Αριθμός 22/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ., 2) Α. Π., 3) Κ. Ψ., 4) Β. Σ., 5) Ν. Κ., 6) Β. - Ι. Ι., 7) Ά. Δ., 8) Ι. Κ., 9) Π. Κ., 10) Χ. Α., 11) Κ. Σ., 12) Α. Σ., 13) Γ. Β., 14) Β. Τ., 15) Γ. Α., 16) Α. Π., 17) Μ. Β., 18) Κ. Β., 19) Ε. Κ., 20) Ε. Π., 21) Γ. Δ., 22) Χ. Κ., 23) Ζ. Λ. και 24) Μ. Τ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Ζ. Ν., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1304/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3515/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-1-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009). Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο αρθρ. 80§1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992, 13/91). Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "§1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. §2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. §3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. §4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους ... . §6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ. της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Η ως άνω παροχή χορηγήθηκε, μεταξύ άλλων, με την ΚΥΑ 2/40326/0022/2002 (ΦΕΚ Β'1242) σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, ειδικότερα δε με την απόφαση αυτή προβλέπεται στα άρθ. 1 και 2 "1. Χορηγείται μηνιαία ειδική παροχή: α) Στους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, που δεν είναι δικαιούχοι άλλου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. 2. Το ύψος της ειδικής παροχής ορίζεται σε 88€ από 1-1-2002 και σε 176€ από 1-7-2002". Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88€ από 1-1-2002 και σε 176€ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγηση της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' άρθ. 1§13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία. Ενώ δηλ. η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το άρθ. 28§4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω άρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το άρθ. 24§2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 ν. 3205/2003, ενώ και με το άρθ. 2§3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά. Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, έστω και αν συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (ΑΠ 588/2011), δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (ΑΠ 306/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας ως Εφετείο επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων (και της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Ζ. Ν.) κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την επιδίκαση της ως άνω ειδικής μισθολογικής παροχής, με τη αναιρεσιβαλλομένη 3515/2011 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ειδικότερα στο Υπουργείο Πολιτισμού, η 1η την 17-1-2001, η 2η την 7-6-2001, ο 3ος την 12-1-2000, ο 4ος την 14-11-2000, ο 5ος την 5-10-1999, η 6η την 17-1-2001, η 7η την 23-7-2001, η 8η την 1-1-2002, ο 9ος την 2-1-2002, ο 10ος τον Ιανουάριο του έτους 1996, ο 11ος την 20-7-1998, ο 12ος την 19-5-2003, η 13η τον Φεβρουάριο του έτους 1995, η 14η τον Απρίλιο του έτους 1999, η 15η την 7-6-2001, η 16η την 24-2-1994, η 17η την 1-3-2002, ο 18ος την 1-3-2002, η 19η την 1-3-2002, η 20η την 17-1-2001, ο 21ος την 1-32002, η 22η την 26-3-2002, η 23η την 7-6-2002 και η 24η την 21-1-2005, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με διαφορετική ειδικότητα έκαστος, όλοι δε υπήχθησαν για το χρονικό διάστημα που συνδέονταν με το εναγόμενο με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1997 και μετέπειτα με το ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 με το ν. 3205/2003, ότι παρά ταύτα οι ενάγοντες δεν ελάμβαναν την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθ. 14 ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, το είδος της εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζομένων και ως εκ τούτου η μη χορήγηση της συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, η παροχή δε αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, ενώ δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ότι οι αναλυτικά αναφερόμενες εκεί αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθ. 90 ν. 2362/1995, ότι κατά τα λοιπά οι ενάγοντες δικαιούνται για την αιτία αυτή τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, τα οποία και επεδίκασε σ' αυτούς, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί κατά τον μοναδικό περί του αντιθέτου λόγο αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την 134423/1993 ΥΑ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-1-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3515/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ