Αριθμός 706/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα-Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα και Χρυσούλα Παρασκευά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 211/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Με κατηγορούμενους τους 1. Χ. Α. του Α. (δικηγόρος), 2. Χ. Π. του Κ., 3 Ι. Π. του Π., 4 Κ. Σ. του Δ., 5. Κ. Σ. του Γ. και 6 Λ. Κ. του Δ. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 41/21 Νοεμβρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1233/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 254/10-12-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 485 παρ.1 εδάφιο α' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 41/21-11-2012 αναίρεσή μας κατά του υπ' αριθμ. 211/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, αναφέρομαι στους λόγους αναιρέσεως που εμπεριέχονται στην συνταχθείσα κατά το άρθρο 474 παρ.2 Κ.Π.Δ. σχετική έκθεση με αριθμό 41/2012 και προτείνω τα εν αυτή. Αθήνα 7 Δεκεμβρίου 2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα, εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο η με αριθμό 41/212 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση του υπ' αριθμό 211/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών με το οποίο αφού έγιναν δεκτές οι προσφυγές των κατηγορουμένων 1) Χ. Α., 2) Χ. Π., 3) Ι. Π., 4) Κ. Σ., 5) Κ. Σ. και 6) Λ. Κ., κατά του υπ' αριθμό .../2012 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών με το οποίο παραπέμπονταν για να δικασθούν ως υπαίτιοι, η μεν πρώτη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, οι δε λοιποί για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση, ακύρωσε το ως άνω κλητήριο θέσπισμα και μετά ταύτα ανέστειλε την ποινική δίωξη των προσφευγόντων έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δίκη της μηνύτριας Α. Θ. Α. για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950 για την οποία διενεργείται κυρία ανάκριση από την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Ζακύνθου. Η αναίρεση ζητείται για εσφαλμένη ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 322 και 59 ΚΠΔ και θετική υπέρβαση εξουσίας. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα, άρα είναι παραδεκτή, νόμιμη (άρ. 505§2, 510 παρ.1 στοιχ.Η 479 εδ.β' και 483§3 ΚΠΔ), και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της ερήμην των προσφευγόντων. Κατά το άρθρο 59 ΚΠΔ "1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται, ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. 2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (αρ. 31, 43§1 εδ.β') αναβάλλει με πράξη του κάθε, περαιτέρω, ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώσης του Εισαγγελέως Εφετών". Περαιτέρω στο άρθρο 322§3 ΚΠΔ ορίζονται τα εξής: "ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης 6 του άρθρου 111, έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στο αρμόδιο συμβούλιο Εφετών μέσα στη προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 1. Η προσφυγή υποβάλλεται στα όργανα που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο ή στο γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών. Το συμβούλιο Εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που υποβλήθηκε η έκθεση προσφυγής μαζί με τη σχετική πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή συμπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε ή την ενέργεια κύριας ανάκρισης μετά την ολοκλήρωση των οποίων το ίδιο συμβούλιο, αφού επανεισαχθεί σ' αυτό η υπόθεση από τον Εισαγγελέα Εφετών, ή απορρίπτει την προσφυγή ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Το συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 κ.ε. στον προηγούμενο, αν από την επίδοση του βουλεύματος, έως τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά μεσολαβεί τουλάχιστον το μισό της προθεσμίας που ορίστηκε για την κλήτευση, ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να εμφανιστεί κατά τη δικάσιμο αυτή για να δικασθεί χωρίς άλλη κλήτευση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 171§1 στοιχ.γ' του ιδίου Κώδικος, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη, και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Από τα ανωτέρω προκύπτουν τα εξής: α) εάν το αντικείμενο μιάς ποινικής δίκης, που είναι εκκρεμής, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για άλλη, εκκρεμεί επίσης, δίκη, δηλ. η λύση του ζητήματος αυτού είναι απαραίτητη για την έκδοση αποφάσεως για τη δεύτερη δίκη, τότε, εάν η ένωση των δύο δικών δεν είναι σκόπιμη ή δυνατή, αναστέλλεται η δεύτερη δίκη (ή αναβάλλεται όροι εννοιολογικώς ταυτόσημοι), μέχρι ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στην πρώτη δίκη, δηλ. εκείνης της οποίας αντικείμενο είναι το προδικαστικό ζήτημα, της άλλης, άλλως ανακύπτει απόλυτη ακυρότητα και ιδρύεται ο υπό των διατάξεων των άρθρων 484§1 στοιχ.α' ή 510§1 στοιχ.Α' ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, β) την εξουσία αναστολής (ή αναβολής) έχει όχι μόνο το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση, αλλά και το δικαστικό συμβούλιο και όταν ακόμα αυτό επιλαμβάνεται της δικαιοδοτικής ερεύνης της υποθέσεως κατόπιν προσφυγής του κατηγορουμένου στα πλαίσια της δικονομικής ρυθμίσεως του άρθρου 322§3 του ΚΠΔ. Η εξουσία αυτή του συμβουλίου παρέχεται σε κάθε περίπτωση που αναφύεται προδικαστικό ζήτημα σε μια ποινική δίκη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, και όχι μόνο επί των εγκλημάτων της παραγράφου 2 του άρθρου 559 ΚΠΔ, επί των οποίων την προαναφερόμενη δυνατότητα έχει και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών. Η παράλειψη του τελευταίου να εφαρμόσει την ρηθείσα δικονομική διάταξη (άρ. 59§2 ΚΠΔ), δεν μπορεί να αποστερήσει τον παραπεμπόμενο διά κλητηρίου θεσπίσματος στο ακροατήριο κατηγορούμενο, του δικαιώματός του να ζητήσει, την αναστολή της όλης ποινικής διαδικασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 59§1 και 2 ΚΠΔ, προβάλλοντας δια της προσφυγής του την απόλυτη ακυρότητα εκ της μη αναστολής της δίκης. Και ναί μέν στη προμνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 322§3 οι παρεχόμενες στο δικαστικό συμβούλιο δικαιοδοτικές εξουσίες αναγράφονται περιοριστικώς, πλην όμως δεν απαγορεύεται το δικαστικό συμβούλιο να αναστείλει την ποινική δίωξη κατ' άρθρον 59§1 και 2 ΚΠΔ, σε περίπτωση προσφυγής, αφού τούτο έχει την δυνατότητα να πράξει το μείζον δηλ. να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από κάθε κατηγορία εκτιμώντας το συνολικό αποδεικτικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί από την προανάκριση. Άλλωστε κατά το αντικειμενικό τελολογικό νόημα της άνω διατάξεως, πέραν από την στενή γραμματική ερμηνεία, περιλαμβάνεται και η άνω εξουσία του Συμβουλίου Εφετών, δηλ. η έκδοση βουλεύματος του ανωτέρω περιεχομένου το οποίο σημειωτέον είναι παρεμπίπτον και όχι οριστικό δυνάμενο να ανακληθεί. Επομένως θα ήτο άτοπον να μπορεί το Συμβούλιο Εφετών σε περίπτωση προσφυγής να εκδόσει βούλευμα οριστικό περί της ουσιαστικής υποθέσεως της κατηγορίας με δύναμη δεδικασμένου και όχι αναστολή της ποινικής διώξεως η οποία θα προπαρασκευάσει την τελειωτική του κρίση. Τέλος, ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος αφού δεν ορίζεται τα τούτο υπό του νόμου. Οι λόγοι ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠΔ αναφέρονται περιοριστικά και η δικαιοδοσία αυτή ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο το οποίο θα επιληφθεί της εκδίκασης της κατηγορίας. Εξάλλου η προσφυγή του άρθρου 322§3 ΚΠΔ δεν έχει στόχο την προβολή της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά την αποφυγή της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για πράξη για την οποία προφανώς δεν πρέπει να δικαστεί είτε για νομικούς είτε για ουσιαστικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών με το υπ' αριθμό .../2012 κλητήριο θέσπισμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/μάτων Πατρών τους κατηγορουμένους 1. Χ. Α. του Α. δικηγόρο, 2. Χ. Π. του Κ., 3 Ι. Π. του Π., 4. Κ. Σ. του Δ., 5 Κ. Σ. του Γ. και 6 Λ. Κ. του Δ., για να δικαστούν ως υπαίτιοι, η μεν πρώτη ως πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας (αρ. 111§6 ΚΠΔ) για το πλημμέλημα της ψευδής ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση (αρ. 98 και 225§1 ΠΚ), οι δε υπόλοιποι, λόγω συνάφειας, για το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση (άρ. 98 και 224§2 ΠΚ). Κατά του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος άσκησαν άπαντες οι παραπεμπόμενοι τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. 1/2012, 2/2012, 3/2012, 4/2012, 5/2012 και 6/2012 προσφυγές τους. Επί των προσφυγών αυτών το Συμβούλιο Εφετών Πατρών εξέδωσε το υπ' αριθμ. 211/2012 προσβαλλόμενο βούλευμά του με το οποίο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις προσφυγές και στη συνέχεια αφού ακύρωσε το κλητήριο θέσπισμα, ανέστειλε κατά το άρθρο 59§2 του ΚΠΔ αφενός μεν την κατά της Χ. Α. ποινική διαδικασία για τα πλημμελήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, κατ' εξακολούθηση αφ' ετέρου δε κατά των υπολοίπων προσφευγόντων για το πλημμέλημα ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης στην υπόθεση επί της οποίας διενεργείται κυρία ανάκριση από τον Ανακριτή Ζακύνθου σε βάρος της Α.-Θ. Α. του Δ., για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1§1 του Ν. 1608/1950 και έπαυσε εν μέρει λόγω παραγραφής την ασκηθείσα σε βάρος των προσφευγόντων Κ. Σ., Κ. Σ. και Λ. Κ. ποινική δίωξη για επιμέρους πράξεις ψευδορκιών μαρτύρων που τους αποδίδονταν. Με αυτές τις παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του με το ν' αναστείλει κατ' άρθρου 59§1,2 ΚΠΔ την ποινική δίωξη κατά των ως άνω προσφευγόντων μετά από προσφυγή αυτών, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού από το άρθρο 510§ι στοιχ.Θ ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Όμως με το να ακυρώσει το ως άνω Συμβούλιο το κλητήριο θέσπισμα υπερέβη την εξουσία του θετικά αφού σύμφωνα με τα γενόμενα ως άνω δεκτά δεν συνέτρεχε λόγος ακυρότητος ούτε είχε τέτοια δικαιοδοσία. Επομένως πρέπει να απαλειφθεί η διάταξη από το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος περί ακυρώσεως του με αριθμό .../2012 κλητηρίου θεσπίσματος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει το με αριθμό 211/2012 προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Διατάζει την απάλειψη από το προσβαλλόμενο με αριθμό 211/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών τη διάταξη περί ακυρώσεως του με αριθμό .../2012 κλητηρίου θεσπίσματος, του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών με το οποίο παρεπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών οι προσφεύγοντες 1) Χ. Α. του Α. (δικηγόρος), 2) Χ. Π. του Κ., 3) Ι. Π. του Π., 4) Κ. Σ. του Δ., 5) Κ. Σ. του Γ. και 6) Λ. Κ. του Δ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ