Αριθμός 2060/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. της εταιρείας με την επωνυμία VRINERA MARINE COMPANY LIMITED, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα 2. Γ. Τ. του Β., κατοίκου ... 3.Κ. Δ. του Π., κατοίκου ... 4.Π. Β. του Κ., κατοίκου ... και 5.Π. Κ. του Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Κοντόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. της επαγγελματικής εταιρείας δικηγόρων υπό το δίκαιο της Αγγλίας με την επωνυμία CLYDE & CO. (ΚΛΑΪΝΤ ΕΝΤ ΚΟ.), άλλως CLYDE & CO. LLP (ΚΛΑΪΝΤ ΕΝΤ ΚΟ. ΕΛ ΕΛ ΠΙ.) που εδρεύει στο ... νομίμως εκπροσωπούμενης, 2. της αγγλικής δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "CLYDE AND CO. (GREECE) LLP (πρώην "CLYDE AND CO. (GREECE)", η οποία εδρεύει στο ... νομίμως εκπροσωπούμενης και η οποία διατηρεί παράρτημα στο Πειραιά, νομίμως και αυτό εκπροσωπούμενο, το οποίο έχει εγγραφεί στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ 152/2000, 3. του M. A. H. P. ( Μ. Α. Χ. Π.), δικηγόρου, κατοίκου ..., 4. του N. I. G. (Ν. Ί. Γ.), δικηγόρου, κατοίκου ... και 5.του M. C. H. (Μ. Τ. Χ.), Ανώτερου Συνεργάτη και Νομικού Διεκπεραιωτή της Αγγλικής δικηγορικής εταιρείας "CLYDE & CO. LLP", κατοίκου ..., οι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Καλαβρό και Δημήτριο Βούτσινο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13 Οκτωβρίου 2005 και 21 Σεπτεμβρίου 2009 αγωγές των ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5175/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 419/2012 του Εφετείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικό). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Νοεμβρίου 2012 αίτησή τους και τους με ιδιαίτερο από 14 Μαρτίου 2013 δικόγραφο, πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της, της από 5-11-2012 αίτησης και των, από 14-3-2013, με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 419/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Α) με την από 13-10-2005 (υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 7806/14-10-2005) αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ιστορούσε ότι είναι κυπριακή εταιρεία με κύριο αντικείμενο την κυριότητα και εκμετάλλευση πλοίων. Ότι από το έτος 1997 είχε αναθέσει τη διαχείριση του υπό σημαία …πλοίου της "..." στην εδρεύουσα στην ... εταιρεία με την επωνυμία "OVERSEAS MARINE ENTERPRISES INC", η οποία έχει εγκαταστήσει σύμφωνα με τον ΑΝ 89/1967 γραφεία στη ... Ότι η πρώτη εναγομένη είναι αγγλική δικηγορική εταιρεία με εξειδίκευση στις εμπορικές και ναυτιλιακές υποθέσεις και διαφορές, με κεντρικά γραφεία στο .., αλλά και υποκαταστήματα σε μεγάλα ναυτιλιακά κέντρα ανά τον κόσμο, ότι η δεύτερη εναγομένη κατά νόμο ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία, χωρίς να έχει τηρήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις του ΠΔ 152/2000 για την εγκατάσταση Κοινοτικών Δικηγόρων και Δικηγορικών Εταιρειών στην Ελλάδα, εμφανίστηκε στη ναυτιλιακή κοινότητα του Πειραιά ως δικηγορικό γραφείο, δηλαδή το εν Ελλάδι γραφείο της πρώτης εναγομένης, παρέχοντας υπηρεσίες και συμβουλές σε θέματα του διεθνούς ναυτικού δικαίου και ειδικότερα του αγγλικού ναυτικού δικαίου σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις στην ημεδαπή ή αλλοδαπή που ασχολούνται με τη ναυτιλία και ότι ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος δεν έχει την ιδιότητα του δικηγόρου είτε στην Ελλάδα είτε στην Αγγλία, ορίστηκε ως ο νόμιμος εκπρόσωπος του υποκαταστήματος της δεύτερης εναγομένης στον … Ότι περί το Μάιο του 2000, ο τρίτος εναγόμενος συναντήθηκε, κατόπιν συστάσεως, στα γραφεία της διαχειρίστριας εταιρείας "OVERSEAS MARINE ENTERPRISES INC" στην …με το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, προκειμένου να συζητηθεί η προοπτική διεκδίκησης μη καταβληθείσας ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω απώλειας ναύλου σχετικά με το πλοίο "...". Ότι κατά τη συνάντηση αυτή, ο τρίτος εναγόμενος εμφανίστηκε και δήλωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της διαχειρίστριας εταιρείας ότι είναι ο ίδιος άγγλος δικηγόρος και ότι διευθύνει στην Ελλάδα το γραφείο της πρώτης εναγομένης με εξειδίκευση σε ζητήματα διεθνών ναυτιλιακών διαφορών, με αποτέλεσμα ο δεύτερος να του αναθέσει το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης, πειθόμενος και προσβλέποντας στη νομική παράσταση και συμβουλή του πρώτου ως έγκριτου δικηγόρου και μέλους ενός εκ των πλέον προβεβλημένων διεθνώς και ειδικευομένων στα θέματα ναυτικού δικαίου δικηγορικών γραφείων του …. Ότι οι εναγόμενοι, ενεργώντας κατά τρόπο παράνομο και υπαίτιο, εκπλήρωσαν πλημμελώς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, με συνέπεια την απώλεια της αξίωσης της ενάγουσας για την καταβολή ασφαλίστρων από την εταιρείας EASTERN RICH OPERATIONS INC, ύψους 776.006,27 Αυστραλίας. Ακόμη ότι ότι εξαιτίας των παρανόμων πράξεων τους, υπέστη και τις ακόλουθες ζημίες και ειδικότερα: α) από την καταβολή δικηγορικών αμοιβών για την αμοιβή των προσώπων που υπέδειξαν οι εναγόμενοι για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους, ύψους 407.128.55 λιρών Αγγλίας και 32.813,76 δολλαρίων ΗΠΑ, β) από την καταβολή της δικαστικής δαπάνης ύψους 48.612.26 λιρών Αγγλίας και 375.000 δολλαρίων ΗΠΑ και γ) από την παράνομη υπόδειξη να προβεί σε άκυρη εκχώρηση απαιτήσεων της στους ίδιους (εναγομένους) απώλεσε το ποσό των 374.473.77 λιρών Αγγλίας. Με βάση αυτά, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό (άρθρο 223 ΚΠολΔ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημερομηνία πληρωμής του ποσού των: α) Δολαρίων Αυστραλίας 776.006,27, β) Λιρών Αγγλίας 830.214,58, γ) Δολαρίων ΗΠΑ 287.323,34 καθώς και ευρώ 35.328,67, επικουρικά δε με βάση τη συμβατική ευθύνη το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημερομηνία πληρωμής του ποσού των: α) Δολαρίων ΗΠΑ 407.813,76 και β) Λιρών Αγγλίας 830.214,58, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Και Β) Οι εναγόμενοι με την με το από 21-9-2009 (υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 8874/24-9-2009) δικόγραφο άσκησαν σε βάρος όλων των αναιρεσειόντων, στο ίδιο δικαστήριο αγωγή με την οποία ισχυρίστηκαν ότι η 1η εναγομένη (ήδη α'αναιρεσείουσα) με πρόθεση να βλάψει τη φήμη των δύο πρώτων εξ αυτών και την τιμή, την επαγγελματική πίστη και υπόληψη των λοιπών περιέλαβε: α) στην από 22-7-2004 μήνυση σε βάρος του 3ου , 4ου και 5ου εξ αυτών και β) στην από 13-10-2005 (αριθ. εκθ. καταθ. 7806/14-10-2005) αγωγή κατά της 1ης, 2ης και 5ου εξ αυτών, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή συκοφαντικά και δυσφημιστικά γεγονότα, καίτοι γνώριζε ότι αυτά δεν ήταν αληθή. Ότι οι 2ος, 3ος, 4ος και 5ος των εναγομένων (αντίστοιχα αναιρεσειόντων) κατέθεσαν ενόρκως προς υποστήριξη της ανωτέρω μηνύσεως, με την ιδιότητα των προταθέντων από την πρώτη εναγομένη μαρτύρων κατηγορίας, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή συκοφαντικά και δυσφημιστικά γεγονότα, καίτοι γνώριζαν ότι αυτά δεν ήταν αληθή, με πρόθεση να βλάψουν την τιμή, την επαγγελματική πίστη και υπόληψη των ενάγοντων. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά τον νομότυπο περιορισμό, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, του καταψηφιστικού αιτήματος από το ποσό των 3.100.000 € στο ποσό του 1.000.000 € και την τροπή αυτού εν μέρει σε καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό (άρθρα 295 παρ. 1 εδ. β', 297 ΚπολΔ) αφενός μεν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην 1η των εναγόντων το ποσό των 90.000 €, στη 2η των εναγόντων το οσό των 90.000 €, στον 3° των εναγόντων το ποσό των 60.000 €, στον 4° των εναγόντων το ποσό των 30.000 € και στον 5° των εναγόντων το ποσό των 30.000 €, αφετέρου δε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην 1η των εναγόντων το ποσό των 210.000 €, στη 2η των εναγόντων το ποσό των 210.000 €, στον 3° των εναγόντων το ποσό των 140.000, στον 4° των εναγόντων το ποσό των 70.000 € και στον 5° των εναγόντων το ποσό των 70.000 €, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων. Οι αγωγές αυτές συνεκδικάσθηκαν, από τον πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κρίθηκαν νομικά βάσιμες. Η πρώτη τούτων στηριζόμενη των άρθρων των άρθρων 147, 149, 914, 297, 298, 345, 346, ΑΚ, 386 ΠΚ, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ ως προς την κύρια βάση της αγωγής από την αδικοπραξία και στις διατάξεις των άρθρων 713, 714,718,361 ΑΚ ως προς την επικουρική βάση για τις αξιώσεις της ενάγουσας από την ενδοσυμβατική ευθύνη των εναγομένων. Η δεύτερη δε, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 926, 932 ΑΚ, 362, 363 ΠΚ. μετά δε την κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη τη δεύτερη αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι αναιρεσείοντες. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Στη συνέχεια: 1) όσον αφορά την πρώτη αγωγή(με ενάγουσα την 1η αναιρείουσα) απέρριψε: α) ως αόριστη την αγωγή, όσον αφορά τη σωρευόμενη βάση της για την αποκατάσταση της ζημίας της ποσού 374.473.77 λιρών Αγγλίας, που υπέστη από την εκχώρηση απαιτήσεών της στους εναγόμενους κατ' εσφαλμένη υπόδειξη των τελευταίων και β) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τα λοιπά την αγωγή, επικυρώνοντας, κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση. 2) όσον αφορά τη δεύτερη αγωγή στην οποία εναγόμενοι ήταν όλοι οι αναιρεσείοντες, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 παρ. 1 και 557 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω από τη διάταξη δε του άρθρου 556 § 2 του ΚΠολΔικ, ορίζεται ότι αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου είναι δυνατό να προκύπτει και από την αιτιολογία της αποφάσεως, λόγω δημιουργίας δεδικασμένου στην αυτή ή άλλη δίκη, ήτοι όταν η αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε και έχει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση. Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενο της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττομένη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική). Στην προκειμένη υπόθεση από τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, οι 2ος έως και 5ος των αναιρεσειόντων, ήταν εναγόμενοι μόνο στη δεύτερη των αγωγών, η οποία και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Οι αναιρεσείοντες αυτοί, ως νικήσαντες διάδικοι, δεν επικαλούνται, προκειμένου να δικαιολογήσουν το έννομο συμφέρον τους στην άσκηση της κρινόμενης αίτησης ότι βλάπτονται, υπό την προεκτεθείσα έννοια, από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης. Επομένως, οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν έννομο συμφέρον στην άσκηση της ένδικης αίτησης, η οποία και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. 3. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης αγωγής της 1ης αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: " Δυνάμει συμβάσεως καταρτισθείσης κατά μήνα Μάιο 2000 μεταξύ της πρώτης εκκαλούσης (α'αναιρείουσας), κυρίας του πλοίου "...", και της δευτέρας των εφεσιβλήτων εταιρίας παροχής νομικών υπηρεσιών επί ναυτιλιακών υποθέσεων, η τελευταία ανέλαβε την διεκδίκηση ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου έναντι της χρονοναυλωτρίας του πλοίου εταιρίας "Eastern Rieh Operations Inc" της αποζημιώσεως, της οποίας εν όψει του όρου περί ασφαλούς λιμένος και αγκυροβολίου του ναυλο-σύμφωνου εδικαιούτο η πρώτη εκκαλούσα λόγω της ζημίας, την οποία υπέστη συνεπεία της προκλήσεως ρήγματος του πυθμένα του πλοίου εξ αιτίας προσαράξεως τούτου εντός του λιμένος …της .., όπου είχε καταπλεύσει, εκδοχή, την οποία είχε δεχθεί το πόρισμα των εμπειρογνωμόνων της ορισθείσης από τον αλληλοασφαλιστικό οργανισμό "North of England Protection and Indemnity Association", ο οποίος εκάλυπτε ασφαλιστικώς το πλοίο, εταιρίας "London Offshore Consultans Pte Asia", ενώ το πόρισμα των εμπειρογνωμόνων της εταιρίας "Studio Navale Canepa", η οποία είχε ορισθεί από τον ασφαλιστή του κύτους και της μηχανής του πλοίου, κατέληγε ότι το ρήγμα είχε επέλθει προοδευτικώς ως αποτέλεσμα διαβρώσεως, εκδοχή συνάδουσα με το συμφέρον της ναυλωτρίας, αφού λόγω αναξιοπλοΐας του πλοίου η ζημία θα εβάρυνε την πρώτη εκκαλούσα. Μέχρι της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου το συγκεντρωθέν αποδεικτικό υλικό παρίστατο αρκούντως ικανό να στηρίξει την αξίωση της πρώτης εκκαλούσης, η ευδοκίμηση της οποίας εξηρτάτο κατά σημαίνοντα λόγο από την απόδειξη ότι το πλοίο είχε προσαράξει κατά την διαδικασία εκφορτώσεως επί αβαθούς προ της προβλήτος υπ' αριθμόν 66 του προαναφερομένου λιμένος, όπου είχε πλαγιοδετήσει, προκειμένου να εκφορτώσει σιδηρομετάλλευμα, η εν λόγω αξίωση, όμως, απεδυναμώθη παντελώς, όταν εξεταζόμενος την πρώτη ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας ο υποπλοίαρχος του πλοίου Ε. Ρ., διαφοροποιούμενος από προηγουμένη κστάθεσή τα την οποία το πλοίο είχε πλαγιοδετήσει, εν μέρει προ της προβλήτος υπ' αιρθ. 65 και, εν μέρει, προ της προβλήτος υπ' αριθμόν 66, κατέθεσε ότι, το πλοίο είχε πλαγιοδετήσει, εξ ολοκλήρου προ της προβλήτος υπ' αριθμόν 65 με αποτέλεσμα να παρίστατο, πλέον βεβαία ως προς την εν λόγω αξίωση η απορριπτική κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου και να υποχρεωθεί η πρώτη εκκαλούσα (α' αναιρείουσα), προκειμένου να μην επιβαρυνθεί δια περιττών εξόδων, να παραιτηθεί της περαιτέρω διαιτητικής διαδικασίας. Η εν λόγω, όμως, ανεπιτυχής έκβαση της διαιτητικής διαδικασίας, αποτέλεσμα της αλλαγής της καταθέσεως του υποπλοιάρχου, δεν καθίστατο δυνατόν να προβλεφθεί παρά των εφεσιβλήτων ούτε από της 14ης Φεβρουαρίου 2002, οπότε το πρώτον ο υποπλοίαρχος είχε καταθέσει εγγράφως προς τον συνεργάτη του έκτου εφεσιβλήτου Ρ. Ρ. ότι το πλοίο είχε προσαράξει την μεσημβρία της 25ης Μαρτίου 1999 εντός του λιμένος ..., ούτε από της 7ης Μαΐου 2003, οπότε εδόθη προς τον επίσης συνεργάτη του έκτου εφεσιβλήτου Ρ. Γ. εντός των γραφείων της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρίας συμπληρωματική κατάθεση του υποπλοιάρχου, κατά την οποία η πρύμνη του πλοίου απείχε από το βορειοανατολικό άκρο της προβλήτος, όπου τούτο είχε πλαγιοδετήσει, περίπου 160-170 μέτρα. Οι αγωγικοί ισχυρισμοί, δια των οποίων προσάπτεται ότι υπαιτιότητι του Ρ. Γ. η εξέταση του υποπλοιάρχου δεν έγινε κατά τον προσήκοντα τρόπο και ότι η δευτέρα των εφεσιβλήτων δεν ετήρησε την υποχρέωση ενημερώσεως του εκπροσώπου της πρώτης εκκαλούσης-αναιρεσείουσας, ως προς τις γλίσχρες πιθανότητες ευδοκιμήσεως της αξιώσεώς της, αφ' ότου έδωσε την πρώτη κατάθεση ο υποπλοίαρχος, άλλως αφ' ότου έδωσε την συμπληρωματική, και ότι, εάν ο εκπρόσωπος αυτής εγνώριζε την ανεπάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων, θα είχε παραιτηθεί η πρώτη εκκαλούσα εγκαίρως της διαιτητικής διαδικασίας, ώστε να περιορίσει τα δικαστικά έξοδα, είναι αβάσιμοι, μη επιρρωνυόμενοι κατά την κρίση του Δικαστηρίου από ουδέν αξιόλογο αποδεικτικό στοιχείο". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, δέχτηκε ακολούθως το Εφετείο ότι δεν στοιχειοθετείται παράβαση της συμβάσεως εκ μέρους των δύο πρώτων και του έκτου των εφεσιβλήτων ή αδικοπραξία αυτών βάσει των διατάξεων του ελληνικού δικαίου, το οποίο πρωτοδίκως δεν επελέγη κατ' ενάσκηση του δικαιώματος επιλογής ως εφαρμοστέο παρά των διαδίκων, αλλά έχει κρίνει εφαρμοστέο το πρωτοβάθμιο, στη συνέχεια δε απέρριψε κατ' ουσίαν τη βάση της αγωγής που είχε κριθεί, όπως αναφέρθηκε ορισμένη και νόμιμη. 4. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.. ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με τη σαφή παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Με το μοναδικό λόγο του κύριου δικογράφου και τον 1ο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (αγωγής και προτάσεών του), δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που είχαν σχέση με την ευθύνη των εναγομένων από την πλημμελή διαχείριση της ανατεθείσης σ' αυτούς υπόθεσης. Συγκεκριμένα ότι: 1) οι εναγόμενοι πρώτη, δεύτερη και έκτος αναιρεσίβλητοι παραποίησαν αυθαιρέτως, την πριν την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, κατάθεση του υποπλοιάρχου Ε. Ρ., αφενός, ως προς την ημερομηνία της συμπληρωματικής καταθέσεως από την αληθή 7 Μαΐου 2003 στην αναληθή και προσχηματική 14 Απριλίου 2003, αφετέρου μάλιστα παραποίησαν το περιεχόμενο αυτής με την προσθήκη των αναληθών περικοπών ".. η πρύμνη του πλοίου απείχε από το βορειανατολικό άκρο της προβλήτας, όπου τούτο είχε πλαγιοδετήσει, περίπου 160-170 μέτρα", προς το σκοπό να χρησιμοποιήσουν, ως και χρησιμοποίησαν, την παραποιηθείσα, ως προς την ημερομηνία και ως προς το περιεχόμενο, συμπληρωματική κατάθεση, με το στρεβλωθέν από αυτούς περιεχόμενο, κατά τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, αλλά να πείσουν και την ενάγουσα για την ευόδωση της υπόθεσής της. και 2) η εντολή προς τους "London Offshore Concultans Pte Asia" για διερεύνηση της υπόθεσης από τότε που ανέλαβαν το χειρισμό της υπόθεσης οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι προερχόταν από τους εναγόμενους και όχι από την ενάγουσα της Αρχικής Αγωγής. Αυτό επιβεβαιώνει ότι οι εναγόμενοι είχαν την ευθύνη επικοινωνίας με τους πραγματογνώμονες, οδηγιών και κατευθύνσεων έρευνας προς αυτούς, προκειμένου το αποδεικτικό υλικό να συγκεντρώνεται, να συσχετίζεται με τους ισχυρισμούς και να αξιολογείται, πράγμα που πλημμελώς έπραξαν οι τελευταίοι. Από τις περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες, του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπως εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι την κρίση του για την αβασιμότητα της αγωγής της αναιρεσείουσας, μεταξύ των άλλων, στήριξε στην κατάθεση του Ε. Ρ., που εξετάσθηκε ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, ο οποίος ανακάλεσε όλες τις προηγούμενες καταθέσεις του όχι, όμως, και στην από 7-5-2003 παραποιημένη κατάθεση αυτού που συνέταξαν οι εναγόμενοι. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της απόφασης αυτής προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι η εταιρία "London Offshore Concultans Pte Asia" ασχολήθηκε με τη διερεύνηση της πρόκλησης των ζημιών του πλοίου, κατόπιν εντολής, του ασφαλιστικού οργανισμού "North of England Protection and Indemnity Association", που με σύμβαση ασφαλίσεως είχε αναλάβει την κάλυψη των ζημιών του, και όχι μετά από εντολή τη ενάγουσας ή των εναγομένων. Έτσι λοιπόν, ο επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα αγωγικοί ως άνω ισχυρισμοί της, απορρίφθηκαν εκ των πραγμάτων, με την σαφή παραδοχή των ως άνω αποδειχθέντων γεγονότων, αντιθέτων προς τα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα. Επομένως, οι συναφείς από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος του κύριου δικογράφου και 1ος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι. 5.Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του, για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 798/2010). Κατά την περ. β' του αρ. 11, της ίδιας πιο πάνω διατάξεως, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ` έφεση επίκληση αποδεικτικών, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Α.Π 1209/2011, 2164/2007). Για την πληρότητα όμως των ως άνω λόγων αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται τα αποδεικτικά μέσα που είτε δεν λήφθηκαν στην πρώτη περίπτωση υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή τους στο δικαστήριο της ουσίας, είτε λήφθηκαν υπόψη αν και δεν είχε γίνει νομότυπη επίκληση και προσκομιδή τους, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση που είχε ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 370/2012, 19/2004, 134/2001, 1535/1995, 567/1996). Με τους 2ο και 4ο πρόσθετους λόγους, αποδίδονται οι πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αρ. 11 α και β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: 1) δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται στον 2ο πρόσθετο λόγο, τα οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και 2) έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, και ισχυρισμούς των αντιδίκων της, που δεν είχαν επικαλεσθεί, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, νομοτύπως οι τελευταίοι με αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεών τους (4ος πρόσθετος λόγος). Η πρώτη των ,ως άνω αιτιάσεων είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, από την υπάρχουσα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση, ότι τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αποδεικνυόμενα, όσον αφορά τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθησαν, μεταξύ άλλων και "... από την εξέταση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του τρίτου εκκαλούντος, λαμβανομένη υπ' όψιν συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 415 επ. ΚΠολΔ, και την εκτίμηση των μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζομένων, ληφθεισών κατόπιν κλητεύσεως της πρώτης εκκαλούσης συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς .../23 Απριλίου 2008 και .../30 Απριλίου 2008 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητού, ενόρκων βεβαιώσεων των Τ. Τ. Χ. (υπ' αριθμόν .../12 ΜαΪου 2008 της Συμβολαιογράφου. Πειραιώς Μαρίας Νάκου) και Ρ. Γ. (υπ' αριθμόν .../9 Μαΐου 2008 Έλληνος Προξένου Καίηπ Τάουν) και των μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζομένων εγγράφων..", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της εν λόγω απόφασης δεν υπάρχει απολύτως κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά στοιχεία, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται η αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να αναφέρει να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού στοιχείου. Η δεύτερη των ως άνω αιτιάσεων είναι προεχόντως αόριστη και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν αναφέρει η αναιρεσείουσα ποιοι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία των αντιδίκων της, που λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να προταθούν νομίμως από τους τελευταίους. 6. Κατά το άρθρ. 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ' αυτό έκθεση. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004). Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Δηλαδή, τρία είναι τα στοιχεία, τα οποία προσδιορίζουν τα κεφάλαια : η αίτηση, η ιστορική και νομική αιτία. Επομένως πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο της απόφασης (κεφάλαιο), όταν η αναίρεση αφορά τις ενστάσεις, οι οποίες βάλλουν κατά της κριθείσας κύριας έννομης συνέπειας(ουσιαστικής αξίωσης), ενώ πρόκειται για διαφορετικό κεφάλαιο επί αντικειμενικώς σωρευθείσας αγωγής, επί ανταγωγής, παρεμπίπτουσας αγωγής και παρέμβασης. Εξ άλλου αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 697/2012, 238/2001). Ενόψει αυτών, o από την αναιρεσείουσα ασκηθείς 3ος πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο πλημμέλεια, που έχει σχέση με τις κρίσεις του, για την απόρριψη ως αόριστης της αντικειμενικώς σωρευόμενης βάσης της αγωγής της, με την οποία επεδίωκε την αποκατάσταση της ζημίας της, από την μετά την υπόδειξη των εναγομένων εκχώρηση των αναφερόμενων στην αγωγή απαιτήσεων της, που δεν ήταν νόμιμη, είναι απαράδεκτος διότι δεν αφορά τα ίδια κεφάλαια της απόφασης, που προσέβαλε με την κύρια αίτησή της, ούτε συνέχονται αναγκαίως με αυτά. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, ως ηττώμενων διαδίκων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-11-2012 αίτηση και τους, από 14-3-2013, με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους, για την αναίρεση της υπ' αριθ. 419/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ