Αριθμός 1009/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γάτσιο. Της αναιρεσιβλήτου: Ο. Λ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη, ο οποίος δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφηκε το όνομα της αναιρεσίβλητης "Ο." αντί του ορθού "Ο.". Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8190/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2591/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου", ενώ κατά τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος έχει ως στόχο τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (αρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 13/1995), όπως είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που απαράδεκτα (άρθρ. 224 ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση, οπότε κατά κανόνα θα συντρέχει και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 352/1979). Η αμέλεια όμως, ως αόριστη νομική έννοια (ΑΠ 1107/2002, ΑΠ 1167/2004), παραδεκτά συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 1065-1066/2003), η οποία συνεπώς παραδεκτά με τις προτάσεις μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία αμέλειας επιπλέον όσων διαλαμβάνονται σ' αυτή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 181/2011). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 725/2009). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρ. 47 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 330, 652 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (ΑΠ 1362/2007 181/2011). Στην περίπτωση αυτή ο ιατρός ευθύνεται αναλόγως και για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος ασθενούς ή ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας αποβιώσαντος ασθενούς κατά τους όρους των άρθρ. 299 και 932 Α.Κ. (ΑΠ 424/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 28-8-2002, περί ώρα 14.30, η ενάγουσα επισκέφθηκε τον εναγόμενο που είναι οδοντίατρος, στο ιατρείο του για να υποβληθεί σε ενδοδοντική θεραπεία (απονεύρωση) του δεύτερου αριστερού κοπτήρα της άνω γνάθου. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απονεύρωσης, ο εναγόμενος έπρεπε να προβεί σε αποστείρωση του δοντιού χρησιμοποιώντας προς τούτο υδροξείδιο του ασβεστίου. Το υδροξείδιο του ασβεστίου χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική για την απολύμανση του δοντιού, διατίθεται για την χρήση αυτή σε μορφή σκόνης ή σε μορφή πάστας σε ειδικές πλαστικές σύριγγες για εύκολη τοποθέτηση ... Είναι υλικό υδατοδιαλυτό και εξαιρετικά καυστικό για τους ιστούς, ιδιαίτερα σε υγρό περιβάλλον, όπως το στόμα και ο οφθαλμός, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τους διαδίκους βιβλιογραφία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο εναγόμενος χρησιμοποίησε για άγνωστο λόγο σύριγγα μεταλλική, αντί της ειδικής κατά τα ανωτέρω πλαστικής σύριγγας, στην προσπάθειά του δε να εκχύσει το υλικό αυτό στο δόντι της εναγούσης, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια της επέμβασης καθόταν σε ημιύπτια θέση στο ειδικό οδοντιατρικό κάθισμα, απέτυχε. Κατόπιν αυτού αναζήτησε άλλη σύριγγα από την βοηθό του ... και αφού δεν βρέθηκε, επιχείρησε να εκχύσει το υλικό στο δόντι με την ίδια σύριγγα. Παρότι όμως γνώριζε λόγω της ιδιότητάς του, ότι το υλικό αυτό πήζει εύκολα και είναι ιδιαίτερα καυστικό, ότι η μεταλλική σύριγγα που χρησιμοποιούσε δεν ήταν κατάλληλη, εφόσον ο ίδιος είχε αναζητήσει να χρησιμοποιήσει άλλη αντί αυτής, δεν φρόντισε πριν προβεί στην δεύτερη προσπάθεια να βεβαιωθεί ότι η σύριγγα λειτουργεί κανονικά και ότι το υλικό ρέει και δεν έχει πήξει, επιχειρώντας χρήση της σε ασφαλές περιβάλλον, μακράν της εναγούσης, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια μέσα ο μέσος συνετός και επιμελής οδοντίατρος κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων ώστε να διαφυλάξει την υγεία της ασθενούς του, όπως είχε υποχρέωση από τον κώδικα ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος (άρθρο 24 ΑΝ 1565/1939). Αντίθετα, επιχείρησε για δεύτερη φορά την έκχυση, χωρίς να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα και χωρίς έστω να προειδοποιήσει την ενάγουσα να κρατήσει κλειστούς τους οφθαλμούς της, ασκώντας μεγάλη πίεση στην σύριγγα λόγω της προηγούμενης δυσλειτουργίας αυτής, αλλά και της εν τω μεταξύ πήξεως του υλικού, με αποτέλεσμα το υλικό να εκτοξευτεί με δύναμη και να εισέλθει στον αριστερό οφθαλμό της εναγούσης, προκαλώντας της σωματική βλάβη και συγκεκριμένα έγκαυμα του κερατοειδούς και του επιπεφυκότος. Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά αποκλειστικά υπαίτιος της σωματικής βλάβης της εναγούσης είναι ο εναγόμενος, ο οποίος παρέλειψε από αμέλεια να προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες, στις οποίες αν είχε προβεί δεν θα είχε επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για την πράξη αυτή της σωματικής βλάβης της εναγούσης, ο εναγόμενος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως με τις αποφάσεις 11621 και 9056/2006 του Τριμελούς Πλημ/κείου και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα ...". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. και 24 Α.Ν. 1565/1939, περιέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες όσον αφορά την επιδειχθείσα από τον αναιρεσείοντα αμέλεια και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Καθόσον όμως αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επειδή στην συγκεκριμενοποίηση της αμέλειας του αναιρεσείοντος το Εφετείο περιέλαβε και περιστατικό το οποίο δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής και το οποίο συνίσταται στην μη σύσταση εκ μέρους του προς την αναιρεσίβλητη για να κλείσει τους οφθαλμούς της, σύμφωνα με τις εκτεθείσες σκέψεις, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 931 Α.Κ.: "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από την διάταξη αυτήν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα από αδικοπρακτική συμπεριφορά, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση αποζημιώσεως, αν επιδρά δυσμενώς στο οικονομικό μέλλον αυτού και του προκαλεί ζημία, η οποία δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ. Η ζημία δε αυτή, ως εκ της φύσεώς της και του μελλοντικού χαρακτήρος της, δεν είναι δυνατόν και επομένως, ούτε νομικώς αναγκαίο να συγκεκριμενοποιείται και να καθορίζεται με ακρίβεια, αλλά αρκεί να είναι βεβαία με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 1355/2011). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία τα οποία ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ιδίου Κώδικος, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα, προκειμένου για αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, από τις ως άνω διατάξεις ως και από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 Α.Κ. προκύπτει ότι για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα, τα οποία συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος ο οποίος υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο, την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Πρέπει περαιτέρω να αναφέρονται τα γεγονότα, τα οποία δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της επελθούσης στον ενάγοντα ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, τα οποία προσδιορίζουν την θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος (ΑΠ 1676/2001). Τέλος, καθόσον αφορά την αποζημίωση εκ του άρθρου 931 Α.Κ., θα πρέπει για το ορισμένο και το νόμω βάσιμο της αγωγής να αναφέρονται εκείνα τα περιστατικά, τα οποία διακρίνουν, κατά τα ανωτέρω, την σχετική αξίωση από τις αξιώσεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εκθέτει στην ένδικη αγωγή της, σχετικά με το κεφάλαιο της αποζημιώσεώς της κατά την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., τα ακόλουθα: "Εάν ληφθεί υπόψη ότι εξαιτίας της αποκλειστικής υπαιτίου συμπεριφοράς του εναγομένου οδοντιάτρου, υπέστην την προαναφερθείσα σοβαρότατη βλάβη της υγείας μου, ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις των θεραπόντων ιατρών μου οι ελπίδες αποκαταστάσεως ή έστω βελτιώσεως της καταστάσεως της υγείας μου είναι ανύπαρκτες ή τουλάχιστον μηδαμινές, ότι εξαιτίας της προελθούσης από το ένδικο συμβάν ανωτέρω σοβαρότατης βλάβης της υγείας μου υποφέρω από την ημέρα του ατυχήματος και θα παραμείνω ανάπηρη (χωρίς όραση στον αριστερό οφθαλμό) και σακατεμένη εφόρου ζωής έχοντας ανάγκη φροντίδας και υποστηρίξεως από τρίτα πρόσωπα, ότι πάσχω από την ημέρα του τραγικού συμβάντος μέχρι και σήμερα και θα εξακολουθήσω πάσχουσα εφόρου ζωής από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, ότι μετά δυσκολίας θα δυνηθώ να εξασκήσω το επάγγελμα της κοινωνικής λειτουργού, ότι μειονεκτώ από του χρόνου του ενδίκου συμβάντος μέχρι σήμερα και θα μειονεκτώ εφόρου ζωής στις οικογενειακές, κοινωνικές κ.λ.π. συναναστροφές μου, ότι τυγχάνω σήμερα μόλις 41 ετών (!!!), ότι στερούμαι το δικαίωμα να απολαμβάνω των αγαθών της ζωής, ότι η παραπάνω αναπηρία μου από του χρόνου του δυστυχήματος μέχρι σήμερα επιδρά και θα επιδρά στο μέλλον καταλυτικά στην οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή μου, τότε δικαιούμαι σύμφωνα με το άρθρο 931 Α.Κ (όπως ισχύει μετά τον Ν. 1329/1983 ...) να αξιώσω ξεχωριστή αποζημίωση, ήτοι πέραν της αποζημιώσεως, που οφείλεται κατ' εφαρμογή των άρθρων 914, 929 και 932 Α.Κ. και θα πρέπει εύλογα κατά την κρίση του Δικαστηρίου Σας να μου επιδικασθεί ως αποζημίωση για την παραπάνω σωματική αναπηρία μου και τις άμεσες συνέπειές της στην οικονομική κατάστασή μου και στις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές μου, το ποσό των 200.000 ευρώ το οποίο θεωρείται απολύτως δίκαιο και εύλογο ενόψει της ηλικίας μου, της καταστάσεώς μου και των δυσμενέστατων επιδράσεων της αναπηρίας μου στη μελλοντική ζωή μου. Είναι προφανές ότι η συνεπεία του ατυχήματος προκληθείσα αναπηρία μου, που συνεπάγεται την εμφανέστατη απώλεια της οράσεως στον αριστερό οφθαλμό μου και την μετά πάσης βεβαιότητος τοποθέτηση γυάλινου ματιού, το οποίο είναι προφανέστατα αντιληπτό σε τρίτους, θα επηρεάσει άμεσα και καταλυτικά το μέλλον μου και δη την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή μου. Ειδικότερα δε, όσον αφορά την επαγγελματική μου εξέλιξη είναι αναμφισβήτητο ότι δεν θα δυνηθώ εξ αιτίας της μονίμου αναπηρίας μου να εξακολουθήσω να εξασκώ το επάγγελμά μου της κοινωνικής λειτουργού κατά άσκηση του οποίου προεχόντως ευρίσκομαι σε διαρκή επαφή με τρίτα άτομα και συναναστρέφομαι μαζί τους προς κατανόηση και επίλυση των προβλημάτων της αρμοδιότητός μου, δεδομένου ότι διαθέτω δυνατότητα οράσεως μόνον στον δεξιό οφθαλμό μου εφόσον ο αριστερός οφθαλμός στην ουσία έχει αχρηστευθεί, θα δυσχερανθούν οι μετακινήσεις μου και οι προσωπικές επαφές μου αλλά και η επικοινωνία με τα πρόσωπα που έχουν ανάγκη της προσωπικής μου παρεμβάσεως. Η διαμορφωθείσα κατάσταση της υγείας μου και η διαρκής αναπηρία μου λόγω οράσεως μόνον δια του δεξιού οφθαλμού, αποτελεί σοβαρότατο εμπόδιο και τροχοπέδη στην άσκηση του επαγγέλματός μου αλλά και μέγιστου αριθμού λοιπών κατηγοριών επαγγελμάτων, συναφών και σχετικών προς το ήδη ενασκούμενο από εμέ, προκαλώντας ουσιώδη αρνητική επιρροή στην επαγγελματική μου εξέλιξη και δημιουργία. Τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση ότι στα πλαίσια των καθηκόντων μου ως κοινωνικής λειτουργού εντάσσεται και πλήθος δραστηριοτήτων οι οποίες λόγω της μονίμου αναπηρίας μου (απώλεια οράσεως αριστερού οφθαλμού) θα περιορισθούν και κατά το μέγιστο μέρος τούτων θα κριθώ ανίκανη προς διεκπεραίωσή τους. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στα καθήκοντά μου περιλαμβάνεται η διεξαγωγή κοινωνικών ερευνών και σύνταξη εκθέσεων κατόπιν εντολής εισαγγελέων, εποπτεία και επισκέψεις σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς για την διαπίστωση της καλής λειτουργίας τους, συμμετοχή στα Διοικητικά Συμβούλια των ΚΑΠΗ, διεξαγωγή επιτόπιων ερευνών και σύνταξη εκθέσεων για την ενίσχυση των πληγέντων στις περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών και τελικώς για να ανταποκριθώ μετά των συναδέλφων μου στις ανάγκες της Υπηρεσίας μας υποβαλλόμεθα σε υπεράνθρωπες προσπάθειες δεδομένου ότι πολλές κατ' οίκον επισκέψεις γίνονται εκτός ωραρίου και κυρίως γραφική εργασία (σύνταξη χειρογράφων εκθέσεων) αλλά και αντικείμενα εργασιών πέραν των ως άνω υποχρεώσεών μας (εντάλματα, διοικητική έρευνα κ.λ.π.)". Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη (με βάση τα προεκτεθέντα), το δε Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επειδή το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του εν σχέσει προς το ίδιο ως άνω κεφάλαιο, εκ του άρθρου 931 Α.Κ., της αγωγής τα ακόλουθα: "Εξάλλου, η ενάγουσα ήταν ηλικίας 37 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος (γεννήθηκε το έτος 1965) και ασκούσε και ασκεί το επάγγελμα της κοινωνικής λειτουργού στη διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών, τέλεσε γάμο μετά το ατύχημα και απέκτησε δύο τέκνα. Κατά τα ανωτέρω υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία με την απώλεια της οράσεως από τον αριστερό οφθαλμό. Η αναπηρία αυτή δεν εμπόδισε την κοινωνική της εξέλιξη εφόσον τέλεσε γάμο και δημιούργησε οικογένεια, ούτε την επαγγελματική της αποκατάσταση εφόσον ήταν ήδη αποκαταστημένη επαγγελματικά. Πλην όμως επιδρά οικονομικά στο επαγγελματικό και κοινωνικό της μέλλον, εν όψει του ότι δεν μπορεί όπως προηγουμένως να εκτελεί τις επαγγελματικές υποχρεώσεις της που της επιβάλλουν να εργάζεται και εκτός γραφείου ερχόμενη σε επαφή με πρόσωπα που χρειάζονται τη συνδρομή κοινωνικού λειτουργού στο δικό τους περιβάλλον, διεξάγοντας κοινωνικές έρευνες, ελέγχους και επισκέψεις σε παιδικούς σταθμούς και ΚΑΠΗ και προβαίνοντας σε σύνταξη εκθέσεων, δραστηριότητες που δυσχεραίνονται από την έλλειψη οράσεως και από τους δύο οφθαλμούς και δεν διεκπεραιώνονται σε χρόνο και με απόδοση όμοια με των άλλων συναδέλφων της, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται έναντι αυτών η υπηρεσιακή και εντεύθεν οικονομική της εξέλιξη (προαγωγή). Επίσης οι κοινωνικές δραστηριότητές της είναι μειωμένες εφόσον δεν μπορεί να οδηγήσει αυτοκίνητο λόγω των κινδύνων που εγκυμονεί η όραση από ένα οφθαλμό. Λαβαίνοντας υπόψη το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας σε συνδυασμό με την νεαρή ηλικία της εναγούσης και τις λοιπές περιστάσεις της κοινωνικής και επαγγελματικής ζωής της που εκτέθηκαν, προκειμένου να αποκατασταθεί η ζημία που με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα επέλθει, πρέπει να της επιδικαστεί ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 30.000 ευρώ". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με το ρηθέν αγωγικό αίτημα, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 931 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1ης Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2591/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ