύμβασης την ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Λαυρίου, στην οποία συμβλήθηκαν οι οικοπεδούχοι, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εκκαλών και η τέταρτη εφεσίβλητη εταιρεία, υπό την τότε νομική της μορφή ως ομόρρυθμη και εκπροσωπηθείσα από τον τότε ομόρρυθμο εταίρο της έκτο εφεσίβλητο, συμφώνησαν, δε, να ανεγερθεί η προαναφερόμενη πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, υπό την τεχνική επίβλεψη και με βάση τα σχέδια του πέμπτου εφεσίβλητου- πολιτικού μηχανικού, με την παροχή των οικοπεδούχων να εξειδικεύεται στην υποχρέωσή τους να μεταβιβάσουν στην αντισυμβαλλόμενη τους εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα υποδεικνύονταν από αυτήν, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του οικοπέδου με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες και την αντιπαροχή της εργολάβου εταιρείας να προσδιορίζεται στην εκτέλεση του οικείου έργου, στο οποίο οι ως άνω οικοπεδούχοι, θα διατηρούσαν την κυριότητα των υπόλοιπων εξ αδιαιρέτου ποσοστών επί του οικοπέδου με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Στις, δε, οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιήλθαν στον πρώτο εκκαλούντα, με βάση το ανωτέρω εργολαβικό, ως αντιστοιχούσες στα ποσοστά συνιδιοκτησίας του ως άνω οικοπέδου που ο ίδιος διακράτησε, ανήκαν και οι προαναφερόμενες δύο υπό στοιχεία ΣΤ1-Ζ1 και αριθμό 4, τις οποίες τούτος πώλησε στο ζεύγος των εναγόντων. Περαιτέρω, οι ενάγοντες, ως αγοραστές, και ο πρώτος εκκαλών, ως πωλητής, προ της συνυπογραφής του ως άνω αγοραπωλητηρίου μεταξύ τους συμβολαίου και ενόψει τούτου, εν είδει "αντεγγράφου", κατήρτισαν στην Αθήνα, στις 26.02.2007, το από την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο: α) καθόρισαν το αληθές τίμημα της πώλησης των ενδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, οι οποίες δεν είχαν ακόμη αποπερατωθεί, αντί του ποσού της αντικειμενικής αξίας τους, που ανερχόταν στο ποσό των 192.434,18 ευρώ, το οποίο ανεγράφη στο ανωτέρω συμβόλαιο, στο αληθές ποσό των 380.000 ευρώ, προβλέποντας τούτο καταβλητέο κατά ποσό 15.000 ευρώ στον χρόνο υπογραφής του εν λόγω συμφωνητικού (ως αρραβώνα), κατά το ποσό που θα αντιστοιχούσε στο στάδιο κατασκευής του χρόνου υπογραφής του τελικού συμβολαίου, κατά την υπογραφή αυτού και κατά το υπόλοιπο ποσό με την παράδοση των ιδιοκτησιών, πλην του ποσού των 65.000 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν στις 30.09.2007, και β) προσδιόρισαν έναν αριθμό πρόσθετων εργασιών - κατασκευών πέραν του τότε υπάρχοντος κατασκευαστικού σχεδίου της επίδικης μεζονέτας, οι οποίες έγκεινται στα ακόλουθα: ί) στην από 26.02.2007 προσφορά της εταιρείας "..." για είδη υγιεινής, ιι) στην τοποθέτηση της σκάλας μεταξύ των ορόφων που είχε υποδειχθεί από το δειγματολόγιο της εταιρείας "..." ή άλλης που θα χαρακτηριζόταν από τις ίδιες προδιαγραφές με αυτές του καταλόγου της εν λόγω κατασκευάστριας, ίίί) στην κατασκευή εντοιχισμένης κουζίνας στον 7° όροφο, ίν) στην τοποθέτηση απορροφητήρα τύπου "φουγάρο" στην κουζίνα του 6ου ορόφου και στην κατασκευή ψευδοροφής με σποτάκια, ν) στην κατασκευή του δώματος με ποιότητα ανάλογη των λοιπών ορόφων, καθώς και με τοποθέτηση προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και παραθύρου με κάγκελα για προστασία, νί) στην τοποθέτηση προστατευτικών κιγκλιδωμάτων στα παράθυρα των δύο τουαλετών του 7ου ορόφου, νίί) στην κάλυψη μέρους του αίθριου μεταξύ των δύο ορόφων με γυάλινο δάπεδο μετά την τοποθέτηση της εσωτερικής σκάλας, νίίί) στην εφαρμογή και ηλεκτρικών ρολών σε όλες τις διπλές τζαμαρίες των 6ου και 7ου ορόφων, ίχ) στην τοποθέτηση ηλιακού θερμοσίφωνα, χ) στην κατασκευή δαπέδων από δρυ σε όλη τη μεζονέτα εκτός από τα λουτρά και το WC, χί) στην κατασκευή δεύτερου τζακιού δύο όψεων στον 7° όροφο της μεζονέτας, χίί) στην τοποθέτηση μπανιέρας αντί καμπίνας στην μεγάλη τουαλέτα του 7ου ορόφου, χιιι) στην τοποθέτηση καϊτιών στα διπλά τζάμια του σαλονιού του 6ου ορόφου, χιν) στην εκτροπή του αγωγού του απορροφητήρα στην ταράτσα, χν) στη μετατροπή της εσοχής στην κουζίνα του 6ου ορόφου σε χώρο αποθήκης με πόρτα και αντίστοιχη μείωση των ντουλαπιών και πάγκου της κουζίνας, χνι) στην πρόβλεψη για σωληνώσεις κλιματιστικού σώματος, χνιι) στην κατασκευή δικτύου συναγερμού στους 6° και 7° ορόφους και χνιιι) στην κατασκευή δικτύου internet που θα συνέδεε τα δύο υπνοδωμάτια, τον χώρο γραφείου του 7ου ορόφου, καθώς και το υπνοδωμάτιο του 6ου ορόφου. Όλες οι ως άνω τεχνικές βελτιώσεις και προσθήκες, άλλωστε, καθώς σε αυτές τα συνυπογράψαντα το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό διάδικα μέρη ρητά απέβλεψαν, με τους ενάγοντες- αγοραστές να τους αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και τον πρώτο εκκαλούντα να εγγυάται την ύπαρξη- κατασκευή τους, ακριβώς λόγω της υπογραφής από μέρους του της οικείας συμφωνίας, νοούνται ως στοιχειοθετούσες συνομολογημένες ιδιότητες της ένδικης μεζονέτας κατά την έννοια του άρθρου 534 του ΑΚ. Επιπλέον, στο ανωτέρω υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ., με το οποίο ο πρώτος εκκαλών πώλησε στους ενάγοντες τις ένδικες ιδιοκτησίες, που τότε ακόμα δεν είχαν αποπερατωθεί, ως προαναφέρθηκε, αλλά ευρίσκονταν στο στάδιο της τοποθέτησης των δαπέδων, ρητά συνομολογήθηκε μεταξύ των εν λόγω μερών: α) ότι οι εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες έπρεπε να αποπερατωθούν από τον πωλητή σύμφωνα με τους όρους της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, καθώς και του ως άνω από 26.02.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού και να παραδοθούν στους αγοραστές, έτοιμες προς χρήση και οίκηση "με το κλειδί στο χέρι", στις 30.07.2007, τα δε κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη μέχρι τις 30.08.2007, με την προϋπόθεση ότι δεν θα ανέκυπταν καθυστερήσεις λόγω πρόσθετων εργασιών πέραν των ήδη συμφωνηθεισών και β) ότι η εκτέλεση των εργασιών που υπολείπονταν ως προς την αποπεράτωση των πωληθεισών ιδιοκτησιών, ήτοι της μεζονέτας και θέσης στάθμευσης, θα γινόταν με επιμέλεια, δαπάνες και φροντίδα του πωλητή, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, με κατάλληλο και έμπειρο προσωπικό και σύμφωνα με τα αντίστοιχα σχεδιαγράμματα κάτοψης και την γενική και ειδική συγγραφή υποχρεώσεων. Εν τούτοις, ο πρώτος εκκαλών δεν τήρησε την ανωτέρω συμβατική δέσμευση του προς προσήκουσα παράδοση των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών μέχρι τις 30.07.2007, ημερομηνία έως και την οποία οι ενάγοντες του είχαν καταβάλει, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, στις 10.03.2007 το ποσό των 15.000 ευρώ (ως προκαταβολή), στις 02.05.2007 το ποσό των 172.565,82 ευρώ και στις 27.07.2007 το ποσό των 93.000 ευρώ συνολικά, δε, το ποσό των (15.000 + 172.565,82 + 93.000 =) 280.565,82 ευρώ, καθώς τότε και η μεζονέτα (κυρίως) και η θέση στάθμευσης παρουσίαζαν σημαντικές τεχνικές ελλείψεις και κακοτεχνίες που τις καθιστούσαν ακατάλληλες προς χρήση. Για το γεγονός αυτό, μάλιστα, οι ενάγοντες κοινοποίησαν στον πρώτο εκκαλούντα τις από 21.04.2008 και 08.11.2007 εξώδικες δηλώσεις- οχλήσεις- διαμαρτυρίες τους, με τις οποίες τον κάλεσαν να άρει άμεσα τις ατέλειες των ακινήτων τους, προβαίνοντας παράλληλα με τη δεύτερη εξ αυτών και στην επίσχεση του υπολοίπου του τιμήματος. Ο πρώτος εκκαλών απάντησε στους εν προκειμένω αντιδίκους του με τις από 22.12.2008 και 21.07.2009 εξώδικες δηλώσεις του, με τις οποίες αρνήθηκε την ύπαρξη κακοτεχνιών, απέδωσε την καθυστέρηση στις δικές τους απαιτήσεις για πρόσθετες εργασίες και τους κάλεσε να παραλάβουν τις επίμαχες οριζόντιες ιδιοκτησίες στις 09.01.2009 αρχικά (με την πρώτη εξώδικη δήλωση) και στις 31.07.2009 μεταγενέστερα (με τη δεύτερη εξώδικη δήλωση) και να του καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος ΕΚ 99.434 ευρώ. Εν τούτοις, ο πρώτος εκκαλών, παρά τις ανωτέρω οχλήσεις-των εναγόντων, ουδόλως έστερξε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την προσήκουσα παράδοση των επίδικων ιδιοκτησιών εκ των προαναφερόμενων συμβολαίου και ιδιωτικού συμφωνητικού, την εκτέλεση των εργασιών που προβλέπονταν στο δεύτερο, τις οποίες είχε αναθέσει στην τέταρτη εφεσίβλητη, ως βοηθό εκπλήρωσής του κατ' άρθρο 334 του ΑΚ (όπως συνάγεται από την από 29.10.2008 εξώδικη δήλωση- πρόσκλησή του προς αυτή, υπό την τότε νομική μορφή της ως ομόρρυθμη εταιρεία, την οποία προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες), αντίθετα εκκίνησε εναντίον τους διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη του ανωτέρω χρηματικού υπολοίπου, με εκτελεστό τίτλο το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο και με δεδομένο πως δεν είχε υπογραφεί από μέρους του συμβολαιογραφική δήλωση εξόφλησης του, σε αυτό αναγραφέντος, ελάσσονος του πράγματι καταβληθέντος, τιμήματος, ως σχετικά προβλεπόταν στο κείμενο του. Συναφώς δε, ανοίχθηκε μεταξύ του πρώτου εκκαλούντος και των εναγόντων, δικαστικός περί την εκτέλεση αγώνας, με την άσκηση από τους τελευταίους ανακοπής κατά της επιδοθείσας επιταγής προς πληρωμή και αίτησης αναστολής, στα πλαίσια του οποίου (δικαστικού αγώνα) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1064/2009 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε τεχνική πραγματογνωμοσύνη για τη διαπίστωση τεχνικών ελλείψεων στις ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, συνταχθείσας σχετικά της με αριθμό κατάθεσης 123/2000 από 16.04.2010 έκθεσης τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του, ορισθέντος ως πραγματογνώμονα, πολιτικού μηχανικού Π. Ε. και ο οποίος (δικαστικός αγώνας), εν τέλει, τερματίστηκε συμβιβαστικά με την κατάρτιση μεταξύ των εν λόγω αντιδίκων του από 28.04.2010,ιδιωτικού συμφωνητικού. Με το συγκεκριμένο συμφωνητικό οι ενάγοντες συμφώνησαν να καταβάλουν στον πρώτο εκκαλούντα το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος μεταξύ τους τιμήματος και να παραλάβουν τις ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, με επιφύλαξή τους για κάθε κακοτεχνία ή πολεοδομική παράβαση, ο δε πρώτος εκκαλών συγκατατέθηκε να υπογράψει εξοφλητική του τιμήματος συμβολαιογραφική απόδειξη, καθώς και να παράσχει αξιόχρεη εγγύηση σε βάρος της περιουσίας του στους ενάγοντες μέχρι του ποσού των 45.000 ευρώ για την εξασφάλιση των αποζημιωτικών αξιώσεών τους από τις τεχνικές ελλείψεις των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών με την παροχή σε αυτούς συναίνεσης για την εγγραφή, επ' ωφελεία τους, προσημείωσης υποθήκης επί δύο διαιρετών ιδιοκτησιών του στην Αθήνα και άπαντα τα μέρη συμφώνησαν να παραιτηθούν από τα ένδικα βοηθήματα και τις πράξεις εκτέλεσης που καθένα είχε ασκήσει κατά του άλλου. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, κυρίως, δε, εκ του περιεχομένου του προαναφερόμενου από (28.04.2010) ιδιωτικού συμφωνητικού, κρίνεται ως προδήλως ουσία αβάσιμος ο πραγματικός ισχυρισμός του πρώτου εκκαλούντος ότι οι αντίδικοί του είχαν παραλάβει τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες ήδη από τις 29.10.2007. Έτι περαιτέρω, κατά τον χρόνο παράδοσης των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών στους ενάγοντες, στα τέλη Απριλίου του 2010, αλλά και, προγενέστερα, κατά τα χρονικά σημεία υπογραφής του ως άνω υπ' αριθ. ... συμβολαίου και της μεταγραφής του, χρόνος που είναι κρίσιμος για τη στάθμιση της σχετικής ευθύνης του πρώτου εκκαλούντος, ως πωλητή, κατά το άρθρο 537 ΑΚ, ως χρόνος μετάθεσης του κινδύνου στους ενάγοντες, ως αγοραστές, κατά το άρθρο 522 ΑΚ, δεδομένου ότι προηγήθηκε της-παράδοσης των επίδικων ακινήτων, υφίσταντο σε αυτές οι ακόλουθες κακοτεχνίες και τεχνικές ελλείψεις:..... (ακολουθεί η παράθεση των κακοτεχνιών και τεχνικών ελλείψεων).......... Κατ' ακολουθία ων ανωτέρω, επομένως, καθότι οι ως άνω κακοτεχνίες των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών προκλήθηκαν υπαιτίως από τον πρώτο εκκαλούντα, η δε ύπαρξη τους συνιστά αυτοτελώς, εκτός από αντισυμβατική και παράνομη πρακτική, ως παραβιάζουσα, εκτός από το άρθρο 543 ΑΚ και το άρθρο 281 ΑΚ και την εξ αυτού απορρέουσα γενική δικαιίκή αρχή του να μη ζημιώνεται άλλος υπαίτια, θεμελιώνεται συναφώς και αδικοπραξία του εν λόγω αμυνόμενου διαδίκου, η οποία γεννά ευθύνη του προς αποζημίωση των εναγόντων, συρρέουσα με την ενδοσυμβατική ευθύνη του με το ίδιο αντικείμενο, τη γεννηθείσα, με έρεισμα το άρθρο 543 ΑΚ, επί της πώλησης των επίδικων ακινήτων του στους αντιδίκους του με ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων (χωρίς να απαιτείται συναφώς πταίσμα του) και με πραγματικά ελαττώματα, οφειλόμενα σε πταίσμα του. Έτσι, εν προκειμένω, οι ενάγοντες δικαιούνται να ζητήσουν από τον πρώτο εκκαλούντα, στα πλαίσια συρροής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης του, ως αποζημίωση, την ανόρθωση κάθε ζημίας τους που συνάπτεται άμεσα με την ελαττωματικότητα των επίμαχων οριζόντιων ιδιοκτησιών, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της αξίας αυτών ως ελαττωματικών και της αξίας τους ως μη ελαττωματικών, τις δαπάνες που ανάλωσαν για την επιτυχή ή ανεπιτυχή προσπάθεια διόρθωσης των σχετικών κακοτεχνιών ή που απαιτούνται για την αποκατάστασή τους, αλλά και την ανόρθωση της λεγόμενης "περαιτέρω ζημίας τους", δηλαδή της ζημίας σε άλλα, πέρα από τα ως άνω πωληθέντα ακίνητα, έννομα αγαθά (πράγματα) των ιδίων ή τρίτων, η οποία χωρίς να συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση της οικείας παροχής του πρώτου εναγόμενου, ως πωλητή, οφείλεται, εν τούτοις, έμμεσα και αυτή αιτιωδώς στην ελαττωματικότητα των πωληθεισών ιδιοκτησιών. Ειδικότερα, δε, με δεδομένο πως οι ενάγοντες προέβησαν, κατόπιν της πραγματικής παραλαβής από μέρους τους των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών στα τέλη Απριλίου του έτους 2010, σε απολύτως αναγκαίες ελάχιστες διορθώσεις ελλείψεων, χρησιμοποιώντας τεχνίτες αλουμινοκατασκευών, πατωμάτων και ξύλινων κουφωμάτων, καθώς και ηλεκτρολόγο, υδραυλικό και κλειδαρά (βλ. σχετικά την από 10.04.2011 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Τ.), με τις λοιπές ως άνω τεχνικές αστοχίες να παραμένουν υφιστάμενες μέχρι του παρόντος, δικαιούνται να αναζητήσουν ως αποζημίωση από τον πρώτο εναγόμενο τα ακόλουθα ποσά και για τις κάτωθι αντίστοιχες αιτίες: ...........Αθροιστικά, μάλιστα, κατόπιν των ανωτέρω, οι ενάγοντες, ως συγκύριοι των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, δικαιούνται να αξιώσουν έναντι του πρώτου εκκαλούντος, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των (16.241,41 + 84.449,97 + 975,68 + 1.230 + 16.000 =) 118.897,06 ευρώ, κατά το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του ο καθένας του 1/2, ήτοι κατά το ποσό των (118.897,06 / 2 =) 59.448,53 ευρώ, εκ του οποίου το μερικότερο ποσό των (16.241,41 / 2 =) 8.120,70 ευρώ, αντιστοιχεί στο καταψηφιστικό κονδύλιο για τις συντελεσθείσες δαπάνες αποκατάστασης κακοτεχνιών και το λοιπό ποσό των (59.448,53 - 8.120,70 =) 51.327,83 ευρώ, ως αναγνωριστικό. Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, πλην της ως άνω αναφερθείσας μείωσης στο κονδύλιο Ε, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ορθώς, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή και επιδικάζοντας τα ανωτέρω ποσά στους δεύτερο και τρίτη των εκκαλούντων και πρέπει να κριθούν απορριπτέοι οι 1ος, 2ος, 5ος και 6ος λόγος της από 10/10/2018 εφέσεως του πρώτου εκκαλούντος, με τους οποίους παραπονείτο για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για πλημμελή και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επιπλέον, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο, με την επικουρία και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποδείχθηκε πως οι ενάγοντες, ένεκα της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εκκαλούντος, ένοιωσαν θλίψη, στενοχώρια και απογοήτευση, λόγω της καθυστέρησης παραλαβής των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών για μία περίπου τριετία και της ακολουθήσασας οίκησης τους σε αυτές με κακοτεχνίες, τις οποίες ήταν αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουν με πρόχειρες διορθώσεις και υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας έκαστος των εναγόντων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, η οποία, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την οικεία αδικοπραξία του πρώτου εκκαλούντος, του είδους και του βαθμού της συμμετοχικής συμβολής και της υπαιτιότητας αυτού (πρόθεση), των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της έντασης της προσβολής του εννόμου αγαθού της ιδιοκτησίας των εναγόντων, του γεγονότος ότι αμφότεροι εκδήλωσαν συναφώς προβλήματα υγείας (ο πρώτος εναγών εμφάνισε ψωρίαση κατά πλάκας και η δεύτερη ενάγουσα απομυελινωτική νόσο, κατά τα σχετικώς προσκομιζόμενα από τους ίδιους με επίκληση ιατρικά πιστοποιητικά), της αρχής της αναλογικότητας..... καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης απάντων των εν λόγω διαδίκων (οι ενάγοντες έχουν επαρκή οικονομική επιφάνεια πλην όμως έλαβαν και αποπληρώνουν υψηλό τραπεζικό δάνειο για την αγορά των ενδίκων ιδιοκτησιών, ο δε πρώτος εκκαλών είναι ιδιώτης με όχι αμελητέα οικονομική επιφάνεια και προσωπική περιουσία), ανέρχεται, κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο πρέπει να επιδικασθεί ως αναγνωριστικό και το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, αναλόγως με τα επιδικαζόμενα ποσά σε ανάλογες περιπτώσεις. Επομένως ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο 7ος λόγος της από 10/10/2018 έφεσης του πρώτου εκκαλούντος και να εξαφανισθεί ως προς αυτό η πρωτόδικη απόφαση, η οποία επιδίκασε ποσό 15.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ο 2ος λόγος της από 12/10/2018 έφεσης των δεύτερου και τρίτης των εκκαλούντων, με τον οποίο αυτοί ζητούσαν την αύξηση του ποσού της χρηματικής τους ικανοποίησης, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην από 12/10/2018 έφεση, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να υποχρεωθεί ο πρώτος εκκαλών να καταβάλει σε έκαστο των δεύτερης και τρίτου των εκκαλούντων το ποσό των 8,120.70 ευρώ, όπως και πρωτοδίκως και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των (51.327,83 + 8.000 =) 59.327,83 ευρώ, αντί του ποσού των 70.077,83 ευρώ που τους είχε επιδικαστεί πρωτοδίκως...". Σύμφωνα με τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Ο ανωτέρω λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν συμβλήθηκε ούτε υπέγραψε το από 26.2.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο προσδιορίστηκε ο τρόπος εξόφλησης του τιμήματος της πώλησης και συμφωνήθηκε η εκτέλεση προσθέτων εργασιών στις πωληθείσες ημιτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθόσον αυτό καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου και, συνεπώς, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για τις απορρέουσες από τη σύμβαση πώλησης αγωγικές αξιώσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συνιστά άρνηση της ενεργητικής νομιμοποίησης της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, αφού από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων, ως πωλητής, ευθύνεται έναντι των αγοραστών εναγόντων, με βάση το ένδικο ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κ. Κ., στο οποίο συμβλήθηκαν αμφότεροι οι ενάγοντες και ήδη δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι ως αγοραστές και στο οποίο γίνεται ρητή μνεία του ανωτέρω από 26.2.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, 346/2016, ΑΠ 262/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως συμβαλλόμενη στο από 26.2.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της ένδικης αγωγής, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού από το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν συμβλήθηκε ούτε υπέγραψε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο προσδιορίστηκε ο τρόπος εξόφλησης του τιμήματος της πώλησης και συμφωνήθηκαν επιπρόσθετες εργασίες επί των πωληθέντων ημιτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών. Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά, αφού το ανέγνωσε ορθώς και συνεκτίμησε αυτό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και ιδιαίτερα με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων- πωλητής ευθύνεται έναντι των αγοραστών εναγόντων με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο, στο οποίο συμβλήθηκαν αμφότεροι οι ενάγοντες ως αγοραστές και στο οποίο ρητά αναφέρεται και το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, οπότε η προβαλλόμενη αιτίαση, αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τα άρθρα 455, 460 έως 467 Α.Κ προκύπτει, ότι ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτηση του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, αλλά ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. Μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη προς τον εκχωρητή ή και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης δικαιούμενη να εισπράξει και να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη αυτής από τον οφειλέτη. Ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο στον εκδοχέα, ως αποκλειστικό δικαιούχο και όχι στον εκχωρητή. Αν μετά την αναγγελία ο εκχωρητής εναγάγει τον οφειλέτη, ο τελευταίος τον αποκρούει νομίμως με την προβολή της εκχώρησης και της αναγγελίας, η οποία συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής. (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1463/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 467 ΑΚ, σε περίπτωση εκχωρήσεως από επαχθή αιτία ο εκχωρητής ευθύνεται για την ύπαρξη της απαίτησης, δηλαδή ότι συνέτρεξαν, οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη γέννησή της και ότι εξακολουθεί υφιστάμενη. Εγγυάται επίσης για την ύπαρξή των παρεπομένων δικαιωμάτων της απαιτήσεως. Η περαιτέρω ευθύνη του καθορίζεται από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την επαχθή δικαιοπραξία, η οποία αποτέλεσε και την αιτία της εκχώρησης. Εξάλλου, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο οφειλέτης, για να ικανοποιήσει τον δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα για την εκχώρηση, συνάγεται σαφώς, ότι η εκχώρηση της απαιτήσεως μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης. Και αν μεν προκύπτει, σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, αν δε δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής, δηλαδή προς διευκόλυνση της ικανοποιήσεως του δανειστή (εκδοχέα). Και στην περίπτωση όμως αυτή ο εκδοχέας έχει υποχρέωση να επιδιώξει την είσπραξη της απαιτήσεως που εκχωρήθηκε και μόνο σε περίπτωση αποτυχίας δικαιούται να επανέλθει στην αξίωση του από την αρχική ενοχή. (ΑΠ 392/2000, 1463/1998). Η υποχρέωση αυτή του δανειστή στηρίζεται στη φύση της εκχωρήσεως χάριν καταβολής ως οιονεί εντολής του οφειλέτη προς τον δανειστή να εισπράξει την εκχωρούμενη απαίτηση, άλλως στη συναλλακτική καλή πίστη. Εφόσον συνήφθη σύμβαση, με την οποία ο οφειλέτης αναλαμβάνει έναντι του δανειστή του από άλλη ενοχική σχέση νέα υποχρέωση, ο δανειστής έχει πλέον υπέρ αυτού δύο ενοχές. Τα εκ των δύο όμως ενοχών δικαιώματά του δεν δύναται να ασκήσει κατά τη σειρά της εκλογής του, όπως συμβαίνει επί διαζευκτικής ενοχής (ΑΚ 305 επ.), αλλά οφείλει να επιδιώξει την ικανοποίησή του πρώτος από τη συναφθείσα νέα ενοχή. Αλλιώς, αποκρούεται με σχετική αναβλητική ένσταση του εναγομένου οφειλέτη, διότι η αξίωσή του να ικανοποιηθεί από την πρώτη ενοχή, χωρίς να επιδιώξει την ικανοποίησή του από τη δεύτερη, αντιτίθεται, κατά τ` ανωτέρω, στο πνεύμα της συναφθείσας σύμβασης, που περιέχει την υπόσχεση χάριν καταβολής. Έτσι, επέρχεται αναστολή του απαιτητού της οφειλόμενης παροχής από την πρώτη ενοχή μέχρις ότου εκπληρωθεί (ή φανεί ότι είναι αδύνατο να εκπληρωθεί) η νέα υποχρέωση. Ενόψει όμως του ότι η διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, ουδέν εμποδίζει να συμφωνηθεί ρητώς ότι ο δανειστής δεν υποχρεούται, αλλά δικαιούται να επιδιώξει την ικανοποίησή του από τη νέα ενοχή, με την έννοια της δυνατότητας παράλληλης άσκησης των δικαιωμάτων του και από την παλαιά και από τη νέα ενοχή (ΑΠ 1537/2004, ΑΠ 1463/1998, ΑΠ 408/1990). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, εφόσον ο εναγόμενος οφειλέτης προβάλλει κατά του ενάγοντος δανειστή απόσβεση της οφειλής του, με εκχώρηση προς το δανειστή απαίτησης αυτού (οφειλέτη - εκχωρητή) κατά τρίτου, δηλαδή ότι η εκχώρηση έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης, για το ορισμένο της σχετικής ένστασης, θα πρέπει να προσδιορίζεται, αν η εκχωρηθείσα απαίτηση έγινε σε αντικατάσταση του χρέους του οφειλέτη εκχωρητή προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, οπότε, ως ανατρεπτική ένσταση, επιφέρει την απόσβεση του χρέους αυτού και την οριστική απόρριψη της αγωγής, ή αντιθέτως, έγινε χάριν καταβολής, δηλαδή προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του εκδοχέα, οπότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, ως αναβλητική ένσταση, επιφέρει την αναβολή της ικανοποίησης του χρέους του εκχωρητή έναντι του εκδοχέα και συνακόλουθα την προσωρινή απόρριψη της αγωγής, προκειμένου ο εκδοχέας να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης που εκχωρήθηκε, εκτός αν η ικανοποίηση αυτής είναι αδύνατη ή τόσο δυσχερής ώστε δεν δύναται να αξιωθεί από τον δανειστή να συνεχίσει τις προσπάθειές του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσής του, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, και τους συναφείς με αυτόν, τρίτο και όγδοο λόγους έφεσης, επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τον πρωτοδίκως προβληθέντα, αλλά απορριφθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμό του, ότι με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο είχε εκχωρήσει στους ενάγοντες (δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους) "όλα τα δικαιώματά του κατά της εργολήπτριας εταιρείας, όπως αυτά αναφέρονται στο άνω υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο" και ότι είχε αναγγείλει την εκχώρηση αυτή στην ως άνω εταιρεία, ζητώντας ενόψει αυτού την απόρριψη της αγωγής καθ' ο μέρος στρεφόταν αυτού. Σημειωτέον ότι τον ισχυρισμό αυτό περί της ανωτέρω γενομένης εκχώρησης είχαν επικαλεσθεί, ακροθιγώς, όπως εκτίμησε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και οι ενάγοντες αγοραστές προς θεμελίωση της αγωγής τους κατά των δεύτερης, τρίτου και τετάρτου των εναγομένων (τρίτης, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων), αλλά το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως προς τους παραπάνω εναγομένους ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, γι' αυτό και οι ενάγοντες επανέφεραν αυτόν με τη δική τους έφεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε επί των ανωτέρω ισχυρισμών των δύο εφέσεων την ακόλουθη αιτιολογία: "Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αγωγή, με βάση το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, ο πρώτος εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) μεταβίβασε δυνάμει πώλησης στους δεύτερο και τρίτη των εκκαλούντων (ήδη πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 1/2 στον καθένα, τις δύο επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες αντιστοιχούν στα ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του οικοπέδου στην ... Αθηνών, στη συμβολή των οδών ..., που είχαν παραμείνει στον ίδιο επί τη βάσει του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου- εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λαυρίου Δ. Χ., το οποίο αυτός είχε καταρτίσει με την τέταρτη εφεσίβλητη εργολάβο εταιρεία (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) και είχαν περιέλθει σε αυτόν (οι οριζόντιες ιδιοκτησίες) ως αντιπαροχή της τελευταίας στα πλαίσια εκτέλεσης του εν λόγω εργολαβικού. Στο συγκεκριμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δε, δεν συμβλήθηκαν ούτε η τέταρτη εφεσίβλητη εργολάβος εταιρεία ούτε ο έκτος εφεσίβλητος (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος), ατομικά, ως νόμιμος εκπρόσωπός της ούτε ο πέμπτος εφεσίβλητος (πέμπτος αναιρεσίβλητος) ως επιβλέπων το έργο της ανέγερσης της οικείας πολυώροφης οικοδομής, ως πολιτικός μηχανικός, αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις έναντι των εναγόντων. Επομένως, η θεώρηση του, αποτυπωθέντος στο εν λόγω υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, συμβατικού πλαισίου εκφεύγει πλήρως της προβληματικής της λειτουργίας της τριμερούς σχέσης οικοπεδούχου- εργολάβου- τρίτου αγοραστή οριζόντιας ιδιοκτησίας, στα πλαίσια της σύμβασης εργολαβίας πολυώροφης οικοδομής με αντιπαροχή και, καθώς άπτεται ενοχικού δεσμού μόνο μεταξύ του πρώτου εκκαλούντος, ως πωλητή, και των δύο εναγόντων, ως αγοραστών, αποκρυσταλλώνεται στην κατάφαση απλής σύμβασης πώλησης ακινήτων. Για να είχαν, δε, οι τέταρτη, πέμπτος και έκτος των εφεσίβλητων, υποχρέωση αποζημίωσης λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της αμφοτεροβαρούς σύμβασης του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου- εργολαβικού συμβολαίου, που η τέταρτη εφεσίβλητη είχε καταρτίσει με τον πρώτο εκκαλούντα, επί τη βάσει της ελαττωματικότητας των πωληθεισών ενδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, θα έπρεπε, να είχε μεταβιβασθεί στους ενάγοντες η εν λόγω έννομη σχέση, ως ολότητα και κατά το σκέλος της το συγκείμενο σε σύμβαση έργου, με το συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, επί τη βάσει συναφούς συμβατικού κειμένου που θα είχαν υπογράψει άπαντες οι εναγόμενοι με τους ενάγοντες, γεγονός που δεν ιστορείται στο εισαγωγικό δικόγραφο. Εκτός αυτού, στην αγωγή γίνεται μεν μνεία του ότι, με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο πρώτος εκκαλών εκχώρησε στους ενάγοντες όλα τα δικαιώματά του κατά της τέταρτης εφεσίβλητης εργολάβου εταιρείας, που απέρρεαν από το προαναφερόμενο υπ' αριθ. ... εργολαβικό συμβόλαιο, όμως, ακόμα και αν ήθελε νοηθεί πως κατά νόμο ήταν επαρκής η συγκεκριμένη εκχώρηση (χωρίς να αναπτύσσει αυτή και έννομα αποτελέσματα σωρευτικής αναδοχής χρέους για τους αντιδίκους τους κατ' άρθρο 477 ΑΚ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εκκαλούντες), για τη μεταβίβαση στους ενάγοντες αποζημιωτικών αξιώσεων του πρώτου εκκαλούντος έναντι της εργολάβου εταιρείας λόγω πλημμελούς εκτέλεσης της οικείας σύμβασης έργου (ενδεχόμενο που δεν συντρέχει, καθώς προς τούτο απαιτείτο μεταβίβαση της σχετικής έννομης σχέσης εν όλω, με συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα), και πάλι στην αγωγή δεν μνημονεύεται η αναγκαία κατά τη σχετική διάταξη του άρθρου 460 ΑΚ προϋπόθεση για την ανάπτυξη εννόμων αποτελεσμάτων της περί ης ο λόγος εκχώρησης έναντι της τέταρτης εφεσίβλητης, ήτοι η αναγγελία της σε αυτή. Επιπλέον, η μόνη αναφορά σε ύπαρξη συμβατικής έννομης σχέσης μεταξύ των εναγόντων, της τέταρτης εφεσίβλητης εργολάβου εταιρείας και του έκτου εφεσίβλητου, νομίμου εκπροσώπου της, αντίστοιχα, έγκειται στην επίκληση του ότι οι τελευταίοι είχαν αναλάβει προφορικά έναντι των πρώτων να υλοποιήσουν τις ιδιότητες που συνομολογήθηκαν με το από 26.02.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που οι ενάγοντες είχαν καταρτίσει- και πάλι αποκλειστικά- με τον πρώτο εκκαλούντα σε σχέση με πρόσθετες κατασκευές στην επίδικη μεζονέτα. Εν τούτοις, εκ της συγκεκριμένης παράθεσης λείπουν τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία στοιχειοθέτησης συναφώς, μεταξύ των εν λόγω διαδίκων μερών, σύμβασης έργου ή εγγύησης, δεσμευτικής για τους τέταρτη και έκτο των εφεσίβλητων, καθώς δεν εξειδικεύονται οι οικείες βουλήσεις ανάληψης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά περιεχόμενο, ούτε το αντάλλαγμα των ως άνω εφεσίβλητων, καθώς και η σχέση σύνδεσης με τις ανωτέρω συμβάσεις εργολαβίας με αντιπαροχή ή/και πώλησης. Από, δε, τη συναφή διατύπωση της αγωγής, μάλιστα, δύναται να εξαχθεί, κατ' ερμηνευτική προσέγγιση, πως στην εν λόγω περίπτωση οι τέταρτη και έκτος των εφεσίβλητων δεσμεύθηκαν έναντι των εναγόντων πως θα υλοποιούσαν τις κατασκευές που είχαν συμφωνηθεί στο κείμενο του ως άνω από 26.02.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού ως βοηθοί εκπλήρωσης του πρώτου εκκαλούντος κατ' άρθρο 334 ΑΚ, στα πλαίσια των σχετικών υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει έναντι αυτού εκ του ανωτέρω εργολαβικού προσυμφώνου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, επομένως, καθίσταται σαφές πως σε σχέση με την κύρια σωρευόμενη αγωγική βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, ουδόλως μνημονεύονται στο αγωγικό περιεχόμενο πραγματικά περιστατικά κατάρτισης ενοχικού δεσμού μεταξύ των εναγόντων και των τέταρτης, πέμπτου και έκτου των εφεσιβλήτων, με επακόλουθο την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης των τελευταίων. Η επικαλούμενη, δε, από τον πρώτο εκκαλούντα ομολογία τους υπό την έννοια της δικαστικής τοιαύτης (άρθρο 352 ΚΠολΔ), αφενός δεν έλαβε χώρα από τους ως άνω εφεσίβλητους, σε οποιοδήποτε σημείο των προτάσεων τους, αφετέρου δεν εξετάζεται κατά το στάδιο τούτο ήτοι κατά την εξέταση του παραδεκτού της αγωγής αλλά μόνο αν η τελευταία κριθεί νόμιμη και το δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως. .... Ως επακόλουθο των ανωτέρω, συνεπώς, ορθά απερρίφθη η ένδικη αγωγή, με την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τους τρεις τελευταίους εναγόμενους και νυν εφεσίβλητους, ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης τους και επομένως απορριπτέοι κρίνονται οι ως άνω 3ος, 4ος και 8ος λόγος της από 10/10/2018 εφέσεως του πρώτου εκκαλούντος (ενάγοντος- αναιρεσείοντος) και ο 1ος λόγος της από 12/10/2018 εφέσεως των δεύτερου και τρίτης των εκκαλούντων (εναγόντων - δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων)...". Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, το Εφετείο απέρριψε τόσο τον αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων περί εκχώρησης, καθ' ο μέρος επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί σ' αυτόν η αγωγή σε βάρος της δεύτερης εναγομένης εταιρείας (και κατ' επέκταση και σε βάρος των τρίτου και τετάρτου των εναγομένων), όσο και τον επαναφερθέντα από τον αναιρεσείοντα αντίστοιχο ισχυρισμό με επάλληλες αιτιολογίες, από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ήτοι με την πρώτη ως μη νόμιμο, καθόσον για τη μεταβίβαση στους ενάγοντες αποζημιωτικών αξιώσεων του αναιρεσείοντος πωλητή έναντι της εργολάβου εταιρείας λόγω πλημμελούς εκτέλεσης της οικείας σύμβασης έργου, απαιτείτο μεταβίβαση της σχετικής έννομης σχέσης εν όλω, με συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, και με τη δεύτερη, ως αόριστη, διότι δεν γινόταν επίκληση ότι είχε λάβει χώρα αναγγελία της εκχώρησης. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως (που στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες) (Ολ.ΑΠ 25/2003., ΑΠ 383/17). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η πρώτη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί εκχώρησης στους ενάγοντες των απαιτήσεων που είχε κατά της εργολήπτριας εταιρείας, οι οποίες απέρρεαν από το εργολαβικό συμβόλαιο, καθόσον αυτός δεν εκχώρησε όλη την έννομη σχέση της εργολαβίας, αλλά μόνον τα δικαιώματά του κατά της εργολήπτριας να ολοκληρώσει τις ελλείπουσες εργασίες στις πωληθείσες ιδιοκτησίες, σύμφωνα με το εργολαβικό συμβόλαιο, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τη διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, καθόσον απαίτησε για την εγκυρότητα της εκχώρησης περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί η ως άνω διάταξη για την εφαρμογή της και δη την αποδοχή της εκχώρησης από την οφειλέτιδα εταιρεία. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι με αυτόν προσβάλλεται η κύρια αιτιολογία που στηρίζει την απόρριψη της ενστάσεως ως μη νόμιμης, πλην όμως δεν πλήττεται με αυτόν ή άλλο λόγο αναιρέσεως η επάλληλη αιτιολογία, με την οποία η ένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Σε κάθε περίπτωση, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1099/2022, ΑΠ 1264/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, η ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος, όπως προβλήθηκε πρωτοδίκως και όπως επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ήταν αόριστη, καθόσον ο αναιρεσείων α) δεν προσδιόρισε το χρόνο και τρόπο, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η αναγγελία προς την εργολήπτρια της γενομένης εκχώρησης, β) δεν ανέφερε, όπως όφειλε κατά τη μείζονα σκέψη, αν με την γενομένη εκχώρηση προς τους αγοραστές (ενάγοντες) συμφωνήθηκε η αντικατάσταση και απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης αυτού προς τους αγοραστές- εκδοχείς με βάση το πωλητήριο συμβόλαιο, δηλαδή αντί καταβολής, ή αν έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης των αγοραστών- εκδοχέων, δηλαδή χάριν καταβολής, οπότε η αρχική υποχρέωση του αναιρεσείοντος (από το πωλητήριο συμβόλαιο) δεν αποσβήνεται πριν την ικανοποίηση του εκδοχέων από την εκχωρηθείσα απαίτηση και ο σχετικός ισχυρισμός έχει ως αποτέλεσμα την αναβολή, απλώς, της ικανοποίησης της απαίτησης των εκδοχέων έναντι του εκχωρητή (από το πωλητήριο), και γ) ενώ επικαλέστηκε ότι με το συμβόλαιο της αγοραπωλησίας εκχώρησε στους ενάγοντες αγοραστές όλα τα δικαιώματά του κατά της εργολήπτριας εταιρείας, που αναφέρονται στο ... προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο και, επίσης, ότι με το αναφερόμενο στο ίδιο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο από 26-2-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέλαβε την υποχρέωση εκτέλεσης προσθέτων εργασιών, πέραν των αναφερομένων στο εργολαβικό, ουδόλως προσδιόρισε ποιες από τις αναφερόμενες στην αγωγή των αγοραστών ελλείψεις και κακοτεχνίες αφορούν εργασίες, που όφειλε να εκτελέσει η εργολήπτρια εταιρεία με βάση το εργολαβικό, αφού μόνον τις απορρέουσες από αυτό απαιτήσεις εκχώρησε στους αγοραστές και όχι τις απορρέουσες από το ιδιωτικό συμφωνητικό (για τις οποίες επικαλέστηκε ότι υπήρξε απ' ευθείας υπόσχεση της εργολήπτριας προς τους αγοραστές). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ και απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του την παραπάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, ο σχετικός τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Όμως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 1010/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1069/2014). Με τον τρίτο, από τον αρ. 11γ (και όχι από τον αρ. 8, κατά το πρώτο σκέλος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα παρακάτω έγγραφα: α) την 6259/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 4356/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, β) την από 29.10.2008 εξώδικη δήλωσή του προς την εργολήπτρια εταιρεία - τρίτη των αναιρεσίβλητων, γ) την από 14.12.2009 (αριθ. καταθ. 13873/2009) προσεπίκλησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) την 4071/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) την από 8.9.2009 βεβαίωση- δήλωση του αρχιτέκτονα- μηχανικού, επιβλέποντα ανέγερσης της πολυκατοικίας, τα οποία επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η εκχώρηση των δικαιωμάτων του κατά της εργολήπτριας εταιρείας, που απορρέουν από το εργολαβικό συμβόλαιο, είναι έγκυρη και δεσμευτική. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν προέβη στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, αλλά απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως μη νόμιμο και αόριστο, γεγονός που αποκλείει, όπως προαναφέρθηκε, την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περιπτ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου. Ως "αίτηση" όμως δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο και όχι εκείνου εκ του αρ.9 (ΑΠ 1026/2020, ΑΠ 567/2009). Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη την προταθείσα με λόγο έφεσης ένσταση αοριστίας της αγωγής ως προς τα κονδύλια δαπανών που ζητούσαν οι ενάγοντες, υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, επειδή, ειδικότερα, κατά το λόγο αναιρέσεως, άφησε αδίκαστο το λόγο αυτόν εφέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από την προαναφερόμενη διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1035/2020, ΑΠ 3652/2019, ΑΠ 2073/2007). Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παράπονο για τη μη κήρυξη ακυρότητας της αγωγής λόγω αοριστίας, παρά την υποβολή σχετικού ισχυρισμού, ο οποίος, όμως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, θα πρέπει αυτός (ισχυρισμός) να έχει υποβληθεί, παραδεκτά, ανεξάρτητα αν ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε, επίσης, παραδεκτά, με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τα ανωτέρω δε να αναφέρονται στο αναιρετήριο (Α.Π. 40/2018, Α.Π. 201/2017). Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής και το εξ αυτής προβαλλόμενο απαράδεκτο, προτάθηκαν και μάλιστα παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά, και με ποιο τρόπο, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη, ως προς τις επικαλούμενες με την έφεση αοριστίες, που αφορούν την τοποθέτηση γυάλινου δαπέδου της μεζονέτας, ποσού 3.111,90 ευρώ, τις εργασίες ολικής αποκατάστασης- αλλαγής των αλουμινοκατασκευών και των εξωτερικών κουφωμάτων και τοποθέτησης αυτών ποσού 24.415,50 ευρώ και για την αντικατάσταση της κεντρικής σκάλας μεταξύ των ορόφων της μεζονέτας για την πράγματι επιλεγείσα της εταιρείας "..." με πλαϊνά σκαλοκομμένα καθώς και των κάγκελων αυτής και του αίθριου με κάγκελα τύπου "...", ποσού 13.616 ευρώ, ενώ ως προς τις λοιπές επικαλούμενες αοριστίες, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔ, αφού προτείνονται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.3.2021 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της 342/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ