Αριθμός 1111/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Μ. Κ. του Δ., κατοίκου Αθηνών και ήδη κρατούμενου στις φυλακές Χαλκίδας, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτελέσεως της ποινής που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.1153/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτελέσεως της ποινής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2013 αίτηση για επανάληψη διαδικασίας και την από 24 Ιουλίου 2013 αίτηση για αναστολή εκτελέσεως της ποινής του, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 855/2013. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαΐδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή με αριθμό και ημερομηνία 155/7.8.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την από 3-6-2013 αίτηση του Μ. Κ. του Δ., κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, με την οποία και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 1153/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ "1. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάσθηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκριση τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη, 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα και 5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. 2. Οι κατά την παρ. 1 αρ. 3 αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 526 του ιδίου Κώδικα, που αναφέρεται στην επανάληψη της διαδικασίας εις βάρος εκείνου που αθωώθηκε: "1. Σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται μόνο: α) αν βεβαιωθεί ότι ουσιώδη επιρροή στην απόφαση για την αθώωση είχαν πλαστά έγγραφα ή πειστήρια ή δωροδοκία ή άλλη από πρόθεση παράβαση του δικαστικού καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου που συνέπραξε στην αθώωση, και β) αν από την αθώωση δεν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος για την παραγραφή του αξιόποινου της πράξης. 2. Η αναφερόμενη στην παρ. 1 αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας ή της δωροδοκίας ή της παράβασης καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου, πρέπει να βεβαιώνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 3. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και για εκείνον που αθωώθηκε αμετάκλητα με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου". Ακόμη, κατά το άρθρο 527 του αυτού Κώδικα, που αναφέρεται στους δικαιούμενους να ζητήσουν την επανάληψη της διαδικασίας καθώς και στις διατυπώσεις που πρέπει να τηρηθούν, "1. Η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από το συνήγορο του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και μετά το θάνατο του καταδικασμένου ή έπειτα από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής που του επιβλήθηκε. 2. Την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε μπορεί να τη ζητήσει μόνον ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που απάγγειλε την αθώωση ή ο προϊστάμενος του εισαγγελέας. 3. Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητα της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα. Κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 528 του Κ.Π.Δ που αναφέρεται στην αρμοδιότητα και τη διαδικασία: "1. Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 527 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Κατά της απόφασης του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα και 484 και 485. 2. Αν στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικαστεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των παρακάτω παραγράφων. 3. Η βεβαίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροδοκίας ή της παράβασης του δικαστικού καθήκοντος που τελέστηκε σε βάρος του καταδικασμένου γίνεται από το δικαστήριο των εφετών, το οποίο είναι αρμόδιο να κρίνει την αίτηση για επανάληψη, αν η καταδίκη είχε απαγγελθεί από το πλημμελειοδικείο, διαφορετικά από το δικαστήριο των εφετών που πήρε εντολή από τον Άρειο Πάγο και που είναι διαφορετικό από εκείνο που καταδίκασε. Ο εισαγγελέας του δικαστηρίου των εφετών κλητεύει υποχρεωτικά (άρθρα 155-159 και 166) τον καταδικασμένο, εκείνον που ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας αν είναι πρόσωπο διαφορετικό από το προηγούμενο, και τους διαδίκους που είχαν παραστεί στη συζήτηση κατά την οποία απαγγέλθηκε η καταδίκη. Καλεί επίσης εκείνον στον οποίο αποδίδεται η ψευδορκία, η πλαστογραφία, η δωροδοκία ή η παράβαση του δικαστικού καθήκοντος να παραστεί, αν θέλει, στο ακροατήριο του δικαστηρίου των εφετών για να δώσει πληροφορίες ή εξηγήσεις. 4. Το δικαστήριο των εφετών της προηγουμένης παραγράφου σε δημόσια συνεδρίαση εξετάζει τους μάρτυρες που κάλεσαν οι διάδικοι ή ο εισαγγελέας, και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και, αφού ακούσει όσους εμφανίστηκαν από εκείνους που είχαν κλητευθεί κατά την παρ. 3, αποφαίνεται αμετάκλητα αν τελέστηκε η αξιόποινη πράξη που επικαλείται ο αιτών. 5. Αν το εφετείο αποφανθεί ότι έχει τελεστεί το έγκλημα που αναφέρεται στην αίτηση, το αρμόδιο συμβούλιο των εφετών ή ο Άρειος Πάγος, κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 527, εφόσον προκειμένου για ψευδομαρτυρία ή πλαστογραφία κρίνει ακόμη ότι αυτή είχε ουσιώδη επίδραση στην καταδίκη του κατηγορουμένου, δέχεται την αίτηση και διατάσσει όσα ορίζονται στην παρ. 1. Διαφορετικά, απορρίπτει την αίτηση. 6. Η επανάληψη σύμφωνα με το άρθρο 525 διατάσσεται για όλους όσοι καταδικάστηκαν, και όταν ένας μόνο τη ζήτησε, εκτός αν οι λόγοι για τους οποίους έχει ζητηθεί αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του". Τέλος σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 529 του ιδίου Κώδικα "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει, αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η έκτακτη διαδικασία της επαναλήψεως της διαδικασίας καθιδρύεται προς αποτροπή του δεδικασμένου από την ποινική απόφαση που διέγνωσε την ουσία της υποθέσεως και καταδίκασε ή αθώωσε τον κατηγορούμενο και δεν αφορά απόφαση που απέρριψε έφεση ως ανυποστήρικτη ή αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 341 § 1 και 501 § 1 εδάφιο τελευταίο του Κ.Π.Δ. Τούτο προκύπτει όχι μόνον από το γράμμα των πιο πάνω διατάξεων που ομιλούν περί του καταδικασθέντος ή του αθωωθέντος, περί της καταδίκης ή της αθώωσης, περί του δικαστηρίου που καταδίκασε και τέλος περί του επεκτατικού αποτελέσματος του εκτάκτου ενδίκου μέσου της επαναλήψεως της διαδικασίας κλπ, αλλά και από τους λόγους επανάληψης της διαδικασίας, οι οποίοι αναφέρονται μόνον στην ουσία της υποθέσεως, καθώς και από την προβλεπόμενη, μετά την τυχόν ευδοκίμηση της αιτήσεως, διαδικασίας κατ1 ουσία εκδίκαση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, προκειμένου να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 1153/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή δεν κρίθηκε η ουσία της κατά του αιτούντος Μ. Κ. κατηγορίας για απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το όφελος του υπαιτίου υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ, και πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το όφελος που επιδίωκε ο υπαίτιος υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ, αλλά απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατά της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 5457/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Σημειώνεται ότι κατά της υπ' αριθμ. 1153/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών άσκησε αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας, πλην όμως αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την υπ' αριθμ. 1189/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται στον ασκήσαντα την αίτηση ακυρώσεως κανένα ένδικο μέσο (άρθρο 341 παρ.2 εδάφιο δ του Κ.Π.Δ). Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η κρινόμενη αίτηση ως στρεφόμενη κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, είναι απαράδεκτη (βλ. ad hoc Α.Π 1201/2005 ΠοινΧρον ΝΣΤ 160) και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Απορριπτέο, επίσης, ως μη νόμιμο είναι και το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της διά της προαναφερθείσας πρωτοδίκου αποφάσεως επιβληθείσας στον αιτούντα ποινής. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα συναφή δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 3-6-2013 αίτηση του Μ. Κ. του Δ., κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, περί επανάληψης υπέρ αυτού της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 1153/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) Να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα και τέλη της προκειμένης διαδικασίας. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αιτούντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 525 ΚΠΔ, προβλέπον την επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος, "1. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάσθηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκριση τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη, 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα και 5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. 2. Οι κατά την §§1 αρ. 3 αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 526 του ιδίου Κώδικα, αναφερόμενο στην επανάληψη της διαδικασίας εις βάρος του αθωωθέντος, "1. Σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται μόνο: α) αν βεβαιωθεί ότι ουσιώδη επιρροή στην απόφαση για την αθώωση είχαν πλαστά έγγραφα ή πειστήρια ή δωροδοκία ή άλλη από πρόθεση παράβαση του δικαστικού καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου που συνέπραξε στην αθώωση, και β) αν από την αθώωση δεν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος για την παραγραφή του αξιόποινου της πράξης. 2. Η αναφερόμενη στην §1 αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας ή της δωροδοκίας ή της παράβασης καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου, πρέπει να βεβαιώνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 3. Οι §§1 και 2 εφαρμόζονται και για εκείνον που αθωώθηκε αμετάκλητα με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου". Ακόμη, κατά το άρθρο 527 του αυτού Κώδικα, προβλέπον τους δικαιούμενους να ζητήσουν την επανάληψη της διαδικασίας και τις τηρητέες διατυπώσεις, "1. Η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από το συνήγορο του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και μετά το θάνατο του καταδικασμένου ή έπειτα από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής που του επιβλήθηκε. 2. Την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε μπορεί να τη ζητήσει μόνον ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που απάγγειλε την αθώωση ή ο προϊστάμενος του εισαγγελέας. 3. Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητα της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα. Κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 528 του ΚΠΔ, αναφερόμενο στην αρμοδιότητα και τη διαδικασία, "1. Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της §3 του άρθρου 527 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 §1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Κατά της απόφασης του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485. 2. Αν στην περίπτωση του άρθρου 525 §1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικαστεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των παρακάτω παραγράφων. 3. Η βεβαίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροδοκίας ή της παράβασης του δικαστικού καθήκοντος που τελέστηκε σε βάρος του καταδικασμένου γίνεται από το δικαστήριο των εφετών, το οποίο είναι αρμόδιο να κρίνει την αίτηση για επανάληψη, αν η καταδίκη είχε απαγγελθεί από το πλημμελειοδικείο, διαφορετικά από το δικαστήριο των εφετών που πήρε εντολή από τον Άρειο Πάγο και που είναι διαφορετικό από εκείνο που καταδίκασε. Ο εισαγγελέας του δικαστηρίου των εφετών κλητεύει υποχρεωτικά (άρθρα 155-159 και 166) τον καταδικασμένο, εκείνον που ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας αν είναι πρόσωπο διαφορετικό από το προηγούμενο, και τους διαδίκους που είχαν παραστεί στη συζήτηση κατά την οποία απαγγέλθηκε η καταδίκη. Καλεί επίσης εκείνον στον οποίο αποδίδεται η ψευδορκία, η πλαστογραφία, η δωροδοκία ή η παράβαση του δικαστικού καθήκοντος να παραστεί, αν θέλει, στο ακροατήριο του δικαστηρίου των εφετών για να δώσει πληροφορίες ή εξηγήσεις. 4. Το δικαστήριο των εφετών της προηγουμένης παραγράφου σε δημόσια συνεδρίαση εξετάζει τους μάρτυρες που κάλεσαν οι διάδικοι ή ο εισαγγελέας, και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και, αφού ακούσει όσους εμφανίστηκαν από εκείνους που είχαν κλητευθεί κατά την §3, αποφαίνεται αμετάκλητα αν τελέστηκε η αξιόποινη πράξη που επικαλείται ο αιτών. 5. Αν το εφετείο αποφανθεί ότι έχει τελεστεί το έγκλημα που αναφέρεται στην αίτηση, το αρμόδιο συμβούλιο των εφετών ή ο Άρειος Πάγος, κατά τις διακρίσεις της §3 του άρθρου 527, εφόσον προκειμένου για ψευδομαρτυρία ή πλαστογραφία κρίνει ακόμη ότι αυτή είχε ουσιώδη επίδραση στην καταδίκη του κατηγορουμένου, δέχεται την αίτηση και διατάσσει όσα ορίζονται στην §1. Διαφορετικά, απορρίπτει την αίτηση. 6. Η επανάληψη σύμφωνα με το άρθρο 525 διατάσσεται για όλους όσοι καταδικάστηκαν, και όταν ένας μόνο τη ζήτησε, εκτός αν οι λόγοι για τους οποίους έχει ζητηθεί αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του". Εκ των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη διαδικασία της επαναλήψεως της διαδικασίας καθιδρύεται προς αποτροπή του δεδικασμένου εκ της ποινικής αποφάσεως που διέγνωσε την ουσία της υποθέσεως και καταδίκασε ή αθώωσε τον κατηγορούμενο και όχι προκειμένου περί αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως ανυποστήρικτη ή αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 341 §1 και 501 §1 εδ. τελευταίο του Κ.Π.Δ. Τούτο προκύπτει όχι μόνον εκ του γράμματος των ως άνω διατάξεων, που ομιλούν περί του καταδικασθέντος, του αθωωθέντος, της καταδίκης, της αθωώσεως, του δικαστηρίου που καταδίκασε, του επεκτατικού αποτελέσματος του εκτάκτου ενδίκου μέσου της επαναλήψεως της διαδικασίας κλπ, αλλά και εκ των λόγων της επαναλήψεως της διαδικασίας, οι οποίοι αναφέρονται μόνον στην ουσία της υποθέσεως, καθώς και εκ της προβλεπομένης, μετά την τυχόν ευδοκίμηση της αιτήσεως, διαδικασίας κατ' ουσίαν εκδικάσεως της υποθέσεως (ΑΠ 1201/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η επανάληψη της διαδικασίας προς ακύρωση της υπ' αριθ. 1153/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή δεν κρίθηκε η ουσία της κατά του αιτούντος κατηγορίας για απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το όφελος του υπαιτίου υπερέβαινε το ποσόν των 15.000 ευρώ, και πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το όφελος που επιδίωκε ο υπαίτιος υπερέβαινε το ποσόν των 15.000 ευρώ, αλλά απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 11-11-2011 έφεση του κατά της υπ' αριθ. 5457/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Σημειώνεται μάλιστα ότι κατά της 1153/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο αιτών άσκησε αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας, πλην όμως απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την 1189/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται σ' αυτόν που άσκησε την αίτηση ακυρώσεως κανένα ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως απαράδεκτη, καθώς και ως μη νόμιμο το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την προαναφερθείσα πρωτόδικη απόφαση και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-6-2013 αίτηση του Μ. Κ. του Δ., κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, για επανάληψη υπέρ αυτού της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθ. 1153/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα και τέλη της προκειμένης διαδικασίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Σεπτεμβρίου 2013. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ