Αριθμός 496/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Π. συζύγου Α. Κ., το γένος Β. Χ., κατοίκου ... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Κόβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκε η απόφαση 165/ΤΜ/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-11-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν το αναιρεσείον και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σχοινοχωρίτης, ανέγνωσε την από 21-11-2022 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αίτησης περί αναίρεσης της υπ' αριθ. 165/ΤΜ/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, απορριπτομένων των λοιπών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. β' ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Το άρθρο 76 § 1 ΚΠολΔ ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας. Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 936 ΚΠολΔ, περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και επί ανακοπής τρίτου, η οποία πρέπει να απευθύνεται τόσο κατά του επισπεύδοντος όσο και του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας παθητικής κατ' άρθρο 76 § 1 περ. γ' ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 1321/2018). Εν προκειμένω από την υπ'αριθ. 11333Ε/2-2-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Κ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 5-11-2015 αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 12-12-2022 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από αυτό στην δεύτερη αναιρεσίβλητη Π. Κ.. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς θα δικαστεί ερήμην. Ωστόσο, επειδή μεταξύ των αναιρεσιβλήτων υπάρχει, όπως προεκτέθηκε, δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, (άρθ. 76 § 1 περ.γ' ΚΠολΔ), θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται αυτή από τον παρασταθέντα πρώτο αναιρεσίβλητο. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθ. 165/ΤΜ/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την από 12-7-2004 εκ του άρθρου 936 ΚΠολΔ ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων ως εκπροθέσμως ασκηθείσα (απαράδεκτη). Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα δια καταθέσεως του δικογράφου στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Βεροίας στις 10-11-2015, ήτοι εντός της τότε οριζομένης τριετούς προθεσμίας του άρθρου 564 § 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, οι διατάξεις του οποίου ισχύουν για ένδικα μέσα που ασκούνται από 1-1-2016 και εντεύθεν, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11-11-2009 και τελεσιδίκησε στις 11-11-2012, οπότε και άρχισε η τριετής προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Κατά το άρθρο 1005 § 1 ΚΠολΔ, (όπως ίσχυε πριν το εδάφιο α` της παραγράφου αυτής αντικατασταθεί με την παράγραφο 7 του άρθρου έβδομου του ν.4475/2017 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση), "από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 § 2 ίδιου Κώδικα 199, 513, 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου, που αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή, δεν δημιουργεί, κατά τρόπο πρωτότυπο, νέο δικαίωμα στον υπερθεματιστή, αλλ' αποτελεί αιτία μεταβιβάσεως προς αυτόν, μόνον όσων δικαιωμάτων είχε στο πλειστηριασθέν ο οφειλέτης (ΟλΑΠ 2/1993). Εξ άλλου, η κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης προστασία του τρίτου, που έχει δικαίωμα πάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, επιτυγχάνεται είτε με την προβλεπόμενη από το άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή τρίτου, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση της εκτέλεσης, είτε με την αγωγή από το κοινό δίκαιο. Ειδικότερα, μετά την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο εκπλειστηριασθέν δεν ασκείται η από το άρθρο 936 ανακοπή, αλλά η κατά το κοινό δίκαιο υπό του τρίτου διεκδίκηση του πλειστηριασθέντος και κατακυρωθέντος ακινήτου εντός της οριζόμενης από το άρθρο 1020 ΚΠολΔ πενταετούς αποκλειστικής προθεσμίας. Η έναρξη αυτής της προθεσμίας, συνακόλουθα και η απόσβεση του δικαιώματος του τρίτου προς άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔ, προϋποθέτουν όχι μόνο μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία αποτελεί τον νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου (από τη μεταγραφή) μεταβιβάζεται η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή (ΟλΑΠ 1/1998) αλλά και εγκατάσταση του υπερθεματιστή. Και τούτο, διότι, πριν ο υπερθεματιστής γίνει νομέας ή κάτοχος, δεν υφίσταται γεννημένο δικαίωμα προς άσκηση της εκ του άρθρου 1094 ΑΚ διεκδικητικής αγωγής και ο τρίτος, μέχρι τότε, προστατεύεται με την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1993, ΑΠ 2154/2014, ΑΠ 228/2010). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση- παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 350/2017, ΑΠ 1496/2017, ΑΠ 12/2000, ΑΠ 323/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 12-7-2004 ανακοπής, η οποία κατατέθηκε στις 14-7-2004 και επιδόθηκε αυθημερόν στους καθών και επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον (Ελλ.Δημόσιο) ισχυρίστηκε ότι με επίσπευση του πρώτου των καθών η ανακοπή (πρώτου αναιρεσιβλήτου) και δυνάμει της υπ'αριθ. 327/2003 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Βέροιας επισπεύστηκε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της δεύτερης των καθ'ων (δεύτερης αναιρεσίβλητης) για χρηματική απαίτηση που είχε ο πρώτος των καθ'ών ύψους 8.500 ευρώ. Ότι με βάση τον ως άνω εκτελεστό τίτλο, ο πρώτος των καθ'ων επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας της δεύτερης και συγκεκριμένα επί ενός ακινήτου εκτάσεως 882 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού ... για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 4383/31.12.2003 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, η οποία εγγράφηκε στα βιβλία κατασχέσεων και εν συνεχεία με την 4413/6.5.2003 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της συμβολαιογράφου Βέροιας Άννας Συμεωνίδου ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 23.6.2004, κατά την οποία πλειοδότης αναδείχθηκε ο ίδιος ο επισπεύδων-πρώτος των καθ'ων- αντί του ποσού των 4.100 ευρώ και συντάχθηκε η 1265/5.6.2004 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας συμβολαιογράφου υπέρ του επισπεύδοντος, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 5-7-2004 χωρίς να έχει χωρίσει εγκατάσταση του υπερθεματιστή στη νομή του πλειστηριασθέντος ακινήτου μέχρι την ημέρα άσκησης της ανακοπής. Με βάση αυτό το ιστορικό το ανακόπτον επικαλούμενο δικαίωμά του επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου, ζήτησε να ακυρωθούν άλλως να κηρυχθούν ανίσχυρες ή ανενεργείς α) η 1265/5.6.2004 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, β) η 1274/2004 κατακυρωτική έκθεση, γ) ο πλειστηριασμός της 23.6.2004 και δ) η 1247/23.5.2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και να αναγνωρισθεί η απαγόρευση διάθεσης που υφίσταται υπέρ του ιδίου (Ελληνικού Δημοσίου) δυνάμει του άρθρου 2§§1,2 και 3 του από 24.4.1985 π.δ./τος. Το πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι "όπως προκύπτει από την από 7.10.2004 έκθεση βίαιας αποβολής και εγκατάστασης ακινήτου, την ως άνω ημερομηνία εγκαταστάθηκε στη νομή του πλειστηριασθέντος, ως άνω, ακινήτου ο πρώτος των καθ'ων και κατά συνέπεια η ένδικη ανακοπή είναι εκπρόθεσμη, αφού όταν αφορά την προσβολή αναγκαστικής εκτέλεσης για χρηματικές απαιτήσεις, απώτατο χρονικό σημείο για την άσκησή της ορίζεται η εγκατάσταση του υπερθεματιστή στη νομή του ακινήτου μετά την οποία η προστασία του τρίτου εξασφαλίζεται με την άσκηση αγωγής διεκδικήσεως του πράγματος εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 1020 ΚΠολΔ". Με την εκτεθείσα κρίση του, το Πρωτοδικείο παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή, διότι, ενώ έκρινε, ορθά, ότι απώτατο χρονικό σημείο για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ είναι η εγκατάσταση του υπερθεματιστή στη νομή του ακινήτου, μετά την οποία η προστασία του τρίτου εξασφαλίζεται με την άσκηση αγωγής διεκδικήσεως του πράγματος εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 1020 ΚΠολΔ και, ενώ, επίσης, δέχθηκε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι στην προκείμενη περίπτωση η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε μεν στις 5-7-2004 αλλά ο πρώτος αναιρεσίβλητος εγκαταστάθηκε στη νομή του ακινήτου στις 7-10-2004, ήτοι πολύ μεταγενέστερα της μεταγραφής, παρ' όλα αυτά, απέρριψε εσφαλμένα την ένδικη ανακοπή, η οποία κατατέθηκε στις 14-7-2004 και επιδόθηκε αυθημερόν, ως εκπρόθεσμη. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της παρά τον νόμο απόρριψης της ανακοπής ως απαράδεκτης λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, που όμως ορίζονται μειωμένα, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Ελληνικού Δημοσίου - μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ και άρθ. 30 §§ 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α` 14/2.2.2012), 19 § 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθ. 61 § 3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208/27.9.2013)]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 165/ΤΜ/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ