Αριθμός 297/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3389/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενη την ..... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 4/09.01.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 50/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, με αριθμό 34/11.01.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 4/07 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 3389/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την από 6-11-06 αίτηση της κατηγορουμένης ..... και αντικατέστησε την προσωρινή της κράτηση, που της είχε επιβληθεί με το 8/06 ένταλμα του εφέτη ανακριτή, η ισχύς του οποίου είχε διαταχθεί να εξακολουθήσει και πέρα του εξαμήνου με το 2681/06 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου, η οποία είναι τυπικά παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά στην αίτηση αναιρέσεως, στο περιεχόμενο της οποίας εξ ολοκλήρου αναφέρομαι. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 4/07 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Β-Να αναιρεθεί το 3389/06 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστικού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος. Το δικαίωμα αυτό του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, δηλαδή και κατ' εκείνων των βουλευμάτων που δεν παρέχεται αντίστοιχο δικαίωμα στον κατηγορούμενο, αιτιολογείται, διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και από άλλες διατάξεις του ΚΠΔ, (άρθρα 464, 475 παρ. 2, 505 παρ. 2), ο Εισαγγελέας, ως ισόβιος δικαστικός λειτουργός, ασκεί εξουσία με την ιδιότητά του αυτή, δηλαδή λειτουργεί ως αμερόληπτο όργανο της Δικαιοσύνης, που βοηθεί τον δικαστή στη διάγνωση της αλήθειας και την απονομή του δικαίου και δεν εξομοιώνεται ούτε ταυτίζεται με διάδικο, σε κάθε δε περίπτωση δεν θεωρείται αντίδικος του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος, εξάλλου, διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του, καθώς και τυχόν απόλυτη ακυρότητα που επήλθε στο στάδιο της προδικασίας. Τα υποστηριζόμενα, επομένως, από την κατηγορούμενη- αναιρεσίβλητη, ότι η κρινόμενη αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτη, διότι ασκείται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο είναι αβάσιμα. Περαιτέρω η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 4 της ΕΣΔΑ, που αναφέρονται στο δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας και στις σε αυτό προβλεπόμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται η στέρηση της ελευθερίας, υποστηρίζει με το υπόμνημα που κατέθεσε ότι, αφού ο κατηγορούμενος δεν έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να προσβάλει ένα τέτοιο βούλευμα με αναίρεση, το αυτό πρέπει να ισχύει και ως προς την δυνατότητα προσβολής αυτού από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διότι, διαφορετικά, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων. Και ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ενόψει των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, αιτιολογείται πλήρως το παρεχόμενο από το νόμο πιο πάνω δικαίωμα μόνο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επιπλέον δε, η ισότητα όπλων δεν έχει την έννοια της αποστερήσεως παρεχομένου δικαιώματος, αλλά και την παροχή του ίδιου δικαιώματος και σε εκείνον που υποστηρίζει ότι έχει το ίδιο δικαίωμα, βάσει της αρχής αυτής. Στην προκειμένη δε περίπτωση η αναίρεση ασκήθηκε από τον εισαγγελέα, και όχι από την αναιρεσίβλητη κατηγορουμένη, ώστε να δύναται αυτή να επικαλεσθεί, έστω και αβασίμως, κατά τα ήδη δεκτά γενόμενα, την πιο πάνω παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 4 της ΕΣΔΑ. Επομένως, η κρινόμενη 4/ 9-1-2006 έκθεση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 3389/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έκανε δεκτή την από 6/11/2006 αίτηση της κατηγορουμένης - αναιρεσίβλητης ....., και αντικατέστησε με περιοριστικούς όρους την προσωρινή κράτηση που της είχε επιβληθεί με το 8/11-3-2006 ένταλμα του Ανακριτή Εφέτη Αθηνών, η ισχύς του οποίου διατάχθηκε να εξακολουθήσει και πέρα του εξαμήνου με το 2681/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. ΙΙ. Κατά το άρθρο 282 παρ. 1 του ΚΠΔ, όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατόν να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερομένων στο άρθρο 296 σκοπών. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, ο σκοπός των περιοριστικών όρων είναι να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης. Επίσης, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 εδ. α και β του ίδιου άρθρου 282, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11α του Ν. 2408/1996 και προστέθηκε τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 11 του ν. 3346/2006, η προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του, ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι, αν αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από ειδικά μνημονευόμενα περιστατικά της προηγούμενης ζωής του ή από συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξεως για την οποία κατηγορείται, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1γ της ΕΣΔΑ, "ουδείς επιτρέπεται να στερηθεί της ελευθερίας του ειμή εις τα ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προ τη νόμιμο διαδικασία α).... β)..... γ) εάν συνελήφθη η κρατείται όπως οδηγηθεί ενώπιον αρμόδιας δικαστικής αρχής εις την περίπτωση ευλόγου υπονοίας ότι διέπραξε αδίκημα ή υπάρχουν λογικά δεδομένα προς παραδοχή της ανάγκης όπως ούτος εμποδισθεί από του να διαπράξει αδίκημα ή δραπετεύσει μετά τη διάπραξη τούτου". Κατά το άρθρο δε 287 παρ. 2 ΚΠΔ, σε κάθε περίπτωση έως την έκδοση οριστικής απόφασης η προσωρινή κράτηση για το ίδιο έγκλημα δεν μπορεί να υπερβεί το έτος. Σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις η προσωρινή κράτηση μπορεί να παραταθεί για έξι το πολύ μήνες με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα. Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκτείνεται σε όλα χωρίς εξαίρεση τα βουλεύματα, ανεξάρτητα αν αυτά είναι οριστικά ή παρεμπίπτοντα, η αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου που τα εξέδωσε. Ειδικότερα το βούλευμα που διατάσσει την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου ή την άρση ή αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένο, δηλαδή να προκύπτει από την αιτιολογία του ότι το συμβούλιο που το εξέδωσε έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και να περιέχει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων που ορίζονται από το νόμο για την επιβολή της προσωρινής κράτησης ή την άρση ή αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερόμενων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι κατά της κατηγορουμένης, κατά τη διάρκεια της προδικασίας, προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής της για τα κακουργήματα της α) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα και κατά συρροή και β) της κατάχρησης εξουσίας, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συρροή. Ειδικότερα ότι, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 12-3-2001 έως 15-11-2001, απαίτησε ως ανακρίτρια του 19ου ανακριτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών και έλαβε από τον Χ, με τη μεσολάβηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Αθανασίου Κεχαγιόγλου, και του Ευάγγελου Καλούση το ποσό των 70.000.000 δρχ. με κύριο σκοπό να μη διατάξει την προσωρινή κράτηση αυτού για την σε βάρος του κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε έκρηξη που συνέβη στο πρατήριο υγρών καυσίμων, συμφερόντων του, επί της οδού .... . Επίσης η κατηγορουμένη, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο 2000 έως τον Ιούνιο 2002, ενεργώντας από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα και με σκοπό να συγκαλύψει την παράνομη προέλευση α) του προϊόντος της δωροδοκίας της από τον Χ των 70.000.000 δρχ. και β) του ποσού των 120.000.000 δρχ., που αυτή είχε απαιτήσει και λάβει από τον ....., μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Αθανασίου Βαρλάμη, προκειμένου να μη διατάξει ως ανακρίτρια την προσωρινή του κράτηση για χρηματιστηριακή απάτη σε βαθμό κακουργήματος που εκκρεμούσε ενώπιον της, όπως έγινε δεκτό με την 7845/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών, προέβη με τα ποσά αυτά σε αγορές μετοχών και REPOS, καθώς και σε τραπεζικές καταθέσεις, που αναλυτικά αναφέρονται στο προαναφερόμενο ένταλμα προσωρινής κράτησής της και στην 44/1-8-2006 διάταξη του ειδικού ανακριτή (που απέρριψε αίτηση αυτής για αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους). Ακόμη η κατηγορουμένη, στην Αθήνα, στις 15-12-2000, ενώ ενεργούσε ανάκριση για υπεξαίρεση αντικείμενου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με κατηγορούμενους τους ....., ....., ..... και ..... Ψ, που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρείας "ΚΡΕΤΑ Α.Ε." και ενώ είχε παραγγελθεί με το 1749/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μεταξύ άλλων, να εξετάσει συμπληρωματικά ως μάρτυρα τον Ζ, (βασικό μάρτυρα της παθούσας), καίτοι γνώριζε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία ποινικής εμπλοκής σε βάρος του, επεκτείνοντας την ποινική δίωξη, απάγγειλε κατ' αυτού την κατηγορία της άμεσης συνέργειας, κατ' εξακολούθηση, στην κακουργηματική πράξη των φυσικών αυτουργών, με σκοπό να αποδυναμώσει με την εξουδετέρωση της μαρτυρίας του τα επιβαρυντικά για τους τελευταίους στοιχεία. Με την ενέργειά της αυτή η κατηγορουμένη, εν γνώσει της, κατά την άσκηση των ανακριτικών της καθηκόντων, εξέθεσε σε δίωξη τον Ζ και επιχείρησε να προκαλέσει την απαλλαγή των αδελφών Ψ, πράγμα που τελικά δεν συνέβη, αφού τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια που έκριναν ακολούθως την υπόθεση δεν πείστηκαν για την αθωότητα των υπαιτίων. Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2000 έως 16-12-2001, ενώ η κατηγορουμένη ασκούσε ανακριτικά καθήκοντα στην προαναφερόμενη υπόθεση κατά το Χ (και άλλων κατηγορουμένων), επιδίωξε την απαλλαγή αυτού από τη σε βάρος του κατηγορία, προσπαθώντας να δημιουργήσει σύγχυση ως προς τα πραγματικά αίτια της έκρηξης που συνέβη στις 12-9-2000 στο προαναφερόμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, συμφερόντων του τελευταίου, επιτρέποντας με το από 5-12-2000 έγγραφο της προς το A.T. Πατησίων την απόσυρση αστυνομικής φρουράς από τον χώρο της έκρηξης και παρέχοντας έτσι συνειδητά στους κατηγορουμένους τη δυνατότητα να καθαρίσουν με μάνικες τον χώρο της έκρηξης και να εξαφανίσουν επιβαρυντικά γι' αυτούς στοιχεία, αλλά και με σειρά άλλων ανακριτικών ενεργειών που αναφέρονται στον 8/2006 ένταλμα προσωρινής κράτησης της. Τελικά, η απαλλαγή των υπαιτίων αποφεύχθηκε, επειδή τα δικαστικά συμβούλια που επιλήφθηκαν στη συνέχεια δεν πείστηκαν από το ανακριτικό υλικό για την αθωότητα των κατηγορουμένων. Οι παραπάνω πράξεις της κατηγορουμένης τελέστηκαν με μεθοδευμένο και εξακολουθητικό τρόπο και με προφανές κίνητρο την κερδοσκοπία και τον παράνομο πλουτισμό. Η παραβατική συμπεριφορά αυτής εμφανίζει μεγάλη κοινωνική απαξία, κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αμεροληψία των δικαστικών λειτουργών και καταδεικνύει έλλειψη σεβασμού προς τον θεσμό της δικαιοσύνης και τις διαδικασίες απονομής της, όπως έχει γίνει δεκτό και με το 2681/2006 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου, που διέταξε την εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης της κατηγορουμένης μέχρι τη συμπλήρωση έτους από την έναρξη της, κρίνοντας πολύ πιθανή τη διαφυγή αυτής στο εξωτερικό, σε περίπτωση απόλυσης της. Δέχθηκε ακόμη ότι η κατηγορουμένη, καθ'ον χρόνο βρισκόταν στο εξωτερικό και πληροφορήθηκε την έκδοση σε βάρος της του 2/20-9-05 εντάλματος συλλήψεως του ειδικού εφέτη ανακριτή του Εφετείου Αθηνών, επέλεξε να μην επανέλθει στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι της Γαλλίας. Γι' αυτό εκδόθηκε το από 21-10-05 ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως του ίδιου ανακριτή και κινήθηκε η διαδικασία της εκτέλεσης του στο εξωτερικό με επακόλουθο να συλληφθεί στις 18-1-06 στο Παρίσι και να διαταχθεί η εκεί κράτηση της, κατά της οποίας διατάξεως πρόβαλε αντιρρήσεις, επικαλούμενη κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία της. Τέλος, με την 3/1-3-2006 απόφαση του Α' Δικαστικού Συμβουλίου του Εφετείου Παρισίων, διατάχτηκε η εκτέλεση του από 21-10-2005 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η παράδοση της στις ελληνικές δικαστικές αρχές, η οποία έγινε στις 10-3-2006. Ακολούθως, προσήχθη για απολογία στον επίκουρο εφέτη ανακριτή Αθηνών και εκδόθηκε σε βάρος της το 8/11-3-2006 ένταλμα προσωρινής κράτησης, που άρχισε από την ημέρα της παράδοσης της στις ελληνικές αρχές, (10-3-2006). Η κατηγορουμένη, με την κρινόμενη αίτηση, επικαλέστηκε και προσκόμισε διάφορα έγγραφα (ιατρικές εξετάσεις και γνωματεύσεις, επιστημονικά κείμενα κλπ.) για τη συνεκτίμησή τους κατά την αξιολόγηση του ζητήματος της συνέχισης ή μη της προσωρινής κράτησης της και την αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους. Πιο συγκεκριμένα, επικαλέστηκε (κυρίως) τα εξής: Ότι, κατά τη διάρκεια της προσωρινής κράτησής της, υποβλήθηκε σε γυναικολογική επέμβαση με επιπλοκές, για την οποία απαιτήθηκε εξαήμερη νοσηλεία της στο Γ.Κ. Ν. ... . Ότι υποβλήθηκε σε εξετάσεις του πεπτικού συστήματος με διάφορα ευρήματα (πολύποδες λεπτού εντέρου, οισοφαγίτιδα κλπ.) και κολονοσκόπηση, η οποία πρέπει να επαναληφθεί από εξειδικευμένο γιατρό και σε νοσοκομείο που να διαθέτει κατάλληλο ιατρικό εξοπλισμό. Ότι πιθανολογείται πως πάσχει από τη νόσο Crohn, από την οποία ο ασθενής μπορεί να καταλήξει, αν δεν νοσηλευτεί έγκαιρα σε εξειδικευμένο νοσηλευτικό ίδρυμα. Ότι απαιτείται να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για να αφαιρεθούν ινομυώματα μήτρας και κύστη ωοθήκης, η οποία (επέμβαση) κρίνεται ως υψηλού κινδύνου, επειδή αυτή πάσχει από σημαντική αθηρωμάτωση της κοιλιακής αορτής. Και ότι παρουσιάζει μεγάλη και συνεχόμενη απώλεια βάρους και κλονισμένη ψυχική υγεία, που απαιτεί κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη, που δεν μπορεί να παρασχεθεί στις φυλακές. Στην προσκομιζόμενη από 26-10-2006 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού ..... βεβαιώνεται ότι η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα οργανικής και ψυχοσωματικής υγείας. Και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, βεβαιώνεται ότι η κατηγορουμένη: 1) Έχει πολύποδες σε πολλά σημεία του γαστρεντερικού από το ύψος του οισοφάγου έως και το λεπτό έντερο που της προκαλούν αιματηρές διαρροϊκές κενώσεις μη αντιμετωπιζόμενες με την φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει. 2) Πάσχει από σοβαρή αθηρωμάτωση της κοιλιακής αορτής με μεγάλη πιθανότητα θρομβοεμβολικού επεισοδίου. 3) Πάσχει από κύστη ωοθήκης που χρήζει χειρουργικής εκτομής, αλλά η επέμβαση αυτή, λόγω του ιστορικού της ασθενούς, εκτιμάται ως υψηλού κινδύνου και συνεχώς αναβάλλεται. Σε περίπτωση δε συστροφής, δεν υπάρχει δυνατότητα αντιμετώπισής της στο ιατρείο των Φυλακών, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ζωή της κρατούμενης. 4) Διερευνάται ακόμη αν η κρατούμενη πάσχει από τη νόσο του Crohn και ο σχετικός έλεγχος δυσχεραίνεται για συγκεκριμένους λόγους που προκύπτουν από την κράτησή της και από τη γραφειοκρατία που απαιτείται για τις εξειδικευμένες διαγνωστικές εξετάσεις και τη θεραπευτική αντιμετώπιση. Και 5) παρουσιάζει υποθρεψία και σημαντική απώλεια σωματικού βάρους. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι τα προαναφερόμενα προβλήματα της ασθενούς δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά κάτω από συνθήκες προσωρινής κράτησης ούτε στο ιατρείο των Φυλακών ούτε σε εξωτερικά νοσοκομεία λόγω επιδείνωσης της ήδη επιβαρυμένης υγείας της. Περαιτέρω, ως προς την ύπαρξη ή μη μεγάλης πιθανότητας να διαφύγει η κατηγορουμένη στο εξωτερικό, σε περίπτωση απόλυσης της, για να αποφύγει τον ακροαματικό έλεγχο και την εκτέλεση της ποινής σε περίπτωση καταδίκης της ή να τελέσει νέα εγκλήματα και ως προς την αιτιακή - αξιολογική συσχέτιση τέτοιας πιθανότητας με συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των σε βάρος της κατηγοριών, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην κατηγορουμένη εμφανίζουν πράγματι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν ως προς τα κίνητρα, τον τρόπο τέλεσης και τη μεγάλη κοινωνική απαξία τους, η οποία κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αξιοπιστία και αμεροληψία των δικαστικών λειτουργών και μαρτυρούν έλλειψη σεβασμού προς τον θεσμό της δικαιοσύνης και τις διαδικασίες της απονομής της. Όμως, ήδη η ανάκριση έχει ολοκληρωθεί και, ως εκ τούτου, εκλείπει και η πρακτική δυνατότητα αρνητικής επέμβασής της στο ανακριτικό έργο. Εξάλλου, η διαβίωση της κατηγορουμένης επί έντεκα περίπου μήνες σε καθεστώς στέρησης της ελευθερίας της, (από τις 18-1-2006 που συνελήφθη στο Παρίσι και κρατήθηκε για τις ανάγκες της έκδοσης μέχρι τις 10-3-2006, αφότου κρατείται προσωρινά στις Φυλακές Κορυδαλλού), παρέχει την εύλογη προσδοκία ότι έχει ασκήσει ευεργετική επίδραση επί του ψυχοβουλητικού πλέγματος των στοιχείων που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά της και έχει συνεπιφέρει αντίστοιχο (θετικό) ευεργετικό αντίκρυσμα γι' αυτήν, ώστε να παρίσταται τώρα σημαντικά μειωμένη η πιθανότητα να αναπτύξει έκνομη δραστηριότητα ή να επιδιώξει να διαφύγει στο εξωτερικό, σε περίπτωση που θα αφεθεί ελεύθερη. Επιπλέον, με δεδομένα όσα προδιαλήφθηκαν για την τωρινή ψυχοσωματική κατάσταση της κατηγορουμένης, αλλά και τις υπαρκτές πρακτικές δυσχέρειες για έγκαιρη υπό φρούρηση μεταγωγή αυτής σε κατάλληλο νοσοκομείο προς άμεση παροχή περίθαλψης ή για πραγματοποίηση επείγουσας χειρουργικής επέμβασης, στην πιθανή περίπτωση εμφάνισης τέτοιας ανάγκης, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος επέλευσης ανεπανόρθωτης βλάβης της υγείας της, ο οποίος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί κατάλληλα και αποτελεσματικά υπό συνθήκες προσωρινής κράτησης. Ενόψει όλων αυτών, το Συμβούλιο κρίνει ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση να μη συνεχιστεί περαιτέρω η προσωρινή κράτηση της κατηγορουμένης, η δε (όχι μεγάλη) πιθανότητα τέλεσης, μετά την απόλυσή της, νέων αξιοποίνων πράξεων ή μη εμφάνισης αυτής στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση των σε βάρος της κατηγοριών και μη υποβολής στην εκτέλεση της ποινής σε περίπτωση καταδίκης της, μπορεί επαρκώς να αντιμετωπιστεί με την επιβολή των περιοριστικών όρων που διαλαμβάνονται στο διατακτικό του βουλεύματος. Η παραδοχή δε αυτή συμπορεύεται τόσο με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. δ' του Συντάγματος) όσο και με τη σχετική (υπερνομοθετικής ισχύος) διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. γ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στo προσβαλλόμενo βούλευμά του την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 παρ. 2 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως, που είχε επιβληθεί στην κατηγορουμένη - αναιρεσίβλητη, με τους πιο πάνω περιοριστικούς όρους. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι οι αποδιδόμενες στην κατηγορουμένη πράξεις εμφανίζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς τα κίνητρα και τον τρόπο τέλεσης, αφού, κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, οι πράξεις αυτές τελέστηκαν με μεθοδευμένο και εξακολουθητικό τρόπο και με προφανές κίνητρο την κερδοσκοπία και τον παράνομο πλουτισμό. Επιπλέον, όπως δέχεται το αυτό Συμβούλιο, η παραβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εμφανίζει μεγάλη κοινωνική απαξία, που κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αμεροληψία των δικαστικών λειτουργών και καταδεικνύει έλλειψη σεβασμού προ τον θεσμό της δικαιοσύνης και τις διαδικασίες απονομής της, όπως είχε γίνει δεκτό και με το 2681/2006 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου, που διέταξε την εξακολούθηση της προσωρινής κράτησής της, κρίνοντας πολύ πιθανή τη διαφυγή της στο εξωτερικό σε περίπτωση απόλυσής της. Περαιτέρω, κατά τις πιο πάνω παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, η αναιρεσίβλητη, όταν βρισκόταν στο εξωτερικό και πληροφορήθηκε την έκδοση του κατ' αυτής εντάλματος συλλήψεως, επέλεξε τη μη επάνοδο αυτής στην Ελλάδα, όταν δε εκδόθηκε στη συνέχεια το από 21/10-2005 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και συνελήφθη και φυλακίστηκε το Παρίσι, εναντιώθηκε στην εκτέλεση του εντάλματος και την παράδοσή της στις Ελληνικές Αρχές. Ενώ όμως οι πιο πάνω παραδοχές λογικά κατατείνουν στο συμπέρασμα, αφενός μεν, ότι η κατηγορουμένη- αναιρεσίβλητη, λόγω των πιο πάνω αναφερομένων συγκεκριμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πράξεών της, είναι πολύ πιθανόν να διαπράξει και άλλα ανάλογα εγκλήματα, αφετέρου δε, ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της να παραμείνει στο εξωτερικό και να μη εμφανισθεί ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης, την καθιστά ύποπτη φυγής, με την έννοια του άρθρου 282 παρ. 3 ΚΠΔ και, επομένως, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την διατήρηση της προσωρινής κρατήσεώς της, όπως έγινε δεκτό και με το προηγούμενο 2681/06 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου, το οποίο, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είχε διατάξει τη συνέχιση της προσωρινής της κράτησης, εντούτοις το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατέληξε, κατά τρόπο αντιφατικό, στο αντίθετο συμπέρασμα και προέβη στην αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεώς της με περιοριστικούς όρους, με τις εξής ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες: 1) Ότι η ανάκριση έχει ολοκληρωθεί και ως εκ τούτου, εκλείπει και η πρακτική δυνατότητα αρνητικής επέμβασης τη κατηγορουμένης στο ανακριτικό έργο, 2) Ότι η διαβίωση της αναιρεσίβλητης, επί έντεκα περίπου μήνες στις Φυλακές Κορυδαλλού παρέχει την εύλογη προσδοκία ότι έχει ασκήσει ευεργετική επίδραση επί του ψυχοβουλητικού πλέγματος των στοιχείων που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά έτσι ώστε να παρίσταται σημαντικά μειωμένη η πιθανότητα να αναπτύξει έκνομη δραστηριότητα ή να επιδιώξει να διαφύγει στο εξωτερικό, σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερη και 3) Ότι η ψυχοσωματική της κατάσταση και οι υπαρκτές πρακτικές δυσχέρειες για έγκαιρη υπό φρούρηση μεταγωγή αυτής σε κατάλληλο νοσοκομείο προς άμεση περίθαλψη στην πιθανή περίπτωση εμφάνισης τέτοιας ανάγκης, δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο επέλευσης ανεπανόρθωτης βλάβης της υγείας της, που δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά υπό συνθήκες προσωρινής κράτησης. Οι πιο πάνω αιτιολογίες είναι ελλιπείς, διότι δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα διαπράξει και στο μέλλον ανάλογα- ιδιαίτερα του οικονομικού τομέα- εγκλήματα, ενόψει των χαρακτηριστικών, ως προς τα κίνητρα και τον τρόπο εκτέλεσης των ήδη διαπραχθέντων εγκλημάτων, κατά τις πιο πάνω παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Η απλή εκτίμηση ότι η προσωρινή κράτηση αυτής επέδρασε ευεργετικά, ώστε να παρίσταται "σημαντικά μειωμένη" η πιθανότητα να διαπράξει και άλλα εγκλήματα ή να διαφύγει στο εξωτερικό, χωρίς τη μνεία συγκεκριμένων περιστατικών, στα οποία να θεμελιώνεται η εκτίμηση αυτή, η οποία, εξάλλου, θα μπορούσε να αρμόζει σε κάθε περίπτωση προσωρινής κράτησης, καθιστά την πιο πάνω αιτιολογία ανεπαρκή. Περαιτέρω, ως προς τα εκτιθέμενα σε σχέση με την "τωρινή ψυχοσωματική κατάσταση" της αναιρεσίβλητης, στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται απλή αναφορά και απαρίθμηση των παθήσεων που επικαλέστηκε η ίδια καθώς και το περιεχόμενο της από 26/10/2006 ιατρικής γνωματεύσεως του ιατρού των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού ....., χωρίς να καθίσταται σαφές τι ακριβώς δέχεται το Συμβούλιο ως προς το θέμα αυτό. Η ασαφής, άλλωστε, παραδοχή, ότι παρουσιάζει "πρακτικές δυσχέρειες" η μεταγωγή της αναιρεσίβλητης σε κατάλληλο νοσοκομείο στην περίπτωση επείγουσας ανάγκης προς νοσηλεία, δεν συνιστά από μόνη της επαρκή αιτιολογία για την άρση της προσωρινής κράτησης και την αντικατάστασή της με περιοριστικούς όρους, εφόσον συντρέχουν οι κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 282 παρ. 3 του ΚΠΔ προϋποθέσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και, μετά την παραδοχή του σχετικού με την έλλειψη αιτιολογίας λόγου αναιρέσεως που αναφέρθηκε πιο πάνω (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ), πρέπει, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1, 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 3389/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το αναιρούμενο βούλευμα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ