Αριθμός 79/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπέλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Πανταζή και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1809/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1943/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/9/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 7-9-2018 (7875/670/10-9-2018) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 1943/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. του Α.Κ. συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.Α.Π. 23/2007, Ολ.Α.Π. 30/2003), η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές, επιφέρει απόσβεση της άλλης. Συνεπώς, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως, κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, η οποία τον υποχρεώνει, κατά τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., σε ισόποση, καταρχάς, με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη, λόγω ηθικής βλάβης, χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή, ο οποίος, μάλιστα, δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δύναται να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος, που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής, με δικαίωμα αναγωγής, εφόσον αυτός υφίσταται τελικώς τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, υπό την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ.Α.Π. 29/2007, Α.Π.34/2021, Α.Π. 362/2014, Α.Π. 1008/2010). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού δεν ενδιαφέρει η αιτία της εκδόσεως της επιταγής και, ιδίως, δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία ή η ακυρότητα ή η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της ασκήσεως της απαιτήσεως από την υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής. Ωστόσο, δεν αποκλείεται απαλλαγή εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή από την προαναφερόμενη αστική ευθύνη του έναντι του λήπτη και νόμιμου κομιστή της επιταγής, που ατελέσφορα την εμφάνισε προς πληρωμή ή ο περιορισμός της εκτάσεως αυτής της ευθύνης, με βάση τη μεταξύ τους υποκείμενη σχέση και κατόπιν συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 300 του Α.Κ., περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στη ζημία ή την έκτασή της ή του άρθρου 288 του ίδιου Κώδικα, περί υποχρεώσεως του δανειστή να απαιτήσει από τον οφειλέτη εκπλήρωση της παροχής, όπως απαιτεί η συναλλακτική καλή πίστη ή του άρθρου 281 του Α.Κ., περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής εκ μέρους του δανειστή ασκήσεως της απαιτήσεώς του. Σε περίπτωση, όμως, που νόμιμος κομιστής της τελικά απλήρωτης επιταγής υπήρξε πρόσωπο διαφορετικό του λήπτη της επιταγής, για την υπό συζήτηση απαλλαγή από την ευθύνη ή τον περιορισμό της εκτάσεως αυτής προϋποτίθεται το ότι ο εν λόγω κομιστής της επιταγής τελούσε, κατά το χρόνο της εκ μέρους κτήσεως αυτής, εν γνώσει της προαναφερόμενης υποκείμενης μεταξύ εκδότη και λήπτη σχέσεως (Α.Π. 281/2003, Α.Π. 1417/2000). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933, τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής, κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, ενήργησε εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη. Η με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνον, εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε, κατά την κτήση της, σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει, κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι, με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία, χωρίς τη μεταβίβαση αυτή, δεν θα πραγματοποιείτο (Α.Π. 50/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1439/2022, Α.Π. 66/2022). Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, αν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π 1/1999, Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 998/2020, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020), κατά μείζονα δε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός σε επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά. Συνακόλουθα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 37/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο εναγόμενος εξέδωσε στον … , στις … τις υπ' αριθμ. … μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας η πρώτη και της Τράπεζας Πειραιώς οι λοιπές, ποσού 8.500 ευρώ, 13.500 ευρώ και 13.500 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικού ποσού 35.000 ευρώ, πληρωτέες όλες εις διαταγήν Κ. Α.... Ο τελευταίος, ως δικαιούχος των επιταγών, μεταβίβασε στον ενάγοντα με οπισθογράφηση και παράδοση τις ως άνω επιταγές, οι οποίες εμφανίστηκαν για πληρωμή εμπροθέσμως..., πλην όμως, αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου του στις ως άνω πληρώτριες τράπεζες... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω επιταγές ήταν επιταγές ευκολίας και δόθηκαν από τον εναγόμενο στον Κ. Α., ο οποίος είχε υποπρακτορείο ασφαλιστικών συμβάσεων στον … και συνεργαζόταν με την ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία …, η οποία είχε συσταθεί το έτος …, με ομόρρυθμο μέλος τη σύζυγο του ενάγοντος και λοιπές εταίρους τις δύο θυγατέρες τους..., οι οποίες και συνέχισαν τη λειτουργία της ως άνω εταιρείας, οπότε το Μάρτιο … απεχώρησε η μητέρα τους. Οι επιταγές αυτές δεν αφορούσαν κάποια οφειλή του εναγομένου προς τον μετέπειτα οπισθογράφο Κ. Α., αλλά ζητήθηκαν απ' αυτόν κατά την αντιμετώπιση πρόσκαιρου προβλήματος υγείας το έτος …, προκειμένου να εμφανίζεται ως φερέγγυο πρόσωπο σε τρίτους με απαιτήσεις κατά του εναγομένου..., γεγονός, το οποίο γνώριζε ο ενάγων... Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων γνώριζε ότι ο εναγόμενος δεν είχε κεφάλαια κάλυψης κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής των ως άνω επιταγών, για το λόγο δε αυτό καθ' όλο το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα από το χρόνο έκδοσης των επιταγών ο ενάγων εξέδωσε μόλις το έτος … την υπ' αριθμ. … διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου … μόνο για την πρώτη από τις ως άνω επιταγές ποσού 8.500 ευρώ, η απαίτηση της οποίας είχε παραγραφεί, λόγος που είχε προταθεί από τον εναγόμενο με την από 25-11-2013 ανακοπή του κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, η εκδίκαση της οποίας δεν έλαβε χώρα, ενόψει του ότι ανεστάλη η εκτέλεση της τελευταίας με προσωρινή διαταγή του ως άνω δικαστηρίου. Ενώ επί πλέον ο ενάγων επεδίωξε μόνον την άσκηση της ένδικης αγωγής σε βάρος του εναγομένου το έτος …, δίχως όλο αυτό το χρονικό διάστημα, να έχει υποβάλει μήνυση σε βάρος του για το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής, εφόσον κάτι τέτοιο δεν επικαλείται αυτός. Επομένως, η επιδίωξη από τον ενάγοντα της πληρωμής των ως άνω επιταγών με την άσκηση της ένδικης αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών, αφού με δικό του πταίσμα συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση της ζημίας του από τη μη πληρωμή τους...". Το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατ' άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ. και εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκρινε την αγωγή του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 237, 298, 346, 914 του Α.Κ. και 79 του ν. 5960/1933, την απέρριψε δε κατ' ουσία. Συγκεκριμένα, υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής των επίμαχων επιταγών, γνώριζε, κατά το χρόνο κτήσεώς τους: α) ότι αυτές εκδόθηκαν από τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, χάριν ευκολίας και εξυπηρέτησης του αρχικού λήπτη αυτών, Κ. Α., έτσι ώστε να φανεί αυτός φερέγγυος έναντι τρίτων, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους έννομη σχέση και αιτία, που να δικαιολογεί την παράδοση των επιταγών και β) ότι δεν υπήρχαν κεφάλαια κάλυψης, κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής τους. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933, για το λόγο ότι δέχθηκε την εν λόγω ένσταση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, χωρίς να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του την παραδοχή ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων ενήργησε προς βλάβη τούτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε την ένδικη υπόθεση, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, ενώ, όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο ερεύνησε την ένδικη αξίωση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, (αξίωση) την οποία, άλλωστε, ο ίδιος επέλεξε με την αγωγή του και, εντεύθεν, την απέρριψε κατ' ουσία, όχι, κατά παραδοχή ισχυρισμού του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατ' άρθρο 22 του ν. 5960/1933, ο οποίος προβάλλεται από τον οφειλέτη κατά της εκ της επιταγής αξίωσης του κομιστή αυτής -ισχυρισμό, άλλωστε, που δεν προβλήθηκε με την παραδεκτώς επισκοπούμενη από 5-7-2016 (2862/6-7-2016) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου- αλλά γιατί, σύμφωνα με τα περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ο ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, κατά το χρόνο κτήσης των επίμαχων επιταγών, τελούσε σε γνώση ότι αυτές εκδόθηκαν, αποκλειστικά και μόνον, χάριν ευκολίας του αρχικού λήπτη τους καθώς και ότι ο εκδότης τους, εναγόμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, δεν διέθετε κεφάλαια καλύψεώς τους, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της έφεσης και της δι' αυτού υποβολής ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με ελλιπή αιτιολογία, δέχθηκε ότι αυτός (ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων) γνώριζε ότι ο αντίδικός του δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο έκδοσης των επίμαχων επιταγών, οδηγήθηκε δε στο συμπέρασμα αυτό, λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της εκδόσεως των επιταγών αυτών και της εκ μέρους του υποβολής αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής για την πρώτη εξ αυτών, με αποτέλεσμα την παραγραφή της εξ αυτής απαιτήσεως. Οι αιτιάσεις αυτές δεν θεμελιώνουν την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια. Και τούτο, καθόσον το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παρατίθεται ανωτέρω, διέλαβε σαφώς τι αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε, κατά το χρόνο κτήσης των επίμαχων επιταγών, ότι δεν υπήρχαν κεφάλαια κάλυψής τους στην πληρώτρια τράπεζα, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην ως άνω μείζονα σκέψη, η περαιτέρω ανάλυση ή αιτιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του, ενώ, προς επίρρωση της ως άνω παραδοχής του, διέλαβε τα προεκτεθέντα επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων και τα οποία, ως τέτοια, δεν ελέγχονται αναιρετικώς. Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και, εξαιρετικώς μόνον, προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Συνεπώς, το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, έχει την ευχέρεια, προκειμένου να αχθεί στο αποδεικτικό του πόρισμα, να προσδώσει σε ένα έκαστο εξ αυτών διαφορετική αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, χωρίς η κρίση αυτή, ως αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων, να ελέγχεται αναιρετικώς. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, μόνο, αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι` αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 2/2022, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 328/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε τη δύναμη αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Γ. Π., αφού συνήγαγε συμπεράσματα, διαφορετικά του περιεχομένου της κατάθεσής του, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Οι αιτιάσεις αυτές δεν θεμελιώνουν την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον η αξιοπιστία του ως άνω μάρτυρα και η εκτίμηση των όσων κατέθεσε ανήκαν στην κυριαρχική και αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση γι' αυτή την εκτίμηση. Συνεπώς, ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (Α.Π. 1442/2017, Α.Π. 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Τέλος, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπ` όψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον, ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1231/2015, Α.Π. 1409/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β'του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τον υπό του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος προβληθέντα ισχυρισμό ότι αυτός δεν συμμετείχε, με οποιαδήποτε ιδιότητα, στην εταιρεία "..." καθώς και ότι ο εναγόμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος ήταν αφανής εταίρος στην εταιρεία του υιού του Π. Α. (αρχικού λήπτη των επίμαχων επιταγών). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον δεν παρατίθεται ο τρόπος, με τον οποίο προτάθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός στο Δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση, από τις από 23-2-2017 έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε ο αναιρείων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενες (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτός υποστήριξε ότι τυγχάνει αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο ο αντίδικός του ισχυρίστηκε ψευδώς ότι οι επίμαχες επιταγές είναι 'επιταγές ευκολίας', προς διευκόλυνση και μόνον του αρχικού λήπτη αυτών, καθώς και ότι ο ίδιος (ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων), ως πρώτος κομιστής των επιταγών, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της εταιρείας "…", κατόπιν συμφωνίας του με τον αρχικό λήπτη των επιταγών, παρέλαβε τις επίδικες επιταγές, για να τις διακρατήσει στο χαρτοφυλάκιο της εταιρείας. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό, αλλά, αρκέστηκε στην άρνηση όσων υποστήριξε ο ήδη αναιρεσίβλητος στην έφεσή του και, συνεπώς, οι προαναφερόμενες αιτιάσεις δεν θεμελιώνουν την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, καθισταμένων και για το λόγο αυτό απαράδεκτων των αιτιάσεων αυτών. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π. 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό, χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί (Α.Π. 587/2020, Α.Π. 1014/2010, Α.Π. 462/2008, Α.Π. 1573/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του Κ.Πολ.Δ. δικαστική ομολογία, προφορική ή έγγραφη, σε κάθε στάση της δίκης, ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνον εκείνη, που γίνεται, με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος και όχι όταν το γεγονός αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου (Α.Π. 1029/2019, Α.Π. 188/2017, Α.Π. 115/2007). Εξάλλου, εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, που αφορά αμφισβητούμενο και επιβλαβές για τον ομολογούντα πραγματικό περιστατικό, η οποία απευθύνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου από εκείνο, που δικάζει την υπόθεση ή περιέρχεται σε άλλα έγγραφα, που εκδίδονται από το διάδικο και τα οποία δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου και έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης, πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο (πέμπτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υπ' αυτού επικληθέντα ισχυρισμό ότι ο αντίδικός του, στην από 5-11-2013 ανακοπή του κατά της 383/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποστήριξε ότι η εν λόγω διαταγή πληρωμής έπρεπε να εκδοθεί εντός εξαμήνου από την έκδοση της επιταγής, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για την εξ αυτής οφειλή του, ομολογώντας, εν τοις πράγμασι, ότι του οφείλει το ποσό της ως άνω επιταγής. Από το αληθές περιεχόμενο των ως άνω αιτιάσεων, ορθώς εκτιμωμένων, συνάγεται ότι αυτές αφορούν στην από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια (και όχι την από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων), η επίκληση της οποίας, τυγχάνει απαράδεκτη, καθόσον από την επισκόπηση των από 23-2-2017 έγγραφων προτάσεων, που ο ήδη αναιρεσείων κατέθεσε ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτός δεν επικαλέστηκε το ως άνω αποδεικτικό μέσο, ήτοι περί σιωπηρής ομολογίας του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς την εκ των επίμαχων επιταγών οφειλή του. Επιπροσθέτως, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον τα ανωτέρω δεν συνιστούν εξώδικη ομολογία του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου επιζήμιου γι' αυτόν περιστατικού, αλλά ισχυρισμό τούτου, από τον οποίο θα μπορούσε απλώς να συναχθεί δικαστικό τεκμήριο. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 106, 179, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-9-2018 (7875/670/10-9-2018) αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της 1943/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ